Zητείται επειγόντως Ηρακλής Πουαρό. Ναι, καλά διαβάσατε.
Σαν να μην είχαμε ήδη αρκετά προβλήματα του πρώτου κόσμου (βλ. first world problems) στο κεφάλι μας, όπως λόγου χάρη τη σπαζοκεφαλιά για τον επίγονο του Ντάνιελ Κρεγκ στον ρόλο του 007, το BBC ήρθε να προσθέσει ένα ακόμα βάσανο στην πλάτη των ρεκτών της ποπ κουλτούρας.
Η απόφαση του δικτύου να επαναλανσάρει τις περιπέτειες του Ηρακλή Πουαρό, αν και μόλις ανακοινώθηκε, έχει ήδη λάβει διαστάσεις δίκοπου μαχαιριού. Για το ίδιο το BBC, για τον ηθοποιό που θα πάρει το χρίσμα και βέβαια για το κοινό που ταύτισε τον ήρωα της Άγκαθα Κρίστι με τη μορφή του Ντέιβιντ Σουσέ.

Να πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το βρετανικό δίκτυο, έπειτα από έναν ανελέητο πόλεμο προσφορών απέναντι σε ανταγωνιστικά δίκτυα και streaming κολοσσούς, εξασφάλισε τα δικαιώματα για μια ολοκαίνουργια τηλεοπτική μεταφορά του Ηρακλή Πουαρό που θα ξετυλιχτεί σε τρεις καταρχάς σεζόν.
Νέος, ωραίος και σέξι Πουαρό
Τα γυρίσματα έχουν προγραμματιστεί να ξεκινήσουν μέσα στο καλοκαίρι του 2026, με φυσικό σκηνικό το Λίβερπουλ και πόλεις της βορειοδυτικής Αγγλίας, ενώ η πρεμιέρα της πρώτης σεζόν προγραμματίζεται για το δεύτερο ήμισυ του 2027.
Τη διασκευή έχει αναλάβει ο Μπέντζι Γουόλτερς, ενώ την παραγωγή «τρέχει» η εταιρία Mammoth Screen, ο ιδρυτής της οποίας Ντέιμιεν Τίμερ, είχε διατελέσει executive producer σε πολλά από τα κλασικά επεισόδια του Πουαρό της δεκαετίας του ’90 στο ITV.

Ωστόσο, οι διαρροές στον βρετανικό Τύπο αποκαλύπτουν μια πρόθεση που σε πολλούς ακούγεται ως ιεροσυλία. Το BBC φέρεται να θέλει να αποφύγει την εικόνα του «μεγαλύτερου σε ηλικία κυρίου» για το ρόλο του Πουαρό.
Αναζητά μια πιο «κομψή και σέξι» εκδοχή του Βέλγου ντετέκτιβ. Έναν Πουαρό που θα ταιριάζει στα πρότυπα του 21ου αιώνα, παρότι η δράση θα παραμείνει τοποθετημένη στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Όμως, για να λέμε τα πράγματα ως έχουν, το εγχείρημα, μολονότι ενδιαφέρον και σίγουρα φιλόδοξο, μοιάζει από τη γέννησή του καταδικασμένο. Ο λόγος απλός και προφανής. Και ήδη γνωστός στον Κένεθ Μπράνα που προσπάθησε να ανασυστήσει στη μεγάλη οθόνη το χαρακτήρα του Πουαρό.
Υπάρχει Ηρακλής Πουαρό μετά τον Ντέιβιντ Σουσέ;
Η νέα παραγωγή του BBC έχει να αναμετρηθεί με ένα τηλεοπτικό θηρίο, με τον άνθρωπο που δεν υποδύθηκε απλώς τον Ηρακλή Πουαρό, αλλά κατάφερε με την ερμηνεία του που διέτρεξε 24 ημερολογιακά χρόνια να γίνει ο Ηρακλής Πουαρό. Ο αυθεντικός, ο ορθόδοξος, αυτός που ακόμα και η κόρη της Άγκαθα Κρίστι συμφώνησε πως ήταν εικόνα και ομοίωση του ήρωα που έπλασε η μητέρα της.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 ο Ντέιβιντ Σουσέ ήταν ήδη ένας σημαντικός και καταξιωμένος σαιξπηρικός ηθοποιός με θητεία στο Royal Shakespeare Company. Όταν ο παραγωγός Μπράιαν Ίστμαν του πρότεινε τον ρόλο για τη σειρά του ITV, η πρώτη αντίδραση στο περιβάλλον του ισορρόπησε μεταξύ απαξίας και αποτροπιασμού.
Ο αδελφός του ηθοποιού, ο πασίγνωστος Βρετανός παρουσιαστής ειδήσεων Τζον Σουσέ, τον πήρε τηλέφωνο και σχεδόν τον ικέτευσε να απορρίψει την πρόταση. Για την ιντελιγκέντσια της εποχής, ο Πουαρό ήταν μια ρηχή καρικατούρα, ένας επιφανειακός ανθρωπάκος που το μόνο που θα είχε να προσφέρει ήταν μια ρετσινιά στη στιβαρή θεατρική καριέρα του αδελφού του. Ο Σουσέ – ευτυχώς – κώφευσε στις αντιρρήσεις των άλλων.

Οι επιφυλάξεις ήταν εύλογες. Μέχρι τότε η εικόνα του Πουαρό είχε όντως κακοπάθει. Οι κινηματογραφικές ενσαρκώσεις του από τον Άλμπερτ Φίνεϊ και, κυρίως, τον Πίτερ Ουστίνοφ, είχαν παραδώσει έναν ντετέκτιβ φλύαρο, κωμικό, σχεδόν παλιάτσο. Μάλιστα, η ίδια η οικογένεια της Άγκαθα Κρίστι ήταν έξω φρενών με αυτές τις προσεγγίσεις.
Η κόρη της Άγκαθα Κρίστι, Ρόζαλιντ Χικς, η οποία κρατούσε τα κλειδιά των πνευματικών δικαιωμάτων με σιδερένια πυγμή, ήταν έτοιμη να μπλοκάρει τη σειρά. Μόλις όμως κάθισε απέναντι στον Σουσέ, είδε κάτι διαφορετικό. Είδε έναν ηθοποιό που δε σκόπευε να κοροϊδέψει τον ήρωα, αλλά να τον προστατεύσει.

«Νομίζω ότι θα τα πάμε μια χαρά», φέρεται να είπε η Χικς έπειτα από εκείνη την πρώτη συνάντησή τους. Ήταν η προφορική ευλογία που άνοιξε τον δρόμο για τη μεγαλύτερη τηλεοπτική μεταμόρφωση της βρετανικής ιστορίας.
Πώς γεννήθηκε ο τηλεοπτικός Πουαρό: Ο φάκελος των 93 Σημείων και ένα κέρμα
Ο Σουσέ δεν αντιμετώπισε τον ρόλο ως μια προσοδοφόρα τηλεοπτική «αρπαχτή». Τον προσέγγισε με τη σοβαρότητα και τη συστηματικότητα μελέτης.
Πριν καν πατήσει το πόδι του στο πλατό, κλείστηκε στο γραφείο του, διάβασε επί μήνες όλα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα και δημιούργησε έναν προσωπικό «φάκελο» με 93 αυστηρά σημεία. Ήταν ένα ευαγγέλιο λεπτομερειών από το οποίο δεν απέκλινε ούτε χιλιοστό μέσα σε δυόμισι δεκαετίες.

Κι ύστερα ξεκίνησε η εξωτερική μεταμόρφωσή του. Ο Σουσέ, ο οποίος δε διέθετε το δέμας του ντετέκτιβ που είχε πλάσει η Κρίστι, αναγκαζόταν να φοράει ειδικά σχεδιασμένα μαξιλαράκια κάτω από τα εξαιρετικής ραφής κοστούμια του, ακόμα και σε περιόδους καύσωνα.
Αλλά το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν η ανατομία του κεφαλιού του. Η Κρίστι περιέγραφε το κεφάλι του Πουαρό σαν αυγό. Για να το πετύχει αυτό, ο ηθοποιός ζήτησε τα κολάρα των πουκάμισων του να ράβονται επίτηδες πολύ πιο στενά από το κανονικό νούμερό του. Ο λαιμός του πιεζόταν, το δέρμα φούσκωνε, και το κεφάλι του έπαιρνε ακριβώς εκείνη την οβάλ, ελαφρώς πρησμένη όψη της λογοτεχνικής περιγραφής.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο εστίασε τη μελέτη του ο Σουσέ ήταν το περπάτημα. Το περιβόητο «mincing gait». Ένα περπάτημα που έπρεπε να είναι γρήγορο, κοφτό, γεμάτο ακρίβεια, ώστε να μην λερώνονται τα πάντα γυαλισμένα παπούτσια του, αλλά ταυτόχρονα να μη μοιάζει γελοίο στην κάμερα.

Πώς το κατάφερε; Κάνοντας πρόβες στο σαλόνι του σπιτιού του, έχοντας μονίμως ένα κέρμα σφηνωμένο ανάμεσα στους γλουτούς του. Αν το κέρμα έπεφτε, το περπάτημα ήταν λάθος.
Ακόμα και η φωνή του αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας. Γνωρίζοντας τη δυσθυμία του Πουαρό κάθε φορά που τον μπέρδευαν για Γάλλο («Είμαι Βέλγος!» ήταν η μόνιμη, οργισμένη διόρθωσή του), ο Σουσέ αρνήθηκε να υιοθετήσει τη στερεοτυπική γαλλική προφορά.
Αντιθέτως, άκουγε μανιωδώς ηχογραφήσεις από βελγικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και μελέτησε τον τρόπο με τον οποίο οι γαλλόφωνοι που γνωρίζουν άψογα αγγλικά «σκοντάφτουν» ανεπαίσθητα σε συγκεκριμένους φθόγγους. Το αποτέλεσμα ήταν μια τονικότητα μεταξένια, σχεδόν υπνωτιστική.
Οι περιπέτειες του Ηρακλή Πουαρό στη μικρή οθόνη
Το «Agatha Christie’s Poirot» δεν ήταν μια ακόμα αστυνομική σειρά. Έγινε ένα αισθητικό μανιφέστο που υπενθύμιζε στο κοινό τι σημαίνει πραγματικό στυλ. Η συμμετρία ανήχθη σε θρησκεία.

Ο Σουσέ, βυθισμένος στον ρόλο, έφτανε στα όρια της παράνοιας στο πλατό. Απαιτούσε το περίφημο κερωμένο μουστάκι του να ελέγχεται με χάρακα πριν από κάθε λήψη.
Αν ανάμεσα στις λήψεις κάποιος βοηθός άφηνε ένα αντικείμενο ελαφρώς στραβά πάνω στο τραπέζι, ο Σουσέ ένιωθε πραγματική, σωματική δυσφορία. Αν του σέρβιραν τσάι (το οποίο ο Πουαρό απεχθανόταν) αντί για τον αγαπημένο του καφέ ή το αφέψημα βοτάνων (βλ. tisane), ο ηθοποιός δεν έκανε απλώς παρατήρηση. Αντιδρούσε με την ίδια μανιέρα της υπεροπτικής αηδίας που θα είχε ο ήρωάς του.

Παρέμενε στη στολή εργασίας του χαρακτήρα της Κρίστι είτε οι κάμερες έγραφαν, είτε έσβηναν.
Επιτομή αυτής της αισθητικής ακρίβειας ήταν το διαμέρισμα του Πουαρό στο Whitehaven Mansions. Η παραγωγή δεν το επέλεξε τυχαία.
Το πραγματικό κτίριο που χρησιμοποιήθηκε για τα εξωτερικά γυρίσματα ήταν το Florin Court, ένα αριστούργημα της Art Deco αρχιτεκτονικής στην περιοχή Clerkenwell του Λονδίνου. Οι καμπύλες γραμμές του και η γεωμετρία της πρόσοψής του ήταν ο τέλειος καθρέφτης του μυαλού του Βέλγου ντετέκτιβ.

Χάρη στη σειρά το κτίριο έγινε παγκόσμιο τοπόσημο, ένας τόπος προσκυνήματος για όσους αντιλαμβάνονται την αρχιτεκτονική της δεκαετίας του ’30 ως το απόγειο της αστικής κομψότητας.
Η «ενηλικίωση» του πιο διάσημου ντετέκτιβ
Όπως κάθε έργο τέχνης που εκτυλίσσεται μέσα στις δεκαετίες, η σειρά δεν έμεινε στάσιμη. Χωρίστηκε ουσιαστικά σε δύο μεγάλες, διακριτές περιόδους, αντανακλώντας και την εξέλιξη της ίδιας της παγκόσμιας τηλεόρασης.
Στην πρώτη εποχή (1989 – 2001) τα 50λεπτα επεισόδια είχαν τον αέρα μιας νοσταλγικής, κοσμοπολίτικης βόλτας.

Υπήρχε φως, χιούμορ και μια σχεδόν πατρική θαλπωρή, χτισμένη πάνω στη χημεία του Πουαρό με τους μόνιμους συνεργάτες του: τον πιστό και ελαφρώς αφελή Κάπτεν Χέιστινγκς, τον προσγειωμένο και συνήθως τσαντισμένο Επιθεωρητή Τζαπ και την καπάτσα και αποτελεσματική γραμματέα, Μις Λέμον.
Όμως, από το 2003 μέχρι το 2013, η σειρά μεταμορφώθηκε. Η παραγωγή πέρασε στην Granada Television, τα επεισόδια έγιναν εξ ολοκλήρου δίωρες, σκοτεινές τηλεταινίες επιπέδου σινεμά και ο τόνος βάρυνε.

Οι παλιοί φίλοι εξαφανίστηκαν. Ο Πουαρό έμεινε μόνος του, ταξιδεύοντας συχνά στα ερείπια μιας Ευρώπης που σπαρασσόταν από τον φασισμό (καθώς οι ιστορίες προχωρούσαν προς τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) ή αντιμετωπίζοντας κλειστοφοβικά οικογενειακά δράματα στην αγγλική επαρχία.
Σε αυτή τη δεκαετία, ο Σουσέ έδωσε κατά το κοινώς λεγόμενο τα ερμηνευτικά ρέστα του, αναδεικνύοντας τον βαθύ, σχεδόν βασανιστικό Καθολικισμό του Πουαρό.

Ο χαρακτήρας σταμάτησε να είναι απλώς ένας ευφυής λύτης γρίφων. Έγινε ένας άνθρωπος που παλεύει με το χάος του κόσμου, ένας εξόριστος που προσπαθεί να επιβάλει την τάξη – νομική αλλά και ηθική – σε μια κοινωνία με περίσσεια τεράτων.
Η τελευταία υπόκλιση του Πουαρό
Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντέιβιντ Σουσέ —ένας άθλος που μοιάζει απίθανο να επαναληφθεί, πόσο μάλλον να ξεπεραστεί, ποτέ από άλλον ηθοποιό— είναι ότι ακολούθησε το όραμά του μέχρι το τέλος.
Όταν γυρίστηκε το τελευταίο επεισόδιο, η σειρά είχε καταφέρει το απίθανο: να οπτικοποιήσει κάθε ιστορία, κάθε μυθιστόρημα και κάθε διήγημα (συνολικά 70 επεισόδια) που έγραψε ποτέ η Άγκαθα Κρίστι με πρωταγωνιστή τον Ηρακλή Πουαρό.

Το φινάλε γράφτηκε το 2013 με την «Αυλαία» («Curtain: Poirot’s Last Case»). Ήταν μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της παραγωγής.
Ο Σουσέ υποβλήθηκε σε αυστηρή δίαιτα, χάνοντας πολλά κιλά. Το άλλοτε ολοστρόγγυλο, περήφανο σώμα του Πουαρό ήταν πλέον ρημαγμένο από την αρθρίτιδα.
Ο κάποτε αεικίνητος ήρωας βρισκόταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, με το πρόσωπό του σκαμμένο και τα μάτια του να καίνε ακόμα από την ένταση των «μικρών γκρίζων κυττάρων», έτοιμος να αντιμετωπίσει την τελική του, πιο σκοτεινή υπόθεση.
Η συναισθηματική φόρτιση στο πλατό ήταν ανυπόφορη. Ο Σουσέ παρακάλεσε τον σκηνοθέτη να προγραμματίσει τα γυρίσματα έτσι, ώστε η σκηνή του θανάτου του Πουαρό να γυριστεί κυριολεκτικά τελευταία.
Ήθελε αυτός να είναι ο προσωπικός του, οριστικός αποχαιρετισμός στον άνθρωπο που κατοικούσε μέσα του για ένα τέταρτο του αιώνα. Όταν η λήψη τελείωσε, ο Σουσέ έχει παραδεχτεί πως έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Δεν είχε τελειώσει απλώς μια σειρά. Είχε χάσει τον καλύτερό του φίλο.

Επιστρέφοντας στο εδώ και το τώρα και στα φιλόδοξα σχέδια του BBC για το 2026, η ετυμηγορία μοιάζει προδιαγεγραμμένη.
Το βρετανικό δίκτυο μπορεί να βρει τον πιο όμορφο, τον πιο γοητευτικό, τον πιο «σέξι» ηθοποιό της γενιάς του για να του φορέσει το κερωμένο μουστάκι του Πουαρό. Μπορεί να επενδύσει εκατομμύρια σε σκηνικά στο Λίβερπουλ και σε εντυπωσιακές καμπάνιες μάρκετινγκ. Όμως, η συλλογική μνήμη του κοινού δεν μπορεί να μετατοπιστεί έτσι εύκολα.
Άλλωστε σε μια εποχή που τα πάντα αλλάζουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ο λαοφιλής, αγαπητός και εμβληματικός Πουαρό του Ντέιβιντ Σουσέ – διαθέσιμος στο ERTFLIX – παραμένει ένας φάρος αναλογικής τελειότητας.