Πριν από περίπου μια δεκαετία ο πόλεμος στη Συρία βοήθησε να σφυρηλατηθεί στη Μέση Ανατολή μια συνεργασία που φάνταζε απίθανη, μεταξύ της Τουρκίας και της Ρωσίας. Σήμερα, αυτή η συνεργασία βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης. Αυτό που αναδύεται στη θέση της είναι εξίσου απρόσμενο: η Τουρκία να δίνει βοήθεια στην Ουκρανία προκειμένου να εδραιώσει τη θέση της σε ένα μέρος του κόσμου όπου προηγουμένως ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν είχε σημαντική επιρροή.
Η συνεργασία του Ρώσου προέδρου, Βλαντιμίρ Πούτιν με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήταν πάντα κάπως αμφίσημη και για ένα διάστημα φαινόταν ότι ο πόλεμος στη Συρία θα μπορούσε να οδηγήσει τους δύο ηγέτες σε μια άμεση αντιπαράθεση. Η Άγκυρα υποστήριζε τους αντάρτες που προσπαθούσαν να ανατρέψουν τον Μπασάρ αλ-Άσαντ, τον βάναυσο δικτάτορα της Συρίας, ενώ η Μόσχα συχνά αναλάμβανε δράση για να τον στηρίξει. Στο τέλος, ωστόσο, οι δύο δυνάμεις άρχισαν να διευκολύνουν η μία την άλλη.
Όταν η Τουρκία ξεκίνησε την εισβολή της στη βόρεια Συρία το 2016, για παράδειγμα, μπόρεσε να το κάνει μόνο επειδή η Ρωσία, η οποία είχε τον έλεγχο του εναέριου χώρου της Συρίας εκείνη την εποχή, το επέτρεψε. Η Τουρκία, με τη σειρά της, αποφάσισε να επιβάλει περιορισμούς στη βοήθειά που διέθετε προς τους αντάρτες. Τέτοιου είδους διακανονισμοί αντανακλούσαν μια ευρύτερη κατανόηση μεταξύ των δύο χωρών: υπήρχε ανοχή και ενίσχυση της παρουσίας και από τις δύο πλευρές, προς όφελος και των δύο.
Για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, το όφελος ήταν η συναίνεση της Τουρκίας κάθε φορά που η Ρωσία διεκδικούσε ισχύ στη Συρία και σε άλλες περιοχές στη Μέση Ανατολή. Όφελος υπήρχε όμως και από τις ρωγμές που δημιούργησε στις δυτικές συμμαχίες η συνεργασία της Μόσχας με την Άγκυρα. Ο Τούρκος πρόεδρος από την πλευρά του επωφελήθηκε από έναν περιφερειακό σύμμαχο σε μια εποχή που οι σχέσεις της Άγκυρας με το ΝΑΤΟ ήταν τεταμένες.
Τα πρώτα χρόνια, ο Ερντογάν ήταν ο μικρότερος εταίρος σε αυτή τη σχέση, αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία άλλαξε σταδιακά την ισορροπία. Απομονωμένος από τη Δύση, ο Πούτιν αναγκάστηκε να βασίζεται ολοένα και περισσότερο στον Τούρκο πρόεδρο ο οποίος από την πλευρά του αρνήθηκε να υιοθετήσει τις δυτικές κυρώσεις. Η Τουρκία έγινε κόμβος για το ρωσικό εμπόριο, τις επενδύσεις και τις ενεργειακές ροές και έτσι η Άγκυρα βρέθηκε να έχει μεγαλύτερη επιρροή.
Το πραγματικό σημείο καμπής στη συνεργασία των δύο ηγετών ήρθε όταν ο Μπασάρ αλ-Άσαντ εκδιώχθηκε από τη Συρία στα τέλη του 2024 και η Ρωσία, εν μέσω του αδιεξόδου στην Ουκρανία, δεν έσπευσε για να τον σώσει. Αντίθετα, η Μόσχα κινήθηκε γρήγορα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει νέους δεσμούς με τον προσωρινό ηγέτη της Συρίας, Άχμεντ αλ-Σαράα, ενώ συνεχίζει μέχρι σήμερα να προμηθεύει τη χώρα με πετρέλαιο. Η Μόσχα βρέθηκε στην άβολη θέση να διαπραγματεύεται με μια κυβέρνηση στελεχωμένη από ανθρώπους που βομβάρδιζε αδιάκοπα για χρόνια. Και η Τουρκία, η οποία είχε στο παρελθόν υποστηρίξει τους αντάρτες, μπόρεσε να αναδειχθεί στην κυρίαρχη θέση.
Για την Τουρκία, αυτή είναι μια μεγάλη στιγμή – μια ευκαιρία να επανατοποθετηθεί ως βασικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα να αναπροσαρμόσει τη σχέση της με τη Ρωσία, βοηθώντας παράλληλα και την Ουκρανία να καλλιεργήσει νέες σχέσεις στη Μέση Ανατολή.
Τον περασμένο Απρίλιο, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι ταξιδεύοντας με ένα τουρκικό κρατικό αεροσκάφος πραγματοποίησε την πρώτη του επίσκεψη στη Συρία για συνομιλίες με τον αλ-Σαράα και τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, όπου συζήτησαν τη στρατιωτική και ενεργειακή συνεργασία. Η Τουρκία συμμετέχει στην ανασυγκρότηση του στρατού της Συρίας προκειμένου να γίνει μια σύγχρονη δύναμη που θα μπορεί να ξεπεράσει δεκαετίες σοβιετικής επιρροής. Για την Ουκρανία, αυτή είναι μια ευκαιρία να συνεισφέρει την εμπειρία της στην παραγωγή αμυντικού υλικού και στον πόλεμο με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, εμπειρία που απέκτησε από χρόνια μαχών με τον ρωσικό στρατό, καλλιεργώντας παράλληλα μια νέα σχέση με μια χώρα που κάποτε βρισκόταν στην τροχιά της Μόσχας.
Η Ουκρανία έχει ήδη αξιοποιήσει τον πόλεμο του Ιράν, καλλιεργώντας στενότερους στρατιωτικούς δεσμούς με τα κράτη του Κόλπου. Όταν το Ιράν επιτέθηκε στις χώρες της περιοχής με καμικάζι drone Shahed-136, τα ίδια μη επανδρωμένα αεροσκάφη που χρησιμοποιεί και η Ρωσία στον πόλεμο με την Ουκρανία, ο Ουκρανός πρόεδρος άμεσα προσπάθησε να αξιοποιήσει την εμπειρία που έχει αποκτήσει η χώρα του, αποστέλλοντας ομάδες αεράμυνας στο Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η Τουρκία, η οποία έχει ισχυρούς στρατιωτικούς δεσμούς με τον Κόλπο, βλέπει τον αυξανόμενο ρόλο της Ουκρανίας ως ένα συμπλήρωμα στις σχέσεις της στην περιοχή που θα της επιτρέψει να επεκτείνει αυτά που ήδη προσφέρει. Για τη Ρωσία, η οποία έχει αφιερώσει χρόνια στην ανάπτυξη στενότερων οικονομικών δεσμών και δεσμών ασφαλείας με τις μοναρχίες του Κόλπου, η μετατόπιση αυτή αποτελεί άλλη μια αρνητική εξέλιξη.
Η Ουκρανία χρειάζεται απεγνωσμένα συμμάχους αλλά και πηγές εσόδων και η είσοδός της στη Μέση Ανατολή θα εδραιώσει τον ρόλο της ως ένας διεθνής παράγοντας για την ενίσχυση της εθνικής άμυνας. Το γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος σήμερα έχει ενεργό ρόλο στο να ανοίγουν πόρτες για την Ουκρανία φέρνει στο προσκήνιο την φθίνουσα ικανότητα του Πούτιν να προβάλλει παγκόσμια ισχύ και δείχνει επίσης πόσο πολύ έχει αλλάξει η σχέση της Άγκυρας με την Μόσχα.
Είναι σαφές ότι η Άγκυρα δεν ισορροπεί πλέον μεταξύ Μόσχας και ΝΑΤΟ και η ισορροπία έχει αρχίσει να μετατοπίζεται εις βάρος του Βλαντιμίρ Πούτιν. Η υποχώρηση της ρωσικής επίδρασης έδωσε στην Τουρκία, μετά από μια δεκαετία η οποία αντανακλούσε μια πραγματική συγκατάβαση έναντι της Μόσχας, την ελευθερία να επιδιώξει τα συμφέροντά της. Από αυτό κερδίζει και η Ουκρανία.
Η Gonul Tol είναι ανώτερη συνεργάτιδα στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής και συγγραφέας του βιβλίου “Erdogan’s War: A Strongman’s Struggle at Home and in Syria”.