Ερώτηση «κρίσεως», όπως έλεγαν οι παλαιοί καθηγητές: Από ποιον κινδυνεύει να χάσει την πρωθυπουργία ο Κυριάκος Μητσοτάκης;
Από τον Τσίπρα; Χλωμό. Αν είχε τον φόβο του, δεν θα τον «προτιμούσε» για αντίπαλο. Από τον Ανδρουλάκη; Ούτε συζήτηση. Και η πρόσφατη μπαρουφολογία για την… Καρυστιανού πήρε τον δρόμο προς τη λήθη, μαζί με την πρωταγωνίστρια.
Μένει ο Σαμαράς. Μπορεί ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Ν.Δ. να απειλήσει τον διάδοχό του, που τον πέταξε εν ψυχρώ έξω από τη Ν.Δ., της οποίας υπήρξε βουλευτής όταν οι Μητσοτάκηδες δεν τολμούσαν να περάσουν ούτε έξω από την πόρτα της;

Το αίνιγμα Καραμανλή και οι πολιτικές δυναστείες
Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα εμπλέκεται με μια ιστορική παρατήρηση που αφορά σε ένα… τρίτο μέρος: Τους Καραμανλήδες. Ακριβώς μισό αιώνα από τότε που ο ιδρυτής της Ν.Δ. άνοιξε την πόρτα του κόμματός του στον «αποσυνάγωγο» του 1974, η οικογένεια Μητσοτάκη θα είναι το απόλυτο αφεντικό της, ενώ ούτε ένας από την οικογένεια Καραμανλή δεν θα βρίσκεται στη Βουλή.
Παιχνίδια της πολιτικής: Οι επίγονοι του προδικτατορικού «αποστάτη» – από άλλο κόμμα – του 1965 συλλέγουν δόξα και δύναμη, αλλά από τους τρεις ανεψιούς του Καραμανλή, ο ένας είχε εξευτελιστικό τέλος, ο δεύτερος αντιμετωπίζει τη Δικαιοσύνη και ο τρίτος – με το φορτίο του πρώην πρωθυπουργού και μακροβιότερου προέδρου του κόμματος – δέχεται την ειρωνεία του νεότερου Μητσοτάκη. Αν ληφθεί υπόψη η μπηχτή που αναφέρει στο «Βήμα» η Δήμητρα Κρουστάλλη, «Κώστα, πώς πάνε τα καπνά;».
Την ίδια στιγμή, η μοίρα της πολιτικής, αφού οδηγεί ξανά τον Σαμαρά σε αναμέτρηση «ζωής ή θανάτου» με τους Μητσοτάκηδες – των οποίων ακύρωσε την πρώτη απόπειρα κατάληψης της Ν.Δ., συνέτριψε τη δεύτερη, αλλά τους προσέφερε στο πιάτο την τρίτη – μπορεί να οδηγήσει και τον νεότερο Καραμανλή στο πλευρό του, αλλά με διαφορετικό διακύβευμα: Την αποκατάσταση – τουλάχιστον του κύρους – της δυναστείας Καραμανλή, που χάνεται, επτά δεκαετίες μετά τη θεμελίωσή της, από το «μίσος» της δυναστείας Μητσοτάκη. Η οποία παίρνει ταυτόχρονα και την εκδίκησή της και από τη δυναστεία Παπανδρέου, που σβήνει.
Από αυτή την άποψη, η Ελληνική Κληρονομική Δημοκρατία επιφυλάσσει εκπλήξεις: οι «καλοί» εξαφανίζονται και οι «κακοί» θριαμβεύουν!
Το κόμμα Σαμαρά και ο παράγοντας Καραμανλής
Σ’ αυτό το πλαίσιο τοποθετούν οι πιο διεισδυτικοί αναλυτές τη νέα αναμέτρηση Σαμαρά με την οικογένεια Μητσοτάκη.
Αν για τον Μεσσήνιο ιντριγκαδόρο που έπεσε στην παγίδα του το 2015, «ηγετοποιώντας» τον μελλοντικό διαγραφέα του, το θέμα είναι το «γινάτι» για την εξευτελιστική αντιμετώπιση που του επιφύλαξε ο υιός του πρωθυπουργού που ανέτρεψε το 1993, για τον τελευταίο των Καραμανλήδων υπάρχουν ευγενέστερα κίνητρα που ενδέχεται να αποδειχθούν για το κυοφορούμενο «κόμμα Σαμαρά» κάτι σαν θείο δώρο. Το «θείο» από την προσωνυμία «Θεός» που συνόδευε τον παλαιό Καραμανλή.
Οι ψύχραιμες εκτιμήσεις δεν είναι πολύ γενναιόδωρες για τον 75χρονο πρώην πρωθυπουργό της συγκυβέρνησης Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ του 2012. Έχει «βαρύνει» ο ίδιος, η στελέχωση που θα εμφανίσει – κυρίως στα ψηφοδέλτιά του – δεν θα είναι και αφρός της συντηρητικής παράταξης και η δεξαμενή της Ακροδεξιάς δεν πολυπροσφέρεται, αφού υπάρχουν νεότεροι ανταγωνιστές.
Είναι αποφασισμένος να κατεβεί στα μαρμαρένια αλώνια, απέναντι στον πολιτικό που ο ίδιος ανέδειξε. Αλλά, κατά τους παροικούντες, η επιρροή του στη Δεξιά είναι στα όρια «μπαίνει-δεν μπαίνει» στη Βουλή. Το ποτήρι της εκδίκησης για τη διαγραφή του μπορεί να αποδειχθεί πικρό και για τον ίδιο.
Η σχέση Σαμαρά – Μητσοτάκη, από την ανάδειξη στη ρήξη
Τον στοιχειώνουν, όμως, οι προγενέστεροι υπολογισμοί του: Για να τιμωρήσει περισσότερο το Μητσοτακέικο, έβαλε στην κυβέρνησή του τον Κυριάκο. Ήταν και βολική δικαιολογία για να παραλείψει την Ντόρα και να οδηγήσει σε αφλογιστία τον γέρο Μητσοτάκη.
Τον ώθησε αψήφιστα προς την ηγεσία, όταν ούτε καν η αδελφή του δεν τον υποστήριζε, και οι άνθρωποι ακύρωσαν την πρώτη ψηφοφορία που κέρδισε ο Μεϊμαράκης. Το κίνητρο είχε και ιδιοτέλεια: Τον θεωρούσε «παρένθεση» για να κρατάει ζεστή την επιστροφή του.
Αλλά όταν κέρδισε και τις εθνικές εκλογές, επήλθε η ρήξη. Ως πρωθυπουργός ο Μητσοτάκης άρχισε να μην αντέχει τον «πατερναλισμό» που είχε απέναντί του το πρώην αφεντικό του. Και τον οδήγησε σχεδιασμένα στην έξοδο, υπερβαίνοντας το ανώτερο «επιτρεπτό» όριο: Την απλή απομάκρυνση από την Κ.Ο., όπως έκανε ο Γ. Παπανδρέου με τον Σημίτη. Τον πέταξε και από το κόμμα.
Για πολλούς ήταν και μήνυμα προς τον έτερο πρώην πρωθυπουργό, που αποχώρησε αυτοβούλως από τη Βουλή, χωρίς όμως να παραιτηθεί από μέλος της Ν.Δ. πλέον, και συνεχίζει να τον πυροβολεί για τα ελληνοτουρκικά και τις υποκλοπές, σε κοινές εμφανίσεις με τον Σαμαρά.

Σενάριο να στηρίξει ανοικτά ο Καραμανλής το κόμμα Σαμαρά
Η δρομολόγηση νέας «Πολιτικής Άνοιξης» δεν ανησυχεί ιδιαίτερα τον Μητσοτάκη, εκτός από μια περίπτωση. Να την υποστηρίξει ανοικτά ο Καραμανλής, οδηγώντας τα πράγματα σε σφοδρή σύγκρουση μεταξύ τους. Για τον Σαμαρά είναι φυσιολογικό και ευπρόσδεκτο από τους «πραγματικούς» Νεοδημοκράτες: Όταν ο ίδιος ανέτρεψε τον πατέρα Μητσοτάκη ως φορέα της λαϊκής εντολής, στην αναμέτρησή του με την πρωτότοκη κόρη του η κομματική βάση πήρε το μέρος του.
Αν υπάρξει τέτοια σύγκρουση, με φόντο την υπεράσπιση του «Καραμανλισμού» από τον Καραμανλή, με επίκληση «χρέους» του απέναντι στη Ν.Δ. και τη χώρα, το πρόβλημα για τον απερχόμενο πρωθυπουργό θα είναι διπλό: Θα έχει πλέον ως αντίπαλο κάποιον που ζητούσε την υπερψήφισή του στις εκλογές του 2019 και του 2023 και αυτό θα λειτουργεί ως αέρας στα πανιά του Σαμαρά.
Στο περιβάλλον Μητσοτάκη ισχυρίζονται ότι μπορεί να αντέξει παρασκηνιακές συστάσεις Καραμανλή, του τύπου «να βοηθήσουμε τον Αντώνη». Αλλά με δημόσια τοποθέτηση – όπως άλλωστε αρμόζει στον χαρακτήρα του Καραμανλή – που δεν θα στρέφεται κατά της Ν.Δ., ούτε καν θα συστήνει υπερψήφιση του Σαμαρά, αλλά απλώς θα βάλλει κατά του Μητσοτάκη, τα πράγματα αλλάζουν.
Πρώτη η Ντόρα το ξόρκισε δημόσια με την – απειλητική – δήλωση «ο Καραμανλής είναι βαθιά παραταξιακός και, παρά τις όποιες διαφωνίες ή αποστασιοποιήσεις, δεν πρόκειται ποτέ να κινηθεί εναντίον της Ν.Δ.».
Μετά ο Μαρινάκης, ως πορτ παρόλ του πρωθυπουργού, μετέφερε τον «σεβασμό» του στον προκάτοχό του, ως «μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της παράταξης», υποδηλώνοντας όμως την προϋπόθεση να «βρίσκεται στην πρώτη γραμμή» – και πάντως όχι εναντίον του.
Τι μπορεί να κάνει ο Κώστας Καραμανλής
Οι γνωρίζοντες λένε ότι δύσκολα θα υπάρξει ευθεία εναντίωση του Καραμανλή στην οκταετή πολιτεία του Μητσοτάκη – και στις συνέπειές της στη Ν.Δ. και στη χώρα – θέτοντας σε άλλη βάση ολόκληρη την προεκλογική περίοδο.
Ο προβληματισμός προέρχεται από τη διαπίστωση ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει λόγο να φοβάται τις αναμενόμενες σκληρές αντιδράσεις από το Μητσοτακέικο και, επειδή έχει λόγους να «βγει απέναντι», θεωρείται απρόβλεπτος. Ειδικά αν αναλογιστεί ότι ο πόλεμος των δύο οικογενειών είχε εξέλιξη που δεν φαντάστηκε ποτέ ο ιδρυτής της Ν.Δ., αλλά ούτε και ο ίδιος, για όσο διάστημα διατηρούσε ρόλο – ή την ψευδαίσθηση – εγγυητή του καραμανλικού χαρακτήρα της Ν.Δ.
Παρέδωσε το κόμμα, χωρίς πίεση, στο 34%, διαχειρίστηκε με ευπρέπεια τις εφόδους των επίγονων του ιδρυτή της δυναστείας Μητσοτάκη για τον έλεγχό του. Δεν πήρε τοις μετρητοίς την πικρία της Ντόρας που του επιτέθηκε μετά την ήττα της και δεν αμφισβήτησε τον Κυριάκο. «Αυτόν βγάλατε, με αυτόν θα πάμε» ήταν η συμβουλή του σε δυσφορούντες και υπήρξε ειλικρινής μαζί του, στις λίγες περιπτώσεις που ζήτησε τη γνώμη του. Με ευγένεια επίσης δέχθηκε και τουλάχιστον μία πρόσκληση σε δείπνο μετά συζύγων, στην πρωθυπουργική κατοικία στον Λυκαβηττό.
Η «καραμανλική ρεβάνς» και τα όρια της σύγκρουσης
Στα 70 του, πλέον, ο Καραμανλής δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική ή «σ’ αυτό που είναι σήμερα η πολιτική». Αλλά όσοι τον «ψυχολογούν», αναγνωρίζουν ότι – υπό το βάρος του ονόματος – η ήττα στον «πόλεμο των δύο Οίκων» μένει ανοικτό κεφάλαιο εντός του. Σαν κάτι να αιμορραγεί, ιδίως όταν φίλοι του επισημαίνουν την «υποχρέωση» να «κάνει κάτι ώστε τα κόκαλα του εθνάρχη και ιδρυτή της Ν.Δ. να σταματήσουν να τρίζουν».
Σε ευθεία αναμέτρηση με τους Μητσοτάκηδες για καραμανλική ρεβάνς είναι χαμένος με την υπεροπλία που διαθέτουν. Μπορεί μόνο να μιλήσει για την «κατάσταση της παράταξης» και το είδος του κόμματος που είναι σήμερα η Ν.Δ. λόγω της επιμειξίας με τα «άκρα» του ΛΑΟΣ και τους «Σημιτικούς».
Ή να σχολιάσει πιο αυστηρά την πορεία των «εθνικών θεμάτων», τις θεσμικές παρεκτροπές του συστήματος Μητσοτάκη, τις ακρότητες των πρωτοπαλίκαρων του Νεομητσοτακισμού, αλλά και την κυβερνητική οικονομική και την κοινωνική πολιτική, που δεν έχει σχέση με τον ιδρυτικό «ριζοσπαστικό νεοφιλελευθερισμό». Ο «Θεός» θα κατεβάζει καντήλια εκεί που βρίσκεται…

Η κρίσιμη ερώτηση για τις τελικές αποφάσεις Καραμανλή
Η κρίσιμη ερώτηση είναι: Γίνονται αυτά τα πράγματα; Η αβίαστη απάντηση είναι: Όχι! Παρότι πολλοί Νεοδημοκράτες παραπονούνται στην Παναγή Κυριακού ότι «αυτό δεν είναι το κόμμα μας» και δηλώνουν αδυναμία να υποστηρίξουν τα έργα και τις ημέρες του «συστήματος Μητσοτάκη», άμεσοι συνομιλητές του Καραμανλή μεταφέρουν ότι η θέση του είναι σαφής: «Ό,τι είχε να πει ο ίδιος το είπε, ας κάνουν και οι άλλοι κάτι».
Άρα ούτε προεκλογικό θέμα θα γίνει, ούτε το αποτέλεσμα του πολέμου ανάμεσα στις δυναστείες θα επιχειρήσει να αλλάξει. Αν μη τι άλλο, ρεαλισμός που δεν μπορεί να επηρεάσει ο Σαμαράς προς όφελός του.
Οι ίδιοι, όμως, συνομιλητές υποψιάζονται ότι η κατάσταση των πραγμάτων «τον τρώει» και στις τελικές αποφάσεις του δεν θα βαρύνουν τα πολιτικά και κομματικά δεδομένα, αλλά η συνείδησή του, ίσως και κάποια νεύματα από το υπερπέραν.