Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν έκανε κάτι πιο δύσκολο από το να κόψει εισιτήρια: ξανάκανε μια ταινία κοινή κουβέντα.
Πέρασε από τις αίθουσες στα memes, από το ταμείο στις πανεπιστημιακές αντιπαραθέσεις, από τις ουρές για IMAX στους καβγάδες για τον Όμηρο, το φύλο, τη μετάφραση και το ερώτημα αν μια ταινία μπορεί ακόμη να γίνει κοινή εμπειρία.
Η «Οδύσσεια» έχει ήδη ξεπεράσει εμπορικά το Oppenheimer, την προηγούμενη μεγάλη επιτυχία του Νόλαν, και πλησιάζει το ένα δισ. δολάρια παγκοσμίως. Αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να τη χαρακτηρίσει κανείς φαινόμενο. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο ταμείο. Βρίσκεται στο ότι ένα ακριβό, ενήλικο, απαιτητικό έπος, βασισμένο σε αρχαίο ποίημα και σχεδιασμένο για τη μεγάλη αίθουσα, κατάφερε να ενώσει, έστω προσωρινά, ένα κοινό που έχει μάθει να ζει διασπασμένο.

Η εποχή δεν ευνοεί τέτοιες στιγμές. Το κοινό έχει μοιραστεί σε πλατφόρμες, ηλικίες, κοινότητες θαυμαστών, αλγορίθμους και μικρές πολιτιστικές φυλές. Πολλές ταινίες κάνουν πολλά χρήματα χωρίς να γίνονται πραγματικά γεγονότα. Τις βλέπουν όσοι ήδη ανήκουν στο κοινό τους, τις συζητούν όσοι ήδη ενδιαφέρονται, και λίγο αργότερα χάνονται μέσα στον επόμενο κύκλο περιεχομένου.
Η «Οδύσσεια» φαίνεται να λειτουργεί αλλιώς. Στην αρχή, το κοινό της έγερνε περισσότερο προς τους άνδρες. Πολύ σύντομα, όμως, η αναλογία φύλου πλησίασε το 50/50, δείχνοντας ότι η ταινία ξέφυγε από το στερεότυπο της ανδροκρατούμενης επικής περιπέτειας. Ταυτόχρονα, προσελκύει θεατές άνω των 25, δηλαδή εκείνο ακριβώς το κοινό που η βιομηχανία προσπαθεί εδώ και χρόνια να ξαναφέρει στα σινεμά. Και όμως, οι νεότεροι δεν μένουν απ’ έξω: ο Οδυσσέας του Ματ Ντέιμον, οι σειρήνες, οι μνηστήρες και οι υπερβολικά δραματικές εκφράσεις της ταινίας έγιναν γρήγορα υλικό για memes.
Αυτός είναι ο παράξενος συνδυασμός που την κάνει τόσο ενδιαφέρουσα. Η «Οδύσσεια» μοιάζει ταυτόχρονα παλιά και νέα. Παλιά, γιατί θυμίζει τις εποχές των μεγάλων κινηματογραφικών επών, όταν μια ταινία μπορούσε να γίνει δημόσιο γεγονός. Νέα, γιατί η σημερινή μονοκουλτούρα δεν υπάρχει πια χωρίς τη διαρκή παραγωγή σχολίων: ειρωνείες, ενστάσεις, ακαδημαϊκές αναλύσεις, memes, υπερασπιστές, επικριτές, διορθώσεις και απαντήσεις πάνω στις απαντήσεις.
Η ταινία δεν ενώνει επειδή όλοι συμφωνούν. Ενώνει επειδή, για λίγο, όλοι διαφωνούν γύρω από το ίδιο πράγμα.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες συζητήσεις γύρω από μεγάλα franchise, εδώ η κουβέντα δεν περιορίζεται στο αν υπάρχει σκηνή μετά τους τίτλους τέλους ή ποιος χαρακτήρας θα επιστρέψει στην επόμενη ταινία. Η «Οδύσσεια» άνοιξε συζητήσεις για τον Όμηρο, για τη μετάφραση, για την πίστη στο αρχαίο κείμενο, για το δικαίωμα του σκηνοθέτη να προδώσει την πηγή του, για το αν οι γυναίκες στον Νόλαν είναι πρόσωπα ή λειτουργίες, για το αν το IMAX είναι η τελευταία μεγάλη τελετουργία του σινεμά ή μια ακριβή μορφή πολιτιστικής πρόσβασης για λίγους.
Η παρέμβαση της Έμιλι Γουίλσον, της κλασικίστριας και μεταφράστριας της «Οδύσσειας», έκανε τη συζήτηση ακόμη πιο φορτισμένη. Ο Νόλαν είχε αναφερθεί στη δική της μετάφραση ως έμπνευση, όμως η Γουίλσον στάθηκε κριτικά απέναντι στις αποκλίσεις της ταινίας από το ομηρικό κείμενο, στις απλουστεύσεις της και σε ζητήματα φύλου και φυλής. Αυτό που ακολούθησε ήταν σχεδόν απολαυστικό: μια σύγκρουση ανάμεσα στις κλασικές σπουδές και την κινηματογραφική κριτική, ανάμεσα σε όσους ζητούν πιστότητα και σε όσους υπερασπίζονται το σινεμά ως ανεξάρτητη γλώσσα.
Ποιος έχει το πάνω χέρι σε μια τέτοια συζήτηση; Ο φιλόλογος που γνωρίζει το αρχαίο κείμενο; Ο κριτικός που ξέρει πώς λειτουργεί μια εικόνα; Ο θεατής που δεν έχει ανάγκη την πιστότητα, αρκεί να νιώσει το έπος; Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία φαίνεται να χωρά όλες αυτές τις αναγνώσεις, ακόμη και όταν τις εξοργίζει.
Παράλληλα, επέστρεψε και η γνωστή συζήτηση για τις γυναίκες στον κινηματογράφο του Νόλαν. Η Πηνελόπη της Αν Χάθαγουεϊ διαβάζεται ήδη ως μία από τις πιο δυνατές γυναικείες μορφές της φιλμογραφίας του. Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει την κριτική ότι ο Νόλαν συχνά τοποθετεί τις γυναίκες του ως συζύγους, μνήμες, απουσίες, ηθικούς άξονες ή αινίγματα γύρω από τα οποία κινούνται οι άνδρες. Σε μια ιστορία όπως η «Οδύσσεια», όπου οι γυναικείες μορφές είναι πολλαπλές, επικίνδυνες, επινοητικές και καθοριστικές, αυτή η ένσταση γίνεται ακόμη πιο επίμονη.
Υπάρχει, φυσικά, και το IMAX. Η «Οδύσσεια» έχει προβληθεί ως εμπειρία μεγάλης οθόνης, σχεδόν ως τελετή. Το πρόβλημα είναι ότι οι αίθουσες που μπορούν να προσφέρουν την ιδανική εκδοχή αυτής της εμπειρίας είναι λίγες. Έτσι, γύρω από την ταινία άνοιξε και μια άλλη συζήτηση: είναι το IMAX η σωτηρία της αίθουσας ή μια μορφή σινεφίλ ελιτισμού; Είναι η τελευταία απόδειξη ότι κάποιες ταινίες πρέπει να βλέπονται με σώμα, χώρο και μέγεθος ή ένας πολυτελής τρόπος να θυμίζουν τα στούντιο ότι η «πραγματική» εμπειρία κοστίζει και δεν είναι διαθέσιμη σε όλους;
Γι’ αυτό και το φαινόμενο έχει σημασία πέρα από τον Νόλαν. Η «Οδύσσεια» δείχνει ότι το σινεμά μπορεί ακόμη να παράγει κοινές στιγμές, αρκεί να προσφέρει κάτι που μοιάζει με γεγονός και όχι απλώς με προϊόν. Δεν χρειάζεται όλοι να τη λατρέψουν. Δεν χρειάζεται καν να συμφωνήσουν για το τι είδαν. Αρκεί ότι την είδαν αρκετοί και αρκετά διαφορετικοί άνθρωποι ώστε να δημιουργηθεί κοινό πεδίο.
Η μονοκουλτούρα δεν σημαίνει ομοφωνία. Σημαίνει ότι, για λίγο, όλοι μιλούν για το ίδιο πράγμα. Σημαίνει ότι μια ταινία περνά από την αίθουσα στο τραπέζι, από το ταμείο στο meme, από την κριτική στο πανεπιστήμιο, από τον θυμό στην απόλαυση και από την απόλαυση στην εξαντλητική διαφωνία.
Η «Οδύσσεια» δεν έγινε απλώς μια μεγάλη επιτυχία. Έγινε μια σπάνια υπενθύμιση ότι το σινεμά, όταν βρίσκει το σωστό μέγεθος, μπορεί ακόμη να κάνει τους ανθρώπους να βγουν από τις μικρές τους ροές και να μπουν στην ίδια μεγάλη κουβέντα.
Και αυτό, σήμερα, είναι σχεδόν ομηρικό.