Του Κωνσταντίνου Βαθιώτη*
Προσφάτως εδόθη μια πολύ σημαντική συνέντευξη από τον επιστήμονα πληροφορικής Φεντερίκο Καράσκο στον δημοσιογράφο Γιώργο Σαχίνη (Κρήτη TV). Η συνέντευξη αναρτήθηκε στο ΥouΤube στις 27 Ιουνίου 2026 με τον τίτλο «Ο άνθρωπος στην εποχή των αλγορίθμων, επιλογές ελευθερίας ή ολοκληρωτικής επιτήρησης».
Ο Καράσκο προβαίνει σε μια καίρια επισήμανση: Ο δούλος στην αρχαιότητα έβλεπε τις αλυσίδες του και τις αναγνώριζε· αντιστοίχως ο εργάτης αναγνώριζε τον φεουδάρχη του. Σήμερα, όμως, ο πολίτης φορά τις αόρατες αλυσίδες των συστημάτων πληροφορικής, όντας παγιδευμένος μέσα σε έναν αόρατο λαβύρινθο.
Με αφορμή το σχόλιο του Καράσκο ότι οι σημερινοί πολίτες είναι αλυσοδεμένοι κατά τρόπο μη αναγνωρίσιμο, ο Γ. Σαχίνης παρατήρησε ότι αυτά που περιγράφει ο καλεσμένος του ξεπερνούν κατά πολύ όσα έχουν περιγράψει στα δυστοπικά μυθιστορήματά τους ο Άλντους Χάξλεϊ και ο Τζορτζ Όργουελ (ο πρώτος στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο», ο δεύτερος στο «1984»), τείνουν δε περισσότερο προς το μοντέλο του Χάξλεϊ και λιγότερο προς εκείνο του Όργουελ. Και τούτο, διότι το δέσιμό μας με τις αόρατες αλυσίδες γίνεται αφενός με την ευχαρίστησή μας, αφετέρου με τη θέλησή μας.
Ο Καράσκο, όμως, δεν συντάχθηκε με την άποψη του Σαχίνη, λέγοντας: «Κάποτε πίστευα κι εγώ ότι ίσως ήμασταν κοντά στον Χάξλεϊ, αλλά ξέρετε τι γίνεται, το σύστημα ίσως καμιά φορά δεν μπορεί να ελέγξει τις ζωτικές μας ανάγκες, όπως την πείνα».
ΚΟΚΤΕΪΛ ΑΓΑΠΗΣ
Από την τελευταία πρόταση του Καράσκο θα μπορούσε να συναγάγει κανείς το συμπέρασμα ότι το μοντέλο Όργουελ, δηλ. εκείνου του ολοκληρωτικού καθεστώτος που χρησιμοποιεί ένα κοκτέιλ απάτης και βίας, δεν θα εκλείψει ποτέ, αφού οι άνθρωποι θα έχουν πάντοτε ανάγκη όχι μόνο από θεάματα αλλά και από άρτο (panem et circenses). Επομένως, όταν θα διαμαρτύρονται ή, ακόμη χειρότερα, όταν θα εξεγείρονται για το έλλειμμα του άρτου, η αυταρχική εξουσία θα πρέπει να χρησιμοποιεί τον κατασταλτικό της βούρδουλα.
Έτσι, θα ήταν ίσως ορθότερο να υποστηριχθεί ότι το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης των λαών του 21ου (απατ)αιώνα είναι το «μοντέλο Χάξγουελ», δηλ. ένα κράμα ολοκληρωτισμού, που με το ένα πόδι πατά πάνω στην ανάγκη τέρψης της ψυχής μας (Χάξλεϊ), ενώ με το άλλο πόδι πατά πάνω στην ανάγκη αυταρχικού ελέγχου της επιθυμίας για περισσότερο άρτο (Όργουελ).
ΝΙΛ ΠΟΣΤΜΑΝ
Μια εξαίσια σύγκριση των δύο μοντέλων ολοκληρωτισμού, δηλ. του χαξλεϊκού μοντέλου με έμβλημα το καρότο και του οργουελικού μοντέλου με έμβλημα το μαστίγιο, σκιαγράφησε ο Αμερικανός θεωρητικός των μέσων ενημέρωσης και κριτικός πολιτισμού Νιλ Πόστμαν (Neil Postman) στο βιβλίο του «Διασκέδαση μέχρι θανάτου. Ο δημόσιος λόγος στην εποχή του θεάματος» (μτφ.: Φ. Ρουγκούνη / Α. Τζαμουράνη, εκδ. Παπαζήση, γ΄ έκδ., Αθήνα 2023, σελ. 191 επ.). Κατ’ αυτόν, ο οργουελικός τύπος ολοκληρωτισμού «μετατρέπει τον πολιτισμό σε φυλακή», ενώ ο χαξλεϊκός τύπος ολοκληρωτισμού «μετατρέπει τον πολιτισμό σε παρωδία».
Ειδικότερα, ο οργουελικός μηχανισμός ελέγχου της σκέψης, που «χτίζει φυλακές εξίσου αδιαπέραστες», είτε υπηρετεί δεξιές είτε αριστερές ιδεολογίες, αντιπροσωπεύει τη σκληρή μορφή της εξουσίας, σύμβολο της οποίας είναι η μπότα στο πρόσωπο του πολίτη. Από την άλλη πλευρά, η «πνευματική ερήμωση» που οφείλεται στον χαξλεϊκού τύπου ελεγκτικό μηχανισμό, ο οποίος χρησιμοποιεί την τεχνολογία (!), «είναι πιθανότερο να προέρχεται από έναν εχθρό με χαμογελαστό πρόσωπο παρά από κάποιον του οποίου η έκφραση εμπνέει υποψία και μίσος».
Γι’ αυτό, άλλωστε, «ο κόσμος του Όργουελ αναγνωρίζεται πολύ πιο εύκολα και μπορείς να του αντισταθείς ευκολότερα από αυτόν του Χάξλεϊ. Τα πάντα στο παρελθόν μάς έχουν προετοιμάσει για να μάθουμε και να αντέξουμε τη φυλακή, όταν οι πόρτες αρχίζουν να κλείνουν γύρω μας».
Απεναντίας, «στην προφητεία του Χάξλεϊ, ο Μεγάλος Αδελφός δεν μας βλέπει, με δική του επιλογή. Εμείς τον βλέπουμε, με δική μας. Δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες ή πύλες με υπουργεία Αλήθειας. Όταν ένας πληθυσμός ψυχαγωγείται με ασημαντότητες, όταν η πολιτιστική ζωή επαναπροσδιορίζεται ως συνεχής κύκλος ψυχαγωγίας, όταν μια σοβαρή δημόσια συζήτηση γίνεται ένα είδος νηπιακού λόγου, όταν με άλλα λόγια ένας λαός γίνεται ακροατήριο και οι δημόσιες πράξεις θέαμα επιθεώρησης, τότε ένα έθνος κινδυνεύει. Ο θάνατος του πολιτισμού είναι ένα βέβαιο ενδεχόμενο».
Καθώς το βιβλίο του Πόστμαν κυκλοφόρησε το 1985, χρήζει μεγάλης προσοχής η ακόλουθη παρατήρησή του: «Στην Αμερική, οι προφητείες του Όργουελ δεν έχουν ακόμη πολλή σημασία, αλλά αυτές του Χάξλεϊ έχουν ήδη αρχίσει να πραγματοποιούνται, αφού η Αμερική έχει εμπλακεί στο πιο φιλόδοξο πείραμα του κόσμου, να προσαρμοστεί δηλαδή στην τεχνολογική διασκέδαση που καθιστά δυνατή η ηλεκτρική πρίζα. Πρόκειται για ένα πείραμα που ξεκίνησε σιγά και διστακτικά στα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα και σήμερα, στο δεύτερο μισό του εικοστού, έχει φτάσει σε μια αρρωστημένη ωριμότητα μέσω του καταστρεπτικού ειδυλλίου της Αμερικής με την τηλεόραση. Στην Αμερική όσο πουθενά αλλού στον κόσμο, οι άνθρωποι προχώρησαν τόσο ώστε να φέρουν το τέλος της εποχής του αργοκίνητου έντυπου κόσμου και να κάνουν την τηλεόραση απόλυτο κυρίαρχο όλων των θεσμών τους. Αναγγέλλοντας την Εποχή της Τηλεόρασης, η Αμερική έδωσε στον κόσμο την πιο σαφή εικόνα του χαξλεϊκού μέλλοντος».
ΔΙΑΒΡΩΣΗ
Σαράντα ένα χρόνια μετά την παρατήρηση αυτή, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε το μέγεθος της οφειλόμενης στην τεχνολογία πνευματικής διάβρωσης των λαών (ιδίως του ελληνικού) που ξημεροβραδιάζονται μπροστά σε μια οθόνη και πλέον ετοιμάζονται να παραδώσουν και την τελευταία ικμάδα της δημιουργικής σκέψης τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Δυστυχώς, ο Πόστμαν δεν εισακούσθηκε, όταν προειδοποιούσε ότι (ό.π., σελ. 193/194): «Αυτή την ύστατη ώρα είναι καθαρή ανοησία να μη γνωρίζουμε ότι η τεχνολογία είναι εξοπλισμένη με ένα πρόγραμμα κοινωνικών αλλαγών ή να υποστηρίζουμε ότι η τεχνολογία είναι ουδέτερη ή να υποθέτουμε ότι η τεχνολογία είναι πάντα σύμμαχος του πολιτισμού. Επιπλέον, μέχρι τώρα έχουμε δει πολλά, ώστε να γνωρίζουμε ότι οι τεχνολογικές αλλαγές στον τρόπο επικοινωνίας είναι πολύ περισσότερο ιδεολογικά φορτισμένες από όσο οι αλλαγές στον τρόπο μετακίνησής μας. Αν γνωρίσετε το αλφάβητο σε έναν πολιτισμό, τότε θα αλλάξετε τις μορφωτικές του συνήθειες, τις κοινωνικές του σχέσεις, τις έννοιες που έχει για να ορίσει την κοινότητα, την ιστορία και τη θρησκεία. Αν εισαγάγετε τον έντυπο Τύπο με τα κινητά στοιχεία, θα κάνετε ακριβώς το ίδιο. Αν εισαγάγετε την αστραπιαίας ταχύτητας μετάδοση των εικόνων, θα δημιουργήσετε πολιτισμική επανάσταση. Χωρίς ανάγκη ψηφοφορίας. Χωρίς πολεμικές. Χωρίς αντάρτικη αντίσταση. Εδώ πρόκειται για ιδεολογία, γνήσια τουλάχιστον, για να μην πω καθαρή. Εδώ πρόκειται για ιδεολογία χωρίς λέξεις, που γίνεται ακόμη πιο έντονη με την απουσία τους. Το μόνο που χρειάζεται για να εδραιωθεί είναι ένας πληθυσμός που με κατάνυξη πιστεύει στη νομοτέλεια της προόδου. Κατ’ αυτή την έννοια, όλοι οι Αμερικανοί είμαστε μαρξιστές, αφού δεν πιστεύουμε τίποτα διαφορετικό από το ότι η ιστορία μας οδηγεί προς κάποιον προκαθορισμένο παράδεισο και ότι η τεχνολογία είναι η δύναμη πίσω από αυτή την κίνηση».
Κι ενώ ο Πόστμαν μεταφέρει στο βιβλίο του (ό.π., σελ. 195) την αποφθεγματική ρήση της Έλεν Μπάμπκοκ (μιας απλής γυναίκας που το 1984 συμμετείχε σε ένα πρόγραμμα για το κλείσιμο της τηλεόρασης), σύμφωνα με την οποία «βλέποντας τηλεόραση ο κόσμος θα μάθει ότι πρέπει να σταματήσει να βλέπει τηλεόραση», πολύ δύσκολα ο σύγχρονος κόσμος, χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη, θα μάθει ότι πρέπει να σταματήσει να χρησιμοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ποιος «Αλαντίν» θα τολμούσε να πετάξει το «τζίνι» του;
Το βιβλίο του Πόστμαν κλείνει (σελ. 200) με μια διαπίστωση που αφορούσε τον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του Χάξλεϊ και ισχύει στον ίδιο, αν όχι στον ύψιστο βαθμό, και για τη δική μας εποχή: «Αυτό που βασάνιζε τον λαό στον “Θαυμαστό καινούργιο κόσμο” δεν ήταν το γεγονός ότι γελούσαν αντί να σκέπτονται, αλλά ότι δεν ήξεραν γιατί γελούν και για ποιον λόγο είχαν σταματήσει να σκέπτονται».
Κι αν σταματήσουμε να σκεπτόμαστε, τότε η υπερεθνική ελίτ θα επιβάλει την Παγκόσμια Δικτατορία της οριστικώς και αμετακλήτως, Το τζίνι της Τεχνητής Νοημοσύνης προς στιγμήν μας λύνει τα χέρια, αλλά πλησιάζει η ώρα που θα μας δέσει χειροπόδαρα στην πολυθρόνα του Παγκόσμιου Κυβερνήτη.
*πρ. Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ