Αυξήσεις στους Μητροπολίτες, ελλείψεις στα νοσοκομεία
Του Βασίλη Γιαουρδήμου
Την ώρα που η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά, το στεγαστικό πρόβλημα διογκώνεται και σχεδόν 2,8 εκατομμύρια συμπολίτες μας βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η κυβέρνηση επιλέγει να προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις των αποδοχών του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι κληρικοί δικαιούνται αξιοπρεπείς αποδοχές. Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αυτό. Το ερώτημα είναι ποιες είναι οι προτεραιότητες μιας χώρας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές κοινωνικές ανισότητες και διαχρονικές ελλείψεις σε βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Τα δημόσια νοσοκομεία σε όλη τη χώρα λειτουργούν με κενά σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Οι νησιωτικές περιοχές, ιδιαίτερα κατά τη θερινή περίοδο, δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ειδικότητες. Οι πολίτες αναγκάζονται συχνά να περιμένουν μήνες για ένα ραντεβού ή να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να βρουν λύση στον ιδιωτικό τομέα.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η απόφαση για αυξήσεις που φτάνουν έως και το 100% στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Όχι επειδή η Εκκλησία δεν έχει σημαντικό κοινωνικό έργο. Αλλά επειδή κάθε πολιτική απόφαση αποτελεί ταυτόχρονα και μια δήλωση προτεραιοτήτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παλαιότερες επίσημες καταγραφές του Δημοσίου, οι μισθοδοτούμενοι κληρικοί ήταν περισσότεροι από τους γιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το στοιχείο αυτό, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ερμηνείες του, αναδεικνύει μια διαχρονική ιδιαιτερότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Μια χώρα που γερνά δημογραφικά, που αντιμετωπίζει αυξανόμενες ανάγκες υγείας και που δυσκολεύεται να κρατήσει νέους γιατρούς στο δημόσιο σύστημα, οφείλει να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή πού κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους της.
Πριν από τρία χρόνια είχα γράψει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εξελιχθεί στη «Σαουδική Αραβία της Ευρώπης». Η φράση ήταν προφανώς συμβολική. Αναφερόταν στον κίνδυνο μιας υπερβολικής διαπλοκής πολιτικής εξουσίας και θρησκευτικών θεσμών, σε βαθμό που να επηρεάζει τις προτεραιότητες του κράτους. Σήμερα, η συζήτηση επανέρχεται με αφορμή αυτές τις αυξήσεις.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Έχει ανάγκη από περισσότερους γιατρούς, νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς και κοινωνικούς λειτουργούς. Έχει ανάγκη από πολιτικές που θα μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες και θα ενισχύουν τους πιο αδύναμους. Όταν οι πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιο, το ρεύμα ή τα βασικά αγαθά, κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η συζήτηση λοιπόν δεν αφορά πρόσωπα ούτε στρέφεται κατά της πίστης των πολιτών. Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες της κοινωνίας και ποιο μήνυμα εκπέμπει το κράτος μέσα από τις επιλογές του. Σε μια περίοδο που η δημόσια υγεία, η κοινωνική συνοχή και η αντιμετώπιση της φτώχειας θα έπρεπε να βρίσκονται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας, οι αυξήσεις στην ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν η πιο επείγουσα προτεραιότητα.
Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται μόνο από το ύψος των δαπανών της, αλλά κυρίως από το πού επιλέγει να τις κατευθύνει. Και εκεί βρίσκεται η ουσία της συζήτησης.