ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ την πρωτόδικη καταδίκη του τον Οκτώβριο του 2020 από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε κάθειρξη 13 ετών και 6 μηνών για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και παράνομη οπλοκατοχή (είχε προηγηθεί η σύλληψη και προφυλάκισή του στον Κορυδαλλό στις 10/7/2014 αλλά απελευθερώθηκε με τη λήξη του 18μηνου), ο πάλαι ποτέ «υπαρχηγός» και βουλευτής της Χρυσής Αυγής διασπείρει φήμες ότι πρόκειται να αποφυλακιστεί μέσα στον Σεπτέμβριο, κάνοντας χρήση ευεργετημάτων που προβλέπει ο νόμος. Αυτό, βεβαίως, εφόσον το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λαμίας, που τέσσερις φορές ως τώρα έχει απορρίψει σχετικές του αιτήσεις, το επιτρέψει υπό όρους – κάτι αρκετά αμφίβολο αλλά όχι απίθανο, αν λάβουμε υπόψη τη θετική εισαγγελική πρόταση στην τελευταία από αυτές. Τόσο η οικογένεια Φύσσα όσο και οι συνήγοροι της Πολιτικής Αγωγής στη δίκη της ΧΑ, Θανάσης Καμπαγιάννης, Κώστας Παπαδάκης και Κώστας Σκαρμέας, αντιδρούν έντονα σε κάθε ενδεχόμενο πρόωρης αποφυλάκισής του και όχι άδικα.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι τι μπορεί να καταφέρει πολιτικά ο έγκλειστος πρώην αρχιχρυσαυγίτης. Είναι η διαπίστωση ότι, αργά αλλά σταθερά, έξι χρόνια μετά την πανηγυρική καταδίκη και το οριστικό «ξεδόντιασμα» της ΧΑ, η εγχώρια ακροδεξιά μοιάζει να επανακάμπτει.
Γεγονός είναι ότι ο 45χρονος σήμερα Ηλίας Κασιδιάρης που, αν εξαιρέσουμε το γκριζαρισμένο μαλλί, διατηρεί την ίδια χαρακτηριστική macho-λούμπεν κοψιά –θα ενσάρκωνε ιδανικά τον αδίστακτο φασίστα επιστάτη που υποδυόταν ο Ντόναλντ Σάδερλαντ στο «1900»–, καθόλου δεν φαίνεται να έχει αλλάξει μυαλά. Αντιθέτως, αυτά πήραν ακόμα περισσότερο αέρα μετά την πρόσφατη διαδικτυακή παρέμβαση του Ίλον Μασκ υπέρ του: «Αυτό είναι απαράδεκτο», έγραψε στον λογαριασμό του στο X ο γνωστός για τους συχνούς ακροδεξιούς του «εμετούς» μεγιστάνας, αναδημοσιεύοντας σχόλιο Νορβηγίδας δημοσιογράφου ανάλογων ιδεολογικών καταβολών, η οποία υποστήριζε (ψευδώς) ότι η καταδίκη του Κασιδιάρη συνδέεται με την ελευθερία του λόγου. Ο ίδιος ο Κασιδιάρης έχει προαναγγείλει την «επιστροφή» του στην πολιτική σκηνή, κάτι που όμως μόνο «δι’ αντιπροσώπου» μπορεί να συμβεί, όπως το επιχείρησε το ’20 με τους «Έλληνες» και το ’23 όταν στήριξε ανοιχτά τους Σπαρτιάτες του Βασίλη Στίγκα, καθώς «όντας καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, δεν μπορεί να ηγηθεί ο ίδιος πολιτικού σχηματισμού, εκτός και το επιτρέψει ο Άρειος Πάγος», όπως επιβεβαιώνει ο Κώστας Σκαρμέας. Το «νόστιμο» είναι ότι την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση, που προβλέπει και περιπτώσεις διαπιστωμένων «αχυρανθρώπων», πέρασε, όταν ακόμα ήταν υπουργός Επικρατείας, ο άλλοτε ομοϊδεάτης του, Μάκης Βορίδης, με στόχο μια τέτοια κίνηση να μην «κόψει» ψήφους από το κυβερνών κόμμα. Αν πάντως το επιχειρήσει εκ νέου, είναι πολύ πιθανό να το κάνει με τον αδελφό του στον ρόλο του «αντ’ αυτού» (ο Αλέξανδρος Κασιδιάρης φέρεται να έχει καταθέσει ήδη διακήρυξη ίδρυσης νέου κόμματος στον Άρειο Πάγο).
Ήδη έχει καλέσει τους οπαδούς του σε συγκέντρωση έξω από τις φυλακές Δομοκού όταν θα συζητείται η αποφυλάκισή του. Δημοσκόπηση που φέρεται να έγινε τον Μάρτιο για λογαριασμό επιχειρηματία και δημοσιεύτηκε στο bankingnews.gr τού έδινε (αν κατέβαινε ως αρχηγός κόμματος) ένα υπολογίσιμο 7%, με το 18% των ερωτηθέντων να είναι νεαρών ηλικιών (και στο χρυσαυγίτικο παρελθόν του εξάλλου ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους νεότερους ιδίως «προσήλυτους»). Γι’ αυτό άλλωστε δέχεται επιθέσεις και από «όμορους» χώρους, όπως ο Βελόπουλος και η Ελληνική Λύση του – είναι βέβαια αναμενόμενο ότι από τέτοιους πολιτικούς σχηματισμούς και από κάποια ακροδεξιά «ορφανά» περί τη ΝΔ θα αντλήσει ψήφους ένα τέτοιο εγχείρημα, όχι από το ΚΚΕ ή την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, π.χ.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι τι μπορεί να καταφέρει πολιτικά ο έγκλειστος πρώην αρχιχρυσαυγίτης. Είναι η διαπίστωση ότι, αργά αλλά σταθερά, έξι χρόνια μετά την πανηγυρική καταδίκη και το οριστικό «ξεδόντιασμα» της ΧΑ, η εγχώρια ακροδεξιά μοιάζει να επανακάμπτει. Μπορεί να είναι πολυδιασπασμένη και δίχως οργανωμένα «τάγματα εφόδου» με συντονισμένη δράση, εντούτοις τα τελευταία χρόνια καταγράφηκαν δεκάδες «τυφλές» επιθέσεις σε μετανάστες, σε εβραϊκά μνημεία, σε πολιτικά στέκια, σε αλληλέγγυες δομές, όπως τον Ιούνιο στο Ανοιχτό Αναγνωστήριο Αλεξανδρούπολης, με πρωταγωνιστές, μάλιστα, ανήλικους (με εντελώς ενήλικους καθοδηγητές), όπως ανήλικα ήταν και τα καλόπαιδα που επιχείρησαν να δημιουργήσουν επεισόδιο στο Pride της Θεσσαλονίκης. Υπάρχει, έπειτα, και η «μέινστριμ» ακροδεξιά, η φαινομενικά πιο μετριοπαθής –κάτι που πάντως δεν ισχύει τόσο για τη ρητορική της– αλλά κατ’ ουσίαν πιο ύπουλη.
Ο λόγος για την ακροδεξιά που ομνύει στον Τραμπ αλλά και στον Πούτιν, που πριμοδοτεί περσόνες σαν τη Λατινοπούλου και τον Σαμαρά, που εκφράζεται από τηλεπερσόνες σαν τον Δούση, που ανησυχεί για τον «αφελληνισμό» της χώρας, τους «λαθροεισβολείς», την υπογεννητικότητα για την οποία φταίνε η «woke ατζέντα» και τα «ΛΟΑΤΚΙ+ πρότυπα» που «μας επιβάλλουν», και η οποία την τελευταία ειδικά διετία έχει την εντονότερη ιντερνετική και σοσιαλμιντιακή παρουσία που θυμάμαι ποτέ στην Ελλάδα: είναι πλέον κοινή διαπίστωση ότι κάθε δημοσίευμα ή ανάρτηση με αναφορές στα παραπάνω «τζιζ» θέματα, όχι μόνο των μεγάλων ΜΜΕ αλλά και αυτά μέσων, συλλογικοτήτων ή προφίλ που ποτέ δεν είχαν τέτοιο κοινό, «βομβαρδίζεται» καθημερινά με πλήθος υβριστικά και ακραία επιθετικά σχόλια από πραγματικά ή ψεύτικα ακροδεξιά προφίλ. Δημιουργείται έτσι ένα κλίμα καταφανώς οργανωμένο και κατευθυνόμενο, το οποίο στοχεύει να κάνει «μεταστάσεις» και στην πραγματική ζωή, εκμεταλλευόμενο τις συγκυρίες. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, έχει εγκαταλείψει κάθε φιλελεύθερη φρασεολογία, αναδιπλώνεται στις «παραδοσιακές» συντηρητικές αξίες και εμπιστεύεται ένα από τα δυσκολότερα πόστα, όπως το υπουργείο Μετανάστευσης, σε στελέχη με καραμπινάτη ακροδεξιά φρασεολογία και ανάλογες πολιτικές πρακτικές, που προέρχονται κιόλας από την ίδια «μήτρα», όπως ο Αθανάσιος Πλεύρης – δηλαδή και τον Κασιδιάρη να βάζανε στη θέση του, λίγοι θα καταλάβαιναν τη διαφορά. Πόσο καλά μπορεί να πάει όλο αυτό;