Στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Στίβου του Μπέρμιγχαμ δύο από τις πιο έμπειρες και ταλαντούχες Ελληνίδες αθλήτριες βρέθηκαν στο επίκεντρο όχι μόνο για τις επιδόσεις τους, αλλά και για όσα αποκάλυψαν – άμεσα ή έμμεσα – για τον τρόπο λειτουργίας του ΣΕΓΑΣ.
Η Αντιγόνη Ντρισμπιώτη κατέκτησε την 4η θέση στον μαραθώνιο βάδην με ατομικό ρεκόρ. Μια εξαιρετική εμφάνιση για μια αθλήτρια 42 ετών που πάλευε με τραυματισμούς.
Ωστόσο, η ίδια δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά: πήγε στη διοργάνωση χωρίς τον προπονητή της. Δήλωσε απογοητευμένη και αποσυντονισμένη επειδή αγωνίστηκε χωρίς τον προπονητή της, ζητώντας απαντήσεις από τους αρμόδιους.
Ο ΣΕΓΑΣ απάντησε γενικά ότι φρόντισε για τεχνική και ιατρική κάλυψη της αποστολής, χωρίς όμως να εξηγήσει επαρκώς γιατί ο προσωπικός προπονητής της πρωταθλήτριας δεν ήταν εκεί.
Η Ελίνα Τζένγκο, από την άλλη, προκρίθηκε άνετα στον τελικό του ακοντισμού με φετινό ρεκόρ (59,82 μ.).
Στον τελικό, όμως, έμεινε στην 11η θέση με βολή μόλις 54,01 μ. Η ίδια παραδέχτηκε ότι ήταν «απαράδεκτη» και ντρεπόταν, γνωρίζοντας τι μπορεί να κάνει. Μια εμφάνιση πολύ κάτω από τις δυνατότητές της.
Προσοχή! Η συμπαθέστατη Τζένγκο ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης στο Μόναχο το 2022! Δηλαδή έχει γνώση πλέον πως να κατακτά χρυσά μετάλια και να βρίσκεται σε top επίπεδο.
Συνεπώς ο ΣΕΓΑΣ πρέπει να εξηγήσει γιατί μία αθλήτρια τέτοιου βεληνεκούς δεν μπόρεσε να βρεθεί στην πρέπουσα κατάσταση για να πρωταγωνιστήσει ξανά.
Πού βρίσκονται οι ευθύνες του ΣΕΓΑΣ;
Όταν μια κορυφαία αθλήτρια όπως η Ντρισμπιώτη δηλώνει δημόσια ότι έφτασε σε μεγάλη διοργάνωση χωρίς τον άνθρωπο που γνωρίζει καλύτερα την προετοιμασία της, τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι θεσμικό.
Η έλλειψη σταθερής, εξατομικευμένης στήριξης, οι ασαφείς προτεραιότητες στη σύνθεση των αποστολών και η αίσθηση ότι οι αθλητές «επιβιώνουν» παρά το σύστημα και όχι χάρη σε αυτό, είναι ζητήματα που επανέρχονται συνεχώς στον ελληνικό στίβο.
Ο ΣΕΓΑΣ φαίνεται να λειτουργεί συχνά με λογική διαχείρισης παρουσιών και όχι ουσιαστικής υποστήριξης υψηλού επιπέδου.
Η Ντρισμπιώτη, παρά τις αντιξοότητες, κατάφερε μια αξιοπρεπέστατη 4η θέση.
Η Τζένγκο έμεινε μακριά από τις φιλοδοξίες της. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, αναδεικνύεται το ίδιο συμπέρασμα: όταν οι αθλητές χρειάζονται πραγματική στήριξη – προπονητική, οργανωτική, ψυχολογική – η ομοσπονδία συχνά δεν είναι στο ύψος των περιστάσεων.
Οι ευθύνες δεν είναι αφηρημένες. Αφορούν τη διοίκηση, τον τρόπο επιλογής συνοδών και τεχνικών επιτελείων, την επικοινωνία με τους αθλητές και την ικανότητα να βάζει τις ανάγκες των πρωταθλητών πάνω από γραφειοκρατικές ή οικονομικές λογικές.
Αν ο ΣΕΓΑΣ θέλει πραγματικά να μιλάει για επιτυχίες, πρέπει πρώτα να σταματήσει να αφήνει τους αθλητές του να νιώθουν μόνοι τους στις κρίσιμες στιγμές.
Μην έχει κανείς αμφιβολία ότι οι Τεντόγλου και Καραλής ότι πέτυχαν το έκαναν με την δική τους προσωπική δουλειά και «τρέλα».