Η οδική ασφάλεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη.
Η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών, η ακραία ταχύτητα και κάθε συμπεριφορά που θέτει ανθρώπινες ζωές σε πραγματικό κίνδυνο πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά, με κυρώσεις ανάλογες της βαρύτητας, της επικινδυνότητας και της τυχόν υποτροπής.
Ο ισχύων Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ο ν. 5209/2025, προβλέπει αυστηρό πλαίσιο κυρώσεων, με πρόστιμα, αφαίρεση της άδειας οδήγησης και αυξημένες συνέπειες σε περιπτώσεις υποτροπής.
Το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ποινές. Είναι αν κάθε ποινή είναι ανάλογη της πραγματικής επικινδυνότητας της παράβασης.
Για έναν επαγγελματία οδηγό, το δίπλωμα δεν είναι απλώς το μέσο μετακίνησής του.
Είναι το εργαλείο της δουλειάς του. Είναι το εισόδημά του.
Μία πολύμηνη αφαίρεση της άδειας μπορεί να σημαίνει πολύμηνη αδυναμία άσκησης του επαγγέλματός του. Οι οικογενειακές, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, όμως, συνεχίζουν να τρέχουν.
Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα:
Πότε η κύρωση τιμωρεί την παράβαση και πότε αρχίζει να τιμωρεί και το επάγγελμα;
Κανείς δεν ζητά ασυλία για τους επαγγελματίες οδηγούς. Όποιος παρανομεί πρέπει να υφίσταται τις συνέπειες.
Όμως δεν έχουν όλες οι παραβάσεις την ίδια επικινδυνότητα. Άλλη βαρύτητα έχει η οδήγηση με υψηλή συγκέντρωση αλκοόλ, υπό την επήρεια ναρκωτικών ή με ακραία ταχύτητα και άλλη μία παράβαση που δεν δημιουργεί αντίστοιχο άμεσο κίνδυνο για ανθρώπινη ζωή.
Διαφορετική επικινδυνότητα πρέπει να σημαίνει και αναλογική αντιμετώπιση.
Το ζήτημα έχει τεθεί και θεσμικά. Κατά την επεξεργασία του νέου ΚΟΚ, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος (ΟΚΕ) επισήμανε το πρόβλημα της αφαίρεσης άδειας από ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν επαγγελματικά για παραβάσεις σχετιζόμενες με το όχημα, αναφέροντας ως παράδειγμα τον εκπρόθεσμο τεχνικό έλεγχο και θέτοντας ζήτημα αναλογικότητας.
Για παραβάσεις μικρότερης επικινδυνότητας πρέπει επομένως να εξεταστούν περισσότερο αναλογικές και κλιμακωτές κυρώσεις: πρόστιμα, βαθμοί ποινής, επανεκπαίδευση ή άλλες εναλλακτικές που προστατεύουν την οδική ασφάλεια χωρίς να οδηγούν αυτομάτως στην επαγγελματική εξόντωση.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.
Η οδική ασφάλεια είναι υποχρέωση μόνο του οδηγού;
Από τον πολίτη η Πολιτεία απαιτεί —και σωστά— ασφαλές όχημα, τήρηση των ορίων, σεβασμό στη σήμανση και εφαρμογή του ΚΟΚ.
Τι απαιτεί όμως από τον ίδιο της τον εαυτό;
Ο ίδιος ο ΚΟΚ προβλέπει υποχρεώσεις για τη σήμανση των οδικών έργων και ορίζει αρμόδιους φορείς για την εγκατάσταση, συντήρηση και αποτελεσματικότητα της οδικής σήμανσης.
Όταν λοιπόν υπάρχει επικίνδυνη ή ανεπαρκής σήμανση, κακοτεχνία ή πλημμελής προστασία σε ένα οδικό έργο, ποιος ελέγχεται και ποιος λογοδοτεί;
Η αυστηρότητα δεν μπορεί να σταματά στον οδηγό.
Ο οδηγός πρέπει να λογοδοτεί όταν παρανομεί. Ο επαγγελματίας όταν παραβιάζει τον ΚΟΚ. Ο εργολάβος όταν δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του. Και η Πολιτεία όταν δεν εκπληρώνει τις δικές της.
Δεν ζητάμε λιγότερη οδική ασφάλεια.
Ζητάμε αυστηρότητα απέναντι στην πραγματικά επικίνδυνη οδήγηση, αναλογικότητα στις κυρώσεις και λογοδοσία για όλους.
Γιατί η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται μόνο στην αυστηρότητα.
Βρίσκεται στην αναλογικότητα και στην ισονομία.
Δημήτριος Γ. Παλούμπης
Πολιτικός Επιστήμονας
Πολιτευτής Αχαΐας – Ελληνική Λύση