Του Τάσου Δασόπουλου
Μπορεί η πρώτη αύξηση επιτοκίων του ευρώ να θεωρείται σχεδόν δεδομένη, κανείς όμως δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένα τα επόμενα βήματα της ΕΚΤ, αφού αυτά θα καθοριστούν από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες.
Οι νέες προβλέψεις για ανάπτυξη και πληθωρισμό που θα έχει στη διάθεσή του το συμβούλιο θα αποκαλύψουν πόσο μεγάλες ήταν οι συνέπειες των υψηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή οικονομία τους τρεις μήνες της κρίσης. Μάλιστα, θα μπορούν να δώσουν και μια προοπτική για τη συνολική ζημιά στην Ευρωζώνη, αν η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί με τους σημερινούς ρυθμούς, τα δύο μέρη, το δίδυμο ΗΠΑ και Ισραήλ και η Τεχεράνη, να αναλώνονται σε παράλληλους μονολόγους, χωρίς κάποια ουσιαστική εξέλιξη.
Ήδη τα περισσότερα μέλη του ΔΣ της Τράπεζας δηλώνουν πεπεισμένα ότι η κατάσταση έχει ξεπεράσει το τελευταίο δυσμενές σενάριο και σιγά σιγά η κατάσταση μεταφέρεται στο χειρότερο δυνατό σενάριο, το οποίο προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 0,4% και ο πληθωρισμός μπορεί να αγγίξει και το 6% μέσα στον χρόνο.
Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο οι φήμες θέλουν την ΕΚΤ να μένει προσηλωμένη στον στόχο του πληθωρισμού, προχωρώντας σε άλλη μια αύξηση επιτοκίων της τάξης και πάλι του 0,25% μέσα στον Σεπτέμβριο, ώστε να συγκρατήσει την αύξηση του πληθωρισμού μέσα στο καλοκαίρι.
Ο Ολλανδός κεντρικός τραπεζίτης κ. Όλαφ Σλειτζπεν, ο οποίος σε δηλώσεις του είχε διαβεβαιώσει για τις προθέσεις της ΕΚΤ να δράσει έγκαιρα για να επαναφέρει τον πληθωρισμό στο 2%, έδειχνε ανήσυχος τις τελευταίες ημέρες για τη διάχυση του πληθωρισμού που ξεκινά από την ενέργεια σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του καλαθιού του πληθωρισμού. Την ίδια ανησυχία εξέφρασε πριν από κάποιες ημέρες και το εκτελεστικό μέλος του ΔΣ, κ. Ιζάμπελ Σνάμπελ, για την αναγκαιότητα αύξησης των επιτοκίων στη συνεδρίαση του Ιουνίου.
Την ίδια θέση είχε και ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης κ. Ιωακείμ Νάγκελ, ο οποίος ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός στην ανάγκη αύξησης των επιτοκίων τον Ιούνιο, εκτιμώντας ότι για να ανασταλεί μια τέτοια κίνηση θα πρέπει να έχουμε και μεγάλη βελτίωση σε ό,τι αφορά την κατάσταση που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, τόσο τα “γεράκια” όσο και τα “περιστέρια” της ΕΚΤ δηλώνουν πεπεισμένα ότι πρέπει “να γίνει κάτι”, ώστε να δοθεί ξεκάθαρο μήνυμα στις αγορές ότι η Τράπεζα, αυτή τη φορά, δεν θα αργήσει να αντιδράσει όπως στην κρίση του 2022.
Τα επόμενα βήματα
Ωστόσο, η ΕΚΤ δεν αναμένεται να ανοίξει τα χαρτιά της για τα επόμενα βήματα την Πέμπτη, καθώς κανείς δεν μπορεί από τώρα να προβλέψει το τέλος της κρίσης ούτε φυσικά και την εξέλιξή της μέχρι να προσεγγίσουμε μια λύση. Για παράδειγμα, μια επιστροφή στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας, κάνοντας τις συνέπειες για την Ευρώπη ακόμη βαρύτερες.
Πάντως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει ως χρονικό όριο εξέλιξης της κρίσης, μέχρι να αναθεωρήσει προς το χειρότερο τα σενάριά της για την ΕΕ, το τέλος του Ιουλίου. Μετά από αυτό το όριο θα αλλάξουν οι προβλέψεις και πλέον τα κράτη αλλά και οι θεσμοί της ΕΕ θα πρέπει να αναθεωρήσουν τη στάση τους απέναντι στην κρίση.
Εκτός από την πρώτη μείωση επιτοκίων, η ΕΚΤ θα πρέπει, εκτός από τον πληθωρισμό, να παρακολουθεί σταθερά άλλα δύο θέματα: την ισοτιμία του ευρώ σε σχέση με το δολάριο, η οποία έκανε βουτιά την Παρασκευή, αλλά και τις κινήσεις της FED, η οποία βρίσκεται μεν σε κατάσταση αναμονής, αλλά φαίνεται ότι πυκνώνουν οι φωνές οι οποίες θέλουν ακόμη και μείωση των επιτοκίων του δολαρίου.