Η υποδοχή του Μητσοτάκη στην Άγκυρα, υπό τους ήχους του οθωμανικού στρατιωτικού εμβατηρίου «Ceddin Deden», είπε πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορεί να πει οποιοσδήποτε αναλυτής των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Η προσβλητική χειρονομία του Ερντογάν προς τη χώρα μας αποτελεί ακόμη ένα ηχηρό ράπισμα στην εξωτερική πολιτική της υποχώρησης και των ψευδαισθήσεων. Ενώ η κυβέρνηση επιχειρεί να ωθήσει την κοινή γνώμη σε μια κατάσταση συλλογικού εφησυχασμού, μιλώντας για μια δήθεν νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη διαψεύδει το εμβατήριο, το οποίο εξυμνεί τις κατακτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και καλεί σε «συντριβή του εχθρού». Πρόκειται για μια ενορχηστρωμένη, συμβολική κίνηση επίδειξης ισχύος, η οποία αποσκοπεί στην ξεκάθαρη ταπείνωση της ελληνικής πλευράς μέσα στην ίδια την τουρκική πρωτεύουσα. Είναι το ίδιο κομμάτι που επιστρατεύει διαχρονικά η Άγκυρα για να επενδύσει μουσικά τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου και θαλάσσιου χώρου.
Αυτό, λοιπόν, είναι το περίφημο «καλό κλίμα» που με τόση θέρμη διαφήμιζε το Μέγαρο Μαξίμου. Έτσι ακριβώς λειτούργησε στην πράξη η πολυδιαφημισμένη «Διακήρυξη των Αθηνών». Η συμφωνία αυτή μετατράπηκε σε ένα διπλωματικό άλλοθι για την Τουρκία, η οποία συνεχίζει ακάθεκτη την αναθεωρητική της στρατηγική χωρίς να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω σε ό,τι αφορά τις εξωφρενικές και παράνομες αξιώσεις της. Η Ελλάδα, εγκλωβισμένη σε μια πολιτική κατευνασμού, παρακολουθεί αμήχανα τον «σουλτάνο» να κερδίζει πόντους στο διεθνές στερέωμα, αφήνοντας τη χώρα μας στο περιθώριο και εκθέτοντάς τη σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν ασκείται με ευχολόγια ούτε με την ψευδαίσθηση ότι η υποχωρητικότητα θα γεννήσει τον σεβασμό του γείτονα. Η Άγκυρα αποδεικνύει καθημερινά ότι χρησιμοποιεί τον διάλογο μόνο ως προπέτασμα καπνού για να εδραιώσει τις διεκδικήσεις της και τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Η κυβέρνηση οφείλει να αντιληφθεί, έστω και τώρα, ότι η εθνική αξιοπρέπεια δεν μπορεί να γίνεται θυσία στον βωμό της… επικοινωνιακής σταθερότητας. Όσο συνεχίζουμε να ανεχόμαστε τέτοιες μεθοδευμένες προκλήσεις, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να νομιμοποιούμε την τουρκική επιθετικότητα και να μικραίνουμε το κύρος του κράτους, του έθνους και του ίδιου του λαού μας.