Του Γιώργου Χαρβαλιά
Ξεπερνά κάθε όριο η αλαζονεία των σύγχρονων Ελλήνων τραπεζιτών, οι οποίοι όχι μόνο αντέκρουσαν με θράσος την απολύτως εύστοχη κριτική του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, για την «προκλητική ασυδοσία» και τις καταχρηστικές πρακτικές του τραπεζικού συστήματος στη χώρα, αλλά επιδίωξαν και να τον συναντήσουν για να του εξηγήσουν πόσο δίκιο έχουν…
Μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, δεν είχαν γίνει γνωστά τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης, αλλά κοινό μυστικό στην αγορά των επιχειρήσεων -και όχι μόνον- είναι ότι η επιστροφή των τεσσάρων συστημικών τραπεζών της χώρας σε εντυπωσιακές κερδοφορίες θα έμενε όνειρο θερινής νυκτός, αν συνέχιζαν να διατηρούν στα χαρτοφυλάκιά τους τα δεκάδες χιλιάδες μη εξυπηρετούμενα δάνεια που είχαν σπεύσει να χορηγήσουν τις εποχές της… ξενοιασιάς.
Σε πολλές περιπτώσεις η ευθύνη για την αδυναμία εξυπηρέτησης αυτών των δανειακών υποχρεώσεων δεν βάρυνε μόνο τους δανειολήπτες που καταστράφηκαν την περίοδο των Μνημονίων αλλά και τα ίδια τα τραπεζικά ιδρύματα που μοίραζαν αφειδώς πιστωτικές διευκολύνσεις όλων των ειδών, χωρίς επαρκείς διασφαλίσεις και χωρίς ουσιαστικό έλεγχο της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας των δανειζόμενων, είτε αυτοί αφορούσαν φυσικά πρόσωπα είτε επιχειρήσεις.
Σε αντίθεση με την περίπτωση της Ιρλανδίας, όπου οι άπληστοι τραπεζίτες αντιμετώπισαν φάσμα ποινικών ευθυνών και τιμωρήθηκαν, το ελληνικό κράτος αποφάσισε να τους προστατεύσει και να τους επιβραβεύσει. Με διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις από το υστέρημα του Έλληνα φορολογουμένου κράτησε τα αμαρτωλά τραπεζικά ιδρύματα ζωντανά και στο τέλος τα εξυγίανε, παραδίδοντάς τα σε χέρια ξένων μετόχων!
Οι τέσσερις τράπεζες, με τις πλάτες της σημερινής κυβέρνησης, κατάφεραν να ξεφορτωθούν άκοπα τα λεγόμενα «κόκκινα» δάνεια, πουλώντας τα με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου έναντι πινακίου φακής στους περιβόητους servicers, δηλαδή εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες έχουν και οι ίδιες μετοχικό μερίδιο! Διέγραψαν, δηλαδή, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από το ενεργητικό τους, αλλά όχι και τα χρέη των δανειοληπτών. Τους τελευταίους εξακολουθούν να τους κυνηγούν οι servicers, επιστρατεύοντας ό,τι μέσο πίεσης (νομικό ή…άλλο) διαθέτουν για να τους αποσπάσουν την «εξασφάλιση», τις περισσότερες φορές, δηλαδή, το σπίτι για το οποίο δανείστηκαν.
Χάρις σε αυτήν τη σκανδαλωδώς ευνοϊκή ρύθμιση οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μπόρεσαν να «καθαρίσουν» τους ισολογισμούς τους και να επανέλθουν σε διαδικασία κερδοφορίας, αλλά η εμπειρία πολλών δανειοληπτών, κυρίως ευάλωτων, μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Η αιτία γι’ αυτήν την άνιση μεταχείριση πιστωτή – οφειλέτη είναι απλή: οι servicers λειτουργούν με στόχο τη μέγιστη δυνατή ανάκτηση οφειλών για λογαριασμό των επενδυτών που αγόρασαν τα δάνεια και σε κάποιες περιπτώσεις είναι οι ίδιες οι τράπεζες που τα πούλησαν! Πρόκειται για αδίστακτες εισπρακτικές εταιρίες που λειτουργούν χωρίς καμία ευελιξία, ενσυναίσθηση ή κατανόηση των κοινωνικών συνθηκών.
Οι επιδόσεις των servicers εξαρτώνται από τη μεγιστοποίηση του βαθμού ανάκτησης του χρέους. Ειδικά στην περίπτωση των στεγαστικών δανείων πιέζουν αφόρητα τους δανειολήπτες για άμεση εξόφληση ενός τμήματος της οφειλής με αντάλλαγμα την οριστική διαγραφή του χρέους. Αλλιώς τους απειλούν με αναγκαστική εκτέλεση και εκποίηση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού.
Πρόκειται για την επιτομή της αισχροκέρδειας, που θυμίζει πρακτικές των μαυραγοριτών στη διάρκεια της Κατοχής. Αλλά και γι’ αυτούς ακόμα υπήρχαν τα «αισχροδικεία» των δωσιλογικών κυβερνήσεων. Οι σημερινές κυβερνήσεις του σύγχρονου «ευρω-δωσιλογισμού», στην προσπάθειά τους να ευχαριστήσουν τους ξένους μετόχους των τραπεζών, των funds και των εισπρακτικών εταιριών, αφήνουν τους δανειολήπτες, πρακτικά δηλαδή τους απλούς και ανυπεράσπιστους Έλληνες πολίτες, στην τύχη τους.
Στην πραγματικότητα οι servicers έχουν αγοράσει τα δάνεια σε εξευτελιστικές τιμές, συχνά κάτω από το 10% της ονομαστικής τους αξίας, αλλά, αντί να περιοριστούν σε ένα εύλογο κέρδος, το οποίο θα εισπράξουν σε βάθος χρόνου έπειτα από έναν ρεαλιστικό συμβιβασμό με τον δανειολήπτη για ένα δραστικό κούρεμα της οφειλής, προσανατολίζονται στην… αρπαχτή! Πιέζουν αφόρητα για μια άμεση εφάπαξ καταβολή, π.χ., στο 30% της συνολικής οφειλής (με τους τόκους) και ποντάρουν στην αγωνία του δανειολήπτη για να ξεχρεώσει «μία κι έξω». Σε περίπτωση που το κόλπο πιάσει, έχουν εισπράξει πολλαπλάσιο ποσό για ένα δάνειο που έχουν αγοράσει σε συμβολική τιμή και σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις τούς μένει και η εμπράγματη εξασφάλιση!
Μπορεί να αναρωτιέστε τι είδους δανειολήπτες μπορεί να υπάρχουν που θα έπεφταν σε μια τέτοια παγίδα, αλλά πρέπει να καταλάβετε ότι μιλάμε για ανθρώπους απελπισμένους, που ζουν και κοιμούνται με το φάσμα των κατασχέσεων και της αρπαγής της περιουσίας τους. Αν το ρισκάρουν και αποφασίσουν να φτάσουν στο στάδιο του πλειστηριασμού, βαρύνονται με όλα τα έξοδα της νομικής διαδικασίας και στο τέλος μπορεί «να μπουν και μέσα». Ακόμα και μια τιμή πώλησης στην εμπορική αξία συχνά δεν φτάνει για να καλύψει το βουνό από τόκους.
Μία άλλη τακτική των εισπρακτικών εταιριών είναι να εμφανίζονται «στο παρά πέντε» ενός πλειστηριασμού, ζητώντας «μια προκαταβολή» για να τον ματαιώσουν «και μετά βλέπουμε». Επιδιώκουν να αρπάξουν ό,τι μπορούν μέσα στην απόγνωση του οφειλέτη και μετά να ξαναρχίσουν τους εκβιασμούς. Την ίδια ώρα αρνούνται να δώσουν λεπτομερή εικόνα της διάρθρωσης της οφειλής. Κρύβουν την ακριβή ανάλυση του χρέους, ώστε ο δανειολήπτης να μη μπορεί να ελέγξει πόσοι είναι οι νόμιμοι τόκοι και οι τόκοι υπερημερίας και τι ποσό ενδεχομένως μπορεί να έχει παραγραφεί. Στην πράξη ο οφειλέτης διαπραγματεύεται στα τυφλά!
Φυσικά αυτές οι πρακτικές είναι εξόφθαλμα αθέμιτες και προσκρούουν στον κώδικα δεοντολογίας που στη θεωρία έχει εισαγάγει η Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλά σε αντίθεση με τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, που επιβάλουν κάποια συμβολικά πρόστιμα για τα μάτια του κόσμου, η κεντρική τράπεζα δεν έχει επιβάλει ούτε διοικητικές ούτε οικονομικές κυρώσεις και φυσικά δεν έχει διανοηθεί να ανακαλέσει άδεια εισπρακτικής εταιρίας. Γι’ αυτό και μόλις πρόσφατα ο νυν διοικητής της, Γιάννης Στουρνάρας, ανανέωσε με τις ευλογίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη τον διορισμό του για ακόμα μία εξαετή θητεία…
Επί των ημερών του έχει εδραιωθεί το ιδιότυπο καρτέλ της αφαίμαξης. Τρεις εταιρίες έχουν μείνει να διαχειρίζονται περίπου το 90% της αγοράς των τιτλοποιημένων «κόκκινων» δανείων ύψους περίπου 87 δισ. ευρώ, που στη συντριπτική τους πλειονότητα έχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις (κυρίως πρώτες κατοικίες). Πρόκειται για ένα κλασσικό ολιγοπώλιο που βάζει τους δικούς του κανόνες, αποσπά εξοντωτικές συμφωνίες και το κυριότερο, παρότι υπόκειται σε ρητή υποχρέωση, αποφεύγει να δημοσιοποιήσει επιμέρους στοιχεία για τις δραστηριότητές του (ποσοστά αποδοχής προτάσεων, ποσοστά αποτυχίας ρυθμίσεων, ποσοστά πλειστηριασμών σε εμπορικές αξίες κ.λπ.).
Το χειρότερο της υπόθεσης είναι ότι, αν οι εισπρακτικές δεν καταφέρουν να πιάσουν τους υπερφιλόδοξους στόχους τους, ενεργοποιούνται βάσει του σχεδίου «Ηρακλής» κρατικές εγγυήσεις, δηλαδή αναλαμβάνει να καθαρίσει τη μπουγάδα ο Έλληνας φορολογούμενος! Αλλά αυτό μάλλον δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί οι δουλειές πάνε… πρίμα. Μόνο στην προηγούμενη επταετία η σουηδική Intrum, η μεγαλύτερη των εισπρακτικών, μοίρασε μερίσματα αξίας 600 εκατομμυρίων ευρώ στους μετόχους της! Από αυτά τα 120 εκατομμύρια «επέστρεψαν» στην Τράπεζα Πειραιώς, από την οποία είχαν αγοραστεί τα «κόκκινα» δάνεια. Όλοι επομένως έχουν λόγο να είναι ευχαριστημένοι…
Στο ΜΕΡΟΣ Β’: Αφορολόγητα κέρδη, αθέμιτες πρακτικές και παχυλά μπόνους…