Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Το τέλειο ψέμα των 65 δισ. δολαρίων: Ο άνθρωπος που εξαπάτησε τον πλανήτη για δύο δεκαετίες

Στην αίθουσα ενός ομοσπονδιακού δικαστηρίου στο Μανχάταν, επικρατεί απόλυτη σιωπή. Ο δικαστής Ντένι Τσιν κοιτάζει τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί του και εκφωνεί την ποινή: 150 χρόνια κάθειρξη. Το ημερολόγιο γράφει 29 Ιουνίου 2009.

Ο 71χρονος Μπέρναρντ Μέιντοφ δεν αντιδρά. Δεν σκύβει το κεφάλι, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Ακούει ανέκφραστος τη βαρύτερη ουσιαστικά ποινή που έχει επιβληθεί ποτέ στις Ηνωμένες Πολιτείες για οικονομικό έγκλημα.

 

Έξω από το δικαστήριο, δεκάδες άνθρωποι περιμένουν την απόφαση. Δεν είναι μόνο δημοσιογράφοι. Είναι συνταξιούχοι που έχασαν τις οικονομίες μιας ζωής, ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων που καταστράφηκαν, εκπρόσωποι φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που έκλεισαν οριστικά. Για όλους αυτούς, η ποινή δεν μπορεί να επιστρέψει όσα χάθηκαν. Μπορεί μόνο να βάλει μια τελεία στη μεγαλύτερη οικονομική απάτη που γνώρισε ποτέ η Wall Street.

Ο άνθρωπος που όλοι εμπιστεύονταν

Αυτό που έκανε την υπόθεση Μέιντοφ τόσο συγκλονιστική δεν ήταν μόνο το μέγεθός της. Ήταν το πρόσωπο που βρισκόταν πίσω από αυτή.

Ο Μπέρναρντ Μέιντοφ δεν ήταν ένας άγνωστος χρηματιστής ούτε ένας τυχοδιώκτης που εμφανίστηκε ξαφνικά στην αγορά.

Ήταν ένας από τους πιο σεβαστούς ανθρώπους της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής κοινότητας. Είχε διατελέσει πρόεδρος του Nasdaq, θεωρούνταν πρωτοπόρος στις ηλεκτρονικές συναλλαγές και συμμετείχε στα πιο κλειστά κλαμπ της οικονομικής ελίτ της Νέας Υόρκης.

Πελάτες του ήταν δισεκατομμυριούχοι, επιχειρηματίες, ευρωπαϊκές τράπεζες, hedge funds, φιλανθρωπικά ιδρύματα και διάσημοι επενδυτές. Το όνομά του αποτελούσε εγγύηση αξιοπιστίας.

Υπήρχε όμως ένα στοιχείο που τον έκανε να ξεχωρίζει ακόμη περισσότερο: οι αποδόσεις του.

Ενώ οι αγορές ανέβαιναν και κατέρρεαν, τα χαρτοφυλάκια του Μέιντοφ εμφάνιζαν σχεδόν πάντα σταθερά κέρδη. Όχι θεαματικά, αλλά σταθερά. Για χρόνια, αυτό θεωρούνταν απόδειξη επενδυτικής ιδιοφυΐας. Στην πραγματικότητα, ήταν ίσως το μεγαλύτερο προειδοποιητικό σημάδι που κανείς δεν θέλησε να δει.

Το εργοστάσιο της απάτης

Πίσω από τη βιτρίνα του επιτυχημένου διαχειριστή κεφαλαίων λειτουργούσε μια καλοστημένη μηχανή εξαπάτησης.

Ο Μέιντοφ δεν επένδυε τα χρήματα των πελατών του. Πλήρωνε τους παλαιότερους επενδυτές με τα χρήματα των νεότερων, εφαρμόζοντας το κλασικό σχήμα Ponzi σε πρωτοφανή κλίμακα.

Για να συντηρηθεί η ψευδαίσθηση, χρειαζόταν χιλιάδες πλαστά έγγραφα.

Εδώ εμφανίζονται οι περίφημοι «Computer Boys», μια μικρή ομάδα προγραμματιστών και υπαλλήλων που εργαζόταν σε ξεχωριστό όροφο της εταιρείας. Η αποστολή τους δεν ήταν να πραγματοποιούν συναλλαγές, αλλά να τις… εφευρίσκουν.

Τύπωναν ψεύτικες επιβεβαιώσεις αγοραπωλησιών μετοχών, κατασκεύαζαν ανύπαρκτα ιστορικά συναλλαγών και δημιουργούσαν λογαριασμούς που έδειχναν εντυπωσιακές αποδόσεις.

Σύμφωνα με καταθέσεις που αποκαλύφθηκαν αργότερα, δοκίμαζαν ακόμη και την εμφάνιση των εγγράφων στο φως του ήλιου, τα τσαλάκωναν ή χρησιμοποιούσαν διαφορετικές γραμματοσειρές ώστε να μοιάζουν με αυθεντικά έγγραφα προηγούμενων δεκαετιών.

Ήταν ένα πραγματικό εργοστάσιο παραγωγής ψεύτικης πραγματικότητας.

Η κρίση που αποκάλυψε τα πάντα

Για σχεδόν δύο δεκαετίες, το σύστημα λειτουργούσε. Μέχρι που ήρθε το 2008.

Η κατάρρευση της Lehman Brothers και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση προκάλεσαν πανικό στις αγορές. Επενδυτές από όλο τον κόσμο άρχισαν να ζητούν πίσω τα χρήματά τους.

Μέσα σε λίγες ημέρες, οι απαιτήσεις ξεπέρασαν τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτά τα χρήματα… δεν υπήρχαν. Η πυραμίδα είχε καταρρεύσει.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2008, ο Μέιντοφ κάλεσε τους δύο γιους του, Μαρκ και Άντριου, που εργάζονταν στην εταιρεία αλλά δεν συμμετείχαν στην επενδυτική δραστηριότητα. Τους αποκάλυψε ότι «όλα ήταν ένα μεγάλο ψέμα».

Οι δύο γιοι του ειδοποίησαν αμέσως τις ομοσπονδιακές αρχές. Λίγες ώρες αργότερα, πράκτορες του FBI χτυπούσαν την πόρτα του διαμερίσματός του στο Μανχάταν.

Όταν τον ρώτησαν αν όσα είχε πει στους γιους του ήταν αλήθεια, εκείνος απάντησε λιτά: «Ναι.»

Το πραγματικό κόστος

Η απάτη του Μέιντοφ εκτιμάται ότι έφτασε τα 65 δισεκατομμύρια δολάρια σε λογιστική αξία, ενώ οι πραγματικές απώλειες των επενδυτών ανήλθαν σε δεκάδες δισεκατομμύρια.

Πίσω όμως από τα αστρονομικά ποσά υπήρχαν ανθρώπινες ζωές. Συνταξιούχοι έχασαν τις οικονομίες μιας ζωής. Πανεπιστήμια και κοινωφελή ιδρύματα είδαν τα κεφάλαιά τους να εξαφανίζονται. Οικογένειες διαλύθηκαν.

Κάποια θύματα δεν άντεξαν το σοκ και αυτοκτόνησαν. Η τραγωδία άγγιξε ακόμη και την οικογένεια του ίδιου του Μέιντοφ.

Δύο χρόνια μετά τη σύλληψή του, ο μεγαλύτερος γιος του, ο Μαρκ, έβαλε τέλος στη ζωή του στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη, την ημέρα μάλιστα που συμπληρώνονταν δύο χρόνια από τη σύλληψη του πατέρα του.

Ο μικρότερος γιος του, Άντριου, πέθανε λίγα χρόνια αργότερα από καρκίνο.

Η σύζυγός του, Ρουθ, απομονώθηκε από την κοινωνική ζωή και περιέγραψε αργότερα τα γεγονότα ως μια ατελείωτη προσωπική καταστροφή.

Το τέλος και η κληρονομιά

Ο Μπέρναρντ Μέιντοφ πέθανε στις 14 Απριλίου 2021, σε ηλικία 82 ετών, μέσα στη φυλακή της Βόρειας Καρολίνας.

Δεν επρόκειτο ποτέ να εκτίσει τα 150 χρόνια της ποινής του. Η ποινή είχε κυρίως συμβολικό χαρακτήρα: ήταν το μήνυμα ότι η μεγαλύτερη οικονομική απάτη στην ιστορία της Wall Street δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τίποτα λιγότερο.

Κι όμως, η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Ο διαχειριστής εκκαθάρισης Ίρβινγκ Πικάρντ ξεκίνησε έναν πολυετή δικαστικό αγώνα για τον εντοπισμό και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων. Μέχρι σήμερα έχουν επιστραφεί στα θύματα περισσότερα από 14 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αποζημίωσης στην ιστορία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Δεκαεπτά χρόνια μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του, η υπόθεση Μέιντοφ εξακολουθεί να διδάσκεται σε σχολές οικονομικών και διοίκησης επιχειρήσεων. Όχι μόνο ως η μεγαλύτερη πυραμίδα όλων των εποχών, αλλά ως μια διαχρονική υπενθύμιση ότι στις αγορές το πιο επικίνδυνο προϊόν δεν είναι ποτέ ένα πολύπλοκο χρηματοοικονομικό εργαλείο.

Είναι η πεποίθηση ότι κάποιος είναι τόσο αξιόπιστος, ώστε κανείς να μην αισθανθεί την ανάγκη να τον αμφισβητήσει.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο