Ύψιστη πολυτέλεια για τους πολίτες η αποταμίευση, αφού η συνεχιζόμενη ακρίβεια κατατρώει τους μισθούς. Αποκαλυπτικά τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Ξεχασμένη λέξη αποτελεί εδώ και χρόνια η αποταμίευση στη χώρα μας, καθώς η ακρίβεια δεν εξαντλείται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος ή στο ενοίκιο που αυξάνεται κάθε χρόνο.
Πίσω από τις ανατιμήσεις της καθημερινότητας κρύβεται ακόμη μια πιο βαθιά πληγή για τα νοικοκυριά: η αδυναμία να βάλουν έστω και λίγα χρήματα στην άκρη. Για μεγάλο μέρος των πολιτών το εισόδημα εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, καθώς οι βασικές δαπάνες απορροφούν σχεδόν το σύνολο των αποδοχών τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν αφήνει χώρο για οικονομικό «μαξιλάρι». Η αποταμίευση, που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας απέναντι σε έκτακτες ανάγκες, στην Ελλάδα μετατρέπεται σε πολυτέλεια.
Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ακαθάριστη ιδιωτική αποταμίευση επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και σε μεγάλη απόσταση από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Με απλά λόγια, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν πολύ μικρότερο περιθώριο να κρατήσουν εισόδημα στην άκρη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Την περίοδο 2012-2016 η ακαθάριστη αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα διαμορφωνόταν στο 10,4% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης ήταν 21,9%. Ακόμη και τότε, στα χρόνια της βαθιάς κρίσης, η Ελλάδα αποταμίευε λιγότερο από το μισό σε σχέση με την ευρωζώνη.
Στην επόμενη περίοδο, 2017-2021, η απόσταση όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά μεγάλωσε. Η ιδιωτική αποταμίευση στην Ελλάδα υποχώρησε στο 8% του ΑΕΠ, ενώ στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 24,2%. Δηλαδή, την ώρα που οι ευρωπαϊκές οικονομίες ενίσχυαν τα αποθέματα του ιδιωτικού τομέα, η Ελλάδα συνέχιζε να κινείται με πολύ μικρότερο περιθώριο ασφαλείας.
Το 2025 η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική. Η ακαθάριστη ιδιωτική αποταμίευση στην Ελλάδα εκτιμάται στο 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 23% στην ευρωζώνη. Η σύγκριση είναι αμείλικτη: ο ελληνικός ιδιωτικός τομέας αποταμιεύει περίπου το ένα τέταρτο σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Για το 2026 προβλέπεται μικρή βελτίωση, καθώς η αποταμίευση στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 6,7% του ΑΕΠ. Ωστόσο, ακόμη και έτσι, η απόσταση από την ευρωζώνη παραμένει χαώδης, καθώς ο ευρωπαϊκός μέσος όρος προβλέπεται στο 22,9% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα βελτιώνεται οριακά, αλλά εξακολουθεί να κινείται σε επίπεδα που αποκαλύπτουν τη βαθιά αδυναμία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να δημιουργήσουν αποθέματα.
Η ακαθάριστη ιδιωτική αποταμίευση (βλέπε πίνακα) δείχνει πόσο εισόδημα μένει στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αφού αφαιρεθεί η κατανάλωση. Όσο υψηλότερη είναι, τόσο μεγαλύτερο είναι το περιθώριο για οικονομική ασφάλεια, επενδύσεις, αποπληρωμή χρεών και αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.
Όταν όμως η αποταμίευση είναι τόσο χαμηλή, το μήνυμα είναι καθαρό: το εισόδημα καταναλώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών. Τα νοικοκυριά δεν αποταμιεύουν, όχι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με το κόστος ζωής και όπου βασικές δαπάνες, όπως τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια, μετακινήσεις και δάνεια, πιέζουν σταθερά την οικογένεια.
Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται την αύξηση των μισθών, τη μείωση της ανεργίας και την ανάπτυξη της οικονομίας, όμως τα στοιχεία της αποταμίευσης δείχνουν την άλλη πλευρά της πραγματικότητας. Αν οι αυξήσεις των εισοδημάτων εξανεμίζονται από την ακρίβεια, τότε δεν μετατρέπονται σε πραγματική οικονομική αντοχή.
Ένα νοικοκυριό μπορεί να έχει ελαφρώς υψηλότερο εισόδημα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά, αν πληρώνει ακριβότερο ενοίκιο, ακριβότερα τρόφιμα, υψηλότερες υπηρεσίες και αυξημένες δόσεις, στο τέλος του μήνα δεν του μένει τίποτα. Αυτή είναι η ουσία του προβλήματος που αποτυπώνει η χαμηλή ιδιωτική αποταμίευση.
Η αποταμίευση λειτουργεί ως καθρέφτης της πραγματικής οικονομικής θέσης των πολιτών. Δεν αρκεί να αυξάνεται το ΑΕΠ ή να εμφανίζονται καλύτεροι δημοσιονομικοί δείκτες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι πολίτες μπορούν να κρατήσουν κάτι από το εισόδημά τους. Και τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ελλάδα η απάντηση παραμένει αρνητική για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Οι επιχειρήσεις
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα νοικοκυριά, καθώς η ακαθάριστη ιδιωτική αποταμίευση περιλαμβάνει και τις επιχειρήσεις. Όταν ο ιδιωτικός τομέας συνολικά αποταμιεύει λίγο, αυτό σημαίνει ότι και οι επιχειρήσεις έχουν μικρότερο περιθώριο εσωτερικής χρηματοδότησης.
Αυτό επηρεάζει την ικανότητά τους να επενδύουν, να ανανεώνουν εξοπλισμό, να αντέχουν περιόδους μειωμένης ζήτησης ή να χρηματοδοτούν την ανάπτυξή τους χωρίς τραπεζικό δανεισμό. Σε μια οικονομία που χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις και υψηλότερη παραγωγικότητα, η χαμηλή αποταμίευση αποτελεί σοβαρό περιορισμό.
Όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να στηριχθούν σε δικά τους αποθέματα, εξαρτώνται περισσότερο από τον δανεισμό, τα προγράμματα επιδότησης ή την πορεία της κατανάλωσης, με αποτέλεσμα να κάνει την πραγματική οικονομία ακόμα πιο ευάλωτη σε αναταράξεις.
Στα… τάρταρα της ευρωζώνης
Η σύγκριση με την ευρωζώνη είναι αποκαλυπτική. Το 2025 η Ελλάδα βρίσκεται στο 5,7% του ΑΕΠ, ενώ η ευρωζώνη στο 23%. Το 2026 η Ελλάδα προβλέπεται στο 6,7%, ενώ η ευρωζώνη στο 22,9%. Δηλαδή, ακόμη και μετά την προβλεπόμενη βελτίωση, η ελληνική αποταμίευση παραμένει περίπου στο ένα τρίτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αυτό δείχνει ότι το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Δεν αφορά μόνο μια δύσκολη χρονιά ούτε μόνο την πρόσφατη πληθωριστική κρίση. Είναι αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου πίεσης στα εισοδήματα, υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης, αυξημένου κόστους διαβίωσης και περιορισμένης παραγωγικής βάσης.
Σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες η αποταμίευση λειτουργεί ως «μαξιλάρι ασφαλείας». Επιτρέπει στα νοικοκυριά να αντιμετωπίζουν κρίσεις, να χρηματοδοτούν σπουδές, υγεία, στέγαση, επενδύσεις ή ακόμη και την κατανάλωση σε δύσκολες περιόδους. Στην Ελλάδα το περιθώριο αυτό είναι πολύ στενότερο.
Ακαθάριστη αποταμίευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων
| Περίοδος | Ελλάδα | Μέσος όρος ευρωζώνης |
| 2012-2016 | 10,4% του ΑΕΠ | 21,9% του ΑΕΠ |
| 2017-2021 | 8% του ΑΕΠ | 24,2% του ΑΕΠ |
| 2025 | 5,7% του ΑΕΠ | 23% του ΑΕΠ |
| 2026 | 6,7% του ΑΕΠ | 22,9% του ΑΕΠ |
Πηγή: Εαρινή έκθεση Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2026