Οι επενδύσεις στην καινοτομία του φαρμάκου, καθώς και οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές θα καθορίσουν την ικανότητα της Ευρώπης να ανταγωνίζεται, να καινοτομεί και να ηγείται στις επόμενες δεκαετίες στη φαρμακευτική αγορά.
Η Ευρώπη δαπανά περίπου το 1% του ΑΕΠ σε φαρμακευτικά προϊόντα, σε σύγκριση με περίπου 2% στις ΗΠΑ και 1,5% στην Κίνα ενώ συνεχίζει να υποεπενδύει στην πρόληψη και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα της υγειονομικής περίθαλψης. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η Ευρώπη έχει χάσει το 25% του παγκόσμιου μεριδίου των επενδύσεών της σε άλλες περιοχές ενώ οι δαπάνες για Ε&Α μέσα στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 4,4% ετησίως μεταξύ 2010 και 2022, όταν στις ΗΠΑ ήταν 5,5% και στην Κίνα 20,7%.
Με αφορμή το συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων – EFPIA «Η Επιλογή της Ευρώπης: Η αξία της επένδυσης στην καινοτομία» η γενική διευθύντρια της EFPIA Nathalie Moll, μιλώντας στο Euractiv, τόνισε ότι η μακροχρόνια εστίαση της Ευρώπης στη μείωση του κόστους των φαρμάκων την έκανε να χάσει περίπου το 25% των επενδύσεών της στην Έρευνα και Ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια και τώρα, αγωνίζεται να μετατρέψει την επιστημονική αριστεία σε εμπορική επιτυχία. «Χρηματοδοτούμε την έρευνα, αλλά δεν είμαστε καλοί στο να τη μετατρέπουμε σε προϊόντα» όπως είπε.
Σημείωσε επίσης ότι τα επιχειρηματικά κεφάλαια για τη βιοτεχνολογία στην Ευρώπη παραμένουν πολύ κάτω από τα επίπεδα των ΗΠΑ, ενώ ο κατακερματισμός σε 27 αγορές, πολλαπλές γλώσσες και διαφορετικά ρυθμιστικά συστήματα συνεχίζει να εμποδίζει την καινοτομία. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ επωφελούνται από μια ενιαία αγορά, μία γλώσσα και σημαντικά μεγαλύτερες δεξαμενές κεφαλαίου. Και σαν να μη φτάνουν όλα αυτά, παραμένει ανοικτό το θέμα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που υποστηρίζει την ευρεία απαγόρευση των PFAS, κάτι που μπορεί να επιφέρει σημαντικές συνέπειες για την κατασκευή φαρμάκων, με την πιθανότητα να επηρεαστούν 700 περίπου σκευάσματα και ενδεχομένως να χρειαστεί να εισαχθούν.
Έλλειμα 47 δις ευρώ στην ΕΕ χωρίς τη φαρμακοβιομηχανία
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων – EFPIA, ο κλάδος φαρμάκου της Ευρώπης που βασίζεται στην έρευνα και πρέπει να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος των συζητήσεων, διότι χωρίς τη φαρμακευτική βιομηχανία, το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ θα μεταβαλλόταν από πλεόνασμα 147 δις ευρώ σε έλλειμμα 47 δις ευρώ. Όπως λέει η EFPIA, ο τομέας φαρμάκου αποτελεί πρωταρχικό μοχλό ανάπτυξης της βιομηχανικής έρευνας και καινοτομίας στην ΕΕ, επενδύοντας 55 δις ευρώ ετησίως στην ευρωπαϊκή έρευνα και ανάπτυξη και παράγωντας 320 δις ευρώ σε εξαγωγές. Είναι ο μεγαλύτερος τομέας που συμβάλλει στο εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ (30% μεγαλύτερος από όλους τους τομείς μαζί).
Ξεπέρασε τα 220 δις ευρώ το εμπορικό πλεόνασμα στην ΕΕ από τα φαρμακευτικά προϊόντα
Σύμφωνα με τα στοιχεία, για το έτος 2025 η ΕΕ εξήγαγε φαρμακευτικά προϊόντα αξίας 366,2 δις ευρώ, με την Ελλάδα να συνεισφέρει σημαντικά ενώ εισήγαγε προϊόντα 145,7 δις ευρώ, με αποτέλεσμα το εμπορικό πλεόνασμα να ανέλθει στα 220,5 δις ευρώ.
Όπως αναφέρει η Eurostat, συγκριτικά με το 2024, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 16,0% ή +50 δις ευρώ (από 315,7 δις ευρώ) και οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 21,0% ή +25 δις ευρώ (από 120,4 δις ευρώ) αυξάνοντας το εμπορικό πλεόνασμα από 195 δις ευρώ σε 221 δις ευρώ.
Κορυφαίος εξαγωγέας φαρμακευτικών προϊόντων της ΕΕ σε χώρες εκτός ΕΕ ήταν η Ιρλανδία με εξαγωγές αξίας 93,8 δις ευρώ, ακολουθούμενη από τη Γερμανία (67,9 δις ευρώ) και το Βέλγιο (38,5 δις ευρώ). Ενώ, κορυφαίος εισαγωγέας ήταν η Ιταλία (27,5 δις ευρώ) ακολουθούμενη από το Βέλγιο (24,7 δις ευρώ) και τη Γερμανία (24,2 δις ευρώ).
Κύριοι εμπορικοί εταίροι της ΕΕ για φαρμακευτικά προϊόντα το 2025ήταν οι ΗΠΑ και η Ελβετία. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ ήταν ο κύριος προορισμός για τις εξαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων εκτός ΕΕ το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 43,8% όλων των εξαγωγών, αξίας 160,6 δις ευρώ με την Ελβετία να ακολουθεί στη 2η θέση (16,3%, 59,7 δις ευρώ) και αμέσως μετά ακολούθησε το Ηνωμένο Βασίλειο (5,6%, 20,6 δις ευρώ).
Επίσης, το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών στην ΕΕ προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες (41,2%, 60,1 δις ευρώ), την Ελβετία (28,4%, 41,4 δις ευρώ) και την Κίνα (9,0%, 13,1 δις ευρώ).
Σταθερή αύξηση εξαγωγών
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των εισαγωγών και εξαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων στην ΕΕ παρουσίασε έντονες διακυμάνσεις τα τελευταία 10 χρόνια. Με εξαίρεση τις εισαγωγές το 2018 και τις εξαγωγές το 2023, ο ρυθμός αύξησης ήταν θετικός κάθε χρόνο από το 2015.
Όπως διαπιστώνεται από τα δημοσιευμένα στοιχεία με τις εξαγωγές να αυξάνονται περισσότερο από τις εισαγωγές, το εμπορικό πλεόνασμα αυξήθηκε από 69 δις ευρώ που ήταν το 2015, σε ένα ρεκόρ ύψους 221 δις ευρώ το 2025. Μεταξύ 2015 και 2025, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 88% και οι εξαγωγές κατά 151%.
Ο δείκτης μοναδιαίας αξίας για τις εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων στην ΕΕ αυξήθηκε από 104,0 το 2015 σε 121,5 το 2025. Επίσης, οι εξαγωγές σημείωσαν ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, από 91,2 το 2015 σε 130,8 το 2025. Αυτό όπως λένε οι ειδικοί, οφείλεται εν μέρει, στην αύξηση των τιμών.
Ελληνικές εξαγωγές
Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες έχουν αποδεδειγμένη εξαγωγική ικανότητα σε 145 χώρες και ανοδική πορεία ανάπτυξης που την τοποθετεί ψηλά στη λίστα της παγκόσμια κατάταξης εξαγωγών. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία Eurostat για το 2024, οι εξαγωγές ελληνικών φαρμακευτικών προϊόντων φτάνουν τα 3 δις ευρώ περίπου ενώ οι εισαγωγές ξεπερνούν τα 4 δις ευρώ. Ωστόσο, και η μελέτη του ΙΟΒΕ για το ίδιο έτος αναφέρει ότι στην Ελλάδα οι εξαγωγές έφτασαν τα 2,4 δις ευρώ.
Το «γαϊτανάκι» των συγχωνεύσεων και των εξαγορών
Οι συμφωνίες συγχωνεύσεων και εξαγορών στον φαρμακευτικό κλάδο σημείωσαν άνθηση τους πρώτους μήνες του 2026, συγκριτικά με την ίδια περίοδο το 2025, με τις προκαταβολικές αξίες να ξεπερνούν τα 64 δις δολάρια με στόχο την απόκτηση καινοτόμων φαρμάκων καθώς και σκευασμάτων που αναμένεται η λήξη της πατέντας τους.
Οι πρώτες μεγάλες συμφωνίες ανακοινώθηκαν στα τέλη του 2025 με αρχές του 2026 και περιλαμβάνουν την εξαγορά της Orna Therapeutics από την Eli Lilly, την εξαγορά της SomaLogic από την Illumina και σημαντικές επενδύσεις στην παχυσαρκία και τις σπάνιες ασθένειες από εταιρείες όπως η Sanofi και η Pfizer.
Όπως ανέφερε στο Fierce ο Bart Van de Vyer, σύμβουλος συγχωνεύσεων και εξαγορών της McKinsey παρότι καμία από αυτές τις συναλλαγές δεν πλησίασε τα ύψη των ιστορικών μεγάλων δαπανών, όπως η εξαγορά της Shire από την Takeda κατά 64 δισ. δολάρια, η εξαγορά της Allergan από την AbbVie κατά 63 δισ. δολάρια ή η αγορά της Celgene από την Bristol Myers Squibb κατά 74 δισ. δολάρια, η επιτάχυνση των συγχωνεύσεων και εξαγορών τους τελευταίους μήνες του 2025 είναι πιθανό να συμβαδίσει με τον ρυθμό της νέας χρονιάς.
Έπειτα από μια σειρά ευμετάβλητων ετών ως προς τη δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών στον τομέα των βιοφαρμακευτικών προϊόντων, το 2025 έγινε μια σημαντική αναθέρμανση επενδυτικών κινήσεων στον τομέα της βιοτεχνολογίας και συνεχίζεται.
Σύμφωνα με το σύστημα παρακολούθησης συγχωνεύσεων και εξαγορών της BioPharma Dive, σημειώθηκαν 24 συμφωνίες τους πρώτους 4 μήνες του 2026 με προκαταβολικές αξίες να ξεπερνούν τα 64 δις δολάρια, συγκριτικά με την ίδια περίοδο το 2025, που είχαμε 14 συμφωνίες με προκαταβολικές αξίες ύψους 24,5 δις δολαρίων.
Όπως εξηγούν οι ειδικοί, παρόλο που ο κλάδος δεν έχει ακόμη δει καμία mega-συγχωνεύση, ένα μεγάλο μέρος της φετινής αύξησης προήλθε από εξαγορές συνολικής αξίας άνω των 5 δις δολαρίων, συμπεριλαμβανομένης της εξαγοράς της Organon από την Sun Pharma ύψους 11,75 δις δολαρίων, της μεγαλύτερης φαρμακευτικής αγοράς που έγινε ποτέ από φαρμακευτική εταιρεία με έδρα την Ινδία. Το 2025, υπήρξε μόνο μία συμφωνία ύψους 5 δις δολαρίων μέχρι τα τέλη Απριλίου και ήταν η εξαγορά της Intra-Cellular Therapies από την Johnson & Johnson τελικού ύψους 14,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Συμφωνία – ορόσημο είναι και αυτή της Angelini Pharma S.p.A. που εξαγόρασε την βιοφαρμακευτική Catalyst Pharmaceuticals, Inc., εισερχόμενη έτσι στην αγορά των ΗΠΑ και εδραιώνοντας τη θέση της στον τομέα της υγείας του εγκεφάλου και των σπάνιων παθήσεων.
Ηγέτης των συναλλαγών συγχωνεύσεων και εξαγορών βιοφαρμακευτικών εταιρειών το 2025 ήταν η Johnson & Johnson με 14,6 δισ. δολαρίων για την απόκτηση από την Intra-Cellular Therapies, του Caplyta, ενός φαρμάκου για τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή. Όμως, πολλές ακόμα συμφωνίες έφτασαν σε επίπεδα άνω των 10 δισ. δολ., συμπεριλαμβανομένης της Novartis για την απόκτηση της Avidity Biosciences, εταιρεία εξειδικευμένη στη νευροεπιστήμη και της συμφωνίας της Merck & Co. για την Verona Pharma και το μελλοντικό της blockbuster φάρμακο στη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ). Ενώ μια πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση ήταν αυτής της Pfizer να εξαγοράσει την Metsera, εταιρεία βιοτεχνολογίας για την παχυσαρκία. Επίσης, η Novo Nordisk, κατατάχθηκε στον πίνακα με την εξαγορά ύψους 5,2 δις δολαρίων της Akero Therapeutics για στεατοηπατίτιδα που σχετίζεται με τη μεταβολική δυσλειτουργία (MASH).
Σημαντικές όμως ήταν και η στρατηγική συνεργασία της Boehringer Ingelheim με τη Rectify Pharmaceuticals για την ανάπτυξη πρωτοποριακών θεραπειών για τη Χρόνια Νεφρική Νόσο (CKD) καθώς και συνεργασία της GENESIS Pharma με την Otsuka Pharmaceutical Europe Ltd. για την εμπορική διάθεση του donidalorsen για το κληρονομικό αγγειοοίδημα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Σε δήλωσή του στο Fierce στα τέλη του 2025 ο Pierre Jacquet, αντιπρόεδρος της παγκόσμιας πρακτικής υγειονομικής περίθαλψης της L.E.K. Consulting με έδρα τη Βοστώνη επεσήμανε ότι με 300 δισ. δολάρια σε έσοδα από φάρμακα που αναμένεται να χάσουν την πατέντα τους έως το 2030 και τις φαρμακευτικές εταιρείες να κατέχουν έως και 1,2 τρισ. δολάρια σε δυναμικότητα εξαγορών, η πίεση για την ανοικοδόμηση των εξαγορών εντείνεται και το 2026 είναι πιθανό να δούμε μια σημαντική επιτάχυνση στις συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων 20+ εξαγορών άνω του 1 δις δολαρίων.
Ωστόσο, οι ειδικοί δεν προβλέπουν άλλες συμφωνίες-μαμούθ όπως αυτές της Shire, της Allergan ή της Celgene στο άμεσο μέλλον, καθώς οι φαρμακοβιομηχανίες αναζητούν ολοένα και περισσότερο επιλεκτικές και στρατηγικές εξαγορές, ειδικά σε τομείς όπως οι σπάνιες ασθένειες, τα βιολογικά φάρμακα επόμενης γενιάς και ο καρκίνος.
Χρονιά εξαγορών το 2026
Η τάση των εξαγορών επιβεβαιώνει τις προβλέψεις των αναλυτών ότι το 2026 μπορεί να μην γίνουν συμφωνίες «μαμούθ» ωστόσο, θα είναι ισχυρή χρονιά διότι αρκετές φαρμακευτικές δεν έχουν την πολυτέλεια να περιμένουν περισσότερο για να ενισχύσουν τα χαρτοφυλάκια τους καθώς αναμένεται να λήξουν πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία θα μειώσουν περίπου 300 δις δολάρια από τον κλάδο έως το 2030.
Οι μεγάλες αγορές φέτος περιελάμβαναν την εξαγορά του συνεργάτη Arcellx από την Gilead Science, η οποία της έδωσε τον πλήρη έλεγχο της ερευνητικής θεραπείας CAR-T κυττάρων για το πολλαπλό μυέλωμα, επίσης, τη συμφωνία της Eli Lilly με την Centessa Pharmaceuticals, η οποία επικεντρώνεται στο ΚΝΣ, την αγορά της Apellis Pharmaceuticals, η οποία επικεντρώνεται στο ανοσοποιητικό από την Biogen και την εξαγορά της Terns Pharmaceuticals από την Merck & Co., συμπεριλαμβανομένου του ερευνητικού φαρμάκου της για τη χρόνια μυελογενή λευχαιμία με χρωμοσωμικά θετικά αποτελέσματα.
Οι στόχοι εξαγορών μέχρι στιγμής φέτος ακολουθούν επίσης γνωστά μοτίβα. Η ογκολογία παραμένει ένας δημοφιλής τομέας το 2026 και ηγείται στην αξία των αρχικών συμφωνιών, ακολουθούμενη από τις ανοσολογικές ασθένειες, το ΚΝΣ, τις σπάνιες ασθένειες και τις συμφωνίες που στοχεύουν σε πολλαπλούς θεραπευτικούς τομείς.
Το ενδιαφέρον για εταιρείες που παράγουν φάρμακα για το ανοσοποιητικό σύστημα έδειξε αξιοσημείωτη αύξηση που συμπίπτει με τις πρόσφατες τάσεις στις επενδύσεις και τις κλινικές δοκιμές. Μια έκθεση της Citeline έδειξε ότι οι δοκιμές για αυτοάνοσα φάρμακα αυξήθηκαν κατά σχεδόν 15% το 2024.
Αύξηση υπήρξε επίσης στις επενδύσεις στην ανοσολογία και τη φλεγμονή, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων με πολυειδικά αντισώματα, τα οποία έχουν δει μια αύξηση στη δημοτικότητά τους λόγω των πολλά υποσχόμενων κλινικών αποτελεσμάτων και του προφίλ ασφαλείας τους.
Μεταξύ των συμφωνιών του τρέχοντος έτους στον χώρο είναι η εξαγορά της Candid Therapeutics από την UCB τον Μάιο, μιας εταιρείας που επικεντρώνεται σε φάρμακα για την επαναφορά του ανοσοποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του κύριου περιουσιακού της στοιχείου, ενός διειδικού αντισώματος σε πρώιμες δοκιμές για πολλαπλές αυτοάνοσες ασθένειες.
Η Ελλάδα στο «παιχνίδι» των εξαγορών
Κινητικότητα είχαμε και στην Ελλάδα την περίοδο 2024-2025 με εγχώριους παίκτες να συνάπτουν συνεργασίες με πολυεθνικές στοχεύοντας στην απόκτηση καινοτόμων φαρμάκων στις θεραπευτικές κατηγορίες που έχει κάνει «στροφή» η αγορά, όπως είναι η ογκολογία, η παχυσαρκία και οι σπάνιες παθήσεις.
Στα τέλη του 2025, η PharmaPath προχώρησε σε αρχική συμφωνία για την εξαγορά της Innovis Pharma, σηματοδοτώντας μια σημαντική αναδιάταξη στην εγχώρια αγορά.
Ενώ και ο όμιλος ΒΙΑΝΕΞ μέσα στο τρέχον έτος ανακοίνωσε τη διεύρυνση συνεργασίας του με τη Johnson & Johnson Innovative Medicine Ελλάδος, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της πρόσβασης των Ελλήνων ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες υψηλής κλινικής αξίας.
Η συνολική αξία των deals στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σημαντικά. Μόνο το 2024 εξαγορές που στοχεύουν στην ενίσχυση της παραγωγής για εξαγωγές, έφτασαν τα 2,8 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά τις αυξημένες συνέργειες το 2025 αποσύρθηκαν οριστικά από την ελληνική αγορά περίπου 230 σκευάσματα, γεγονός που αναδιαμορφώνει το διαθέσιμο χαρτοφυλάκιο στην αγορά. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, η ελληνική φαρμακευτική αγορά κινείται προς μια πιο συγκεντρωτική δομή, με τους πιο ισχυρούς ομίλους να αποκτούν στο άμεσο μέλλον τον έλεγχο μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς και την επέκταση στο εξωτερικό.
Τα γενόσημα θα αλλάξουν τη δυναμική
Εκτός του τομέα καινοτομίας αλλαγές συντελούνται και στον κλάδο των γενοσήμων και των φαρμάκων που δεν καλύπτονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με το 2026 να υπολογίζεται ως μια σημαντική μετασχηματιστική χρονιά.
Όπως αναφέρει ο Γιώργος Σημαιοφορίδης, επικεφαλής Ανάπτυξης Χαρτοφυλακίου & Επιχειρήσεων, το 2025 απεδείχθη ότι η κλίμακα, η εξειδίκευση και η ανθεκτικότητα της προσφοράς είναι οι κινητήριες δυνάμεις που διαμορφώνουν το μέλλον των οικονομικά προσιτών φαρμάκων παγκοσμίως. Μεγάλες κινήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών καθορίζουν όπως λέει, το μέλλον. Για παράδειγμα, η CapVest απέκτησε το πλειοψηφικό μερίδιο της STADA, με στόχο την ανάπτυξής της στα εξειδικευμένα και τα γενόσημα φάρμακα. Η GTCR σύναψε συμφωνία 4,1 δις ευρώ για την εξαγορά της Zentiva από την Advent International — μία από τις μεγαλύτερες συναλλαγές γενόσημων φαρμάκων στην Ευρώπη. Η Sun εξαγόρασε την Checkpoint Therapeutics, ενισχύοντας το αγωγό ογκολογίας και εξειδικευμένων γενόσημων φαρμάκων. Η ινδική Dr. Reddy’s πρόσθεσε την επωνυμία Stugeron από την Johnson & Johnson, ενισχύοντας τη στρατηγική της για επώνυμα γενόσημα σε πολλαπλές αγορές. Η Lupin απέκτησε την Renascience Pharma με στόχο την είσοδό της σε σύνθετα γενόσημα φάρμακα. Η Aurobindo ενίσχυσε το μερίδιό της στην Tergene Biotech ενώ, σημαντική εξαγορά είναι της ADALVO από το EQT Fund καθώς και η μεταφορά μεγάλου ποσοστού της Synthon από τη BC Partners στην Goldman Sachs.
Στο ερώτημα ποιες δυνάμεις θα διαμορφώσουν την παγκόσμια αγορά γενοσήμων στο άμεσο μέλλον ο κ. Σημαιοφορίδης μας εξηγεί ότι η Κίνα έχει βάλει πλέον «ψηλά τον πήχη» στην κατασκευή φαρμάκων με αυστηρότερα πρότυπα επενδύοντας σε ποιοτικές δραστικές ουσίες και τελικές συνθέσεις. Επίσης, η Ινδία παραμένει ο κεντρικός κόμβος για την προσφορά όγκου ενώ παράλληλα αναβαθμίζεται σταθερά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παλιά αντίληψη για τα γενόσημα ως έναν χώρο χαμηλού περιθωρίου κέρδους, αδιαφοροποίητου, εξασθενεί. Γίνονται στρατηγικός πυλώνας της παγκόσμιας υγειονομικής περίθαλψης, εξισορροπώντας την προσιτή τιμή με την καινοτομία στην κατασκευή και την ανάπτυξη.