Ένας αλλιώτικος Παρθενώνας μας καλεί στη Βόρεια Ελλάδα, στην ήσυχη πλευρά της Χαλκιδικής, για να μας συστήσει έναν παραδοσιακό οικισμό που μοιάζει να ζει στον δικό του χρόνο.
Η φύση της Σιθωνίας είναι σίγουρα ένας από τους λόγους που μπορεί να οδήγησε στη δημιουργία του «Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει» και πέρα από τις δημοφιλείς παραλίες και τα τουριστικά σημεία της, υπάρχει ένα μέρος που μοιάζει σαν να συγκεντρώνει όλο το φυσικό στοιχείο της περιοχής σε ένα μικρό χωριό.
Σε υψόμετρο 320 μέτρων, λοιπόν, χτισμένο στις πλαγιές του όρους Ίταμος πάνω από τον Νέο Μαρμαρά, ο Παρθενώνας Χαλκιδικής είναι ακριβώς αυτό το μέρος: αφημένο στον δικό του χρόνο, «πνιγμένο» στο πράσινο και απόλυτα ήσυχο, με τους λιγοστούς κατοίκους του, που κυμαίνονται από 6 έως 20, να το κρατούν στη ζωή, ώστε να το απολαμβάνουν οι επισκέπτες της περιοχής.
Πρόκειται για έναν διατηρητέο οικισμό με έντονη ιστορική ταυτότητα και αρχιτεκτονική που έχει διασωθεί σχεδόν ανέπαφη, προσφέροντας μια σπάνια εικόνα του παλιού μακεδονίτικου τρόπου δόμησης μέσα στο φυσικό τοπίο. Το χωριό ξεχωρίζει για τα πέτρινα σπίτια του, τα λιθόστρωτα σοκάκια και τη συνολική αίσθηση αυθεντικότητας που διατηρεί, παρά τις δεκαετίες εγκατάλειψης που πέρασε από τα μέσα του 20ού αιώνα. Η σταδιακή του αναβίωση δεν αλλοίωσε τον χαρακτήρα του, αλλά αντίθετα ανέδειξε ακόμη περισσότερο τη φυσιογνωμία του ως προστατευμένος παραδοσιακός οικισμός.
Ιστορικά, η ύπαρξη του Παρθενώνα καταγράφεται ήδη από τον 10ο αιώνα, ενώ η σημερινή μορφή του οικισμού ανάγεται στα τέλη του 17ου αιώνα. Στο πέρασμα των αιώνων συνδέθηκε με τη βυζαντινή παρουσία στην περιοχή, αλλά και με την οθωμανική περίοδο, διατηρώντας ωστόσο μια συνεχή κατοίκηση μέχρι τον 20ό αιώνα, όταν οι περισσότεροι κάτοικοι μετοίκησαν προς τον Νέο Μαρμαρά. Κατά την οθωμανική περίοδο, η περιοχή ανήκε διοικητικά στο ναχιγέ του Παζαργκιάχ και φορολογικά στο χάσι του Λόγγου, ενώ στον αγώνα του 1821, κάτοικοι του Παρθενώνα συμμετείχαν ενεργά, με αναφορές σε αγωνιστές όπως ο Βασίλειος Ιωάννου και ο Ιωάννης Αργύρης.
Σημαντικό μνημείο του οικισμού αποτελεί η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου, η οποία χτίστηκε το 1837 και είναι επισκέψιμη μέχρι σήμερα, προσθέτοντας ένα ακόμη ιστορικό σημείο αναφοράς στο χωριό. Σήμερα, το χωριό λειτουργεί περισσότερο ως πολιτιστικός και τουριστικός προορισμός, με μικρό μόνιμο πληθυσμό, και φιλοξενεί δράσεις όπως το Λαογραφικό Μουσείο στο παλιό σχολείο και το Parthenώn Film Festival που πραγματοποιείται στην πέτρινη πλατεία του.
Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία του Παρθενώνα, ωστόσο, είναι η πανοραμική του θέα προς τον Τορωναίο κόλπο και το νησάκι Κέλυφος. Από το χωριό, το τοπίο ανοίγει μπροστά σας χωρίς εμπόδια, κι έτσι μπορείτε να απολαύσετε τον… άσο στο μανίκι του, ένα από τα ωραιότερα ηλιβασιλέματα. Ο ήλιος βυθίζεται στον ορίζοντα, ο ουρανός πάνω από τον Τορωναίο βάφεται σε αποχρώσεις χρυσού, πορτοκαλί, ροζ και βαθύ κόκκινου, κι εκεί σας περιμένει ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά σκηνικά της Χαλκιδικής. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι περιοχή είναι αγαπημένη φυσιοδιφών και φωτογράφων που αναζητούν μια εμπειρία πιο ήσυχη αλλά και έντονα οπτική.
Αν βρεθείτε ποτέ στο δεύτερο πόδι της Χαλκιδικής, ο Παρθενώνας είναι σίγουρα από τις στάσεις που πρέπει να κάνετε, για να γειωθείτε και να να δείτε τον τόπο αλλιώς –πιο ήσυχα, πιο αργά και πιο καθαρά.