ΕΛ.ΑΣ. δύο ταχυτήτων. Η μία για εκείνους που έχουν πρόσβαση, γνωριμίες, χρήματα ή προβολή. Η άλλη για τους «αόρατους» πολίτες. Αυτούς που πληρώνουν φόρους για να παίρνουν τίποτα…
Του Παναγιώτη Λιάκου
Στην Ελλάδα του 2026 η Ελληνική Αστυνομία λειτουργεί συχνά σαν ιδιωτική υπηρεσία security για πρόσωπα με έστω και ελάχιστη δημοσιότητα. Αρκεί να έχεις βγει, έστω κάποιες ώρες, στην τιβί. Τότε η σεσημασμένα σάπια πολιτική εξουσία θα διατάξει την ΕΛ.ΑΣ. να σε προστατεύει σαν αβγό Φαμπερζέ μην τυχόν και… σπάσεις από την κοινωνική πίεση και τους κακούς ανθρώπους που έβαλαν στο μάτι τέτοιο τεφαρίκι σαν και του λόγου σου. Την ίδια στιγμή που θα δώσει ρέστα η ΕΛ.ΑΣ. για να σε σώσει από τον κύριο… κανένα θα αφήσει εκτεθειμένους τους απλούς πολίτες που κινδυνεύουν πραγματικά.
Δύο πρόσφατες τραγωδίες φωτίζουν αυτή την τραγική αντίφαση: Στην Κρήτη, στην κηδεία του 21χρονου Νικήτα Γεμιστού, συγγενείς του νέου ξέσπασαν στους αστυνομικούς: «Ήρθατε τώρα που τον σκότωσαν». Η οικογένεια δεν ήθελε την παρουσία αστυνομικών στην κηδεία. Ήθελε να δράσουν όσο ζούσε το παλικάρι. Ζητούσαν βοήθεια επί τρία χρόνια. Ήξεραν ότι ο δράστης είχε βάλει στο μάτι το σπλάχνο τους και στην πρώτη ευκαιρία θα το σκότωνε. Δεν έγινε τίποτα.
Υπάρχει, φυσικά, και η περίπτωση της Κυριακής Γρίβα. Τον Απρίλιο του 2024 η νεαρή γυναίκα πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων ζητώντας προστασία από τον πρώην σύντροφό της. Δεν της την έδωσαν. Βγήκε έξω, και ο φονιάς την έσφαξε μπροστά στο τμήμα. Η κατάθεση του φίλου της είναι συγκλονιστική: γραφειοκρατία, παράβολα, έλλειψη εμπιστοσύνης, καμία ουσιαστική συνοδεία. Κι όταν το θύμα πήρε το 100 για να παρακαλέσει για βοήθεια, άκουσε το μνημειώδες «το περιπολικό δεν είναι ταξί, κυρία μου». Σιγά που νοιάστηκε κάποιος μην τη σφάξουν. Αφού δεν ήταν πολιτικός, πρέσβης, επιχειρηματίας, σελέμπριτι, ινφλουένσερ…
Η ίδια Αστυνομία που κινητοποιείται μαζικά για να φυλάξει «Ζ διαλογής» ανθυποδιασημότητες σε πάρτι, πρεμιέρες, καλλιστεία και φεστιβάλ μπάμιας συχνά αγνοεί ή χειρίζεται με αδιαφορία καταγγελίες απλών ανθρώπων. Γνωρίζουμε όλοι σκηνικά όπου περιπολικά και αστυνομικοί στέκονται σαν ακοίμητοι φρουροί, οπλισμένοι σαν αστακοί, γύρω από γνωστά πρόσωπα, ακόμα και όταν ο «κίνδυνος» είναι περισσότερο επικοινωνιακός παρά πραγματικός. Την ίδια ώρα, γυναίκες που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία, νέοι που απειλούνται από συμμορίες ή από άλλες εστίες κινδύνων μένουν χωρίς προστασία. Τα μέτρα περιορισμού, οι ηλεκτρονικοί επιτηρητές και οι συνοδείες υπάρχουν κυρίως στα χαρτιά ή εφαρμόζονται επιλεκτικά.
Κι όταν, μια φορά στις χίλιες, πάρει κάποια μέτρα η Αστυνομία, οι εισαγγελείς θα αφήσουν τους δράστες ελεύθερους για να σκοτώσουν. Στη ρίζα του κακού η πολιτική ηγεσία. Προτιμά εικόνες «ισχυρής παρουσίας» σε events με φωτογραφίες και δημοσιότητα, παρά τη δύσκολη, «άχαρη» δουλειά της πρόληψης και της καθημερινής προστασίας. Όταν μια γυναίκα πάει στο τμήμα και της ζητούν παράβολο για να καταθέσει μήνυση, ενώ δεν έχει χρήματα, το σύστημα ουσιαστικά της λέει «κόψε τον λαιμό σου ή να σ’ τον κόψει κάποιος άλλος». Όταν μια οικογένεια φωνάζει εις μάτην επί χρόνια, η Πολιτεία προδίδει την αποστολή της. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς του μειώνεται και πληθαίνουν οι ειδήσεις στο αστυνομικό δελτίο.
Προστασία δύο ταχυτήτων. Η μία για εκείνους που έχουν πρόσβαση, γνωριμίες, χρήματα ή προβολή. Η άλλη για τους «αόρατους» πολίτες. Αυτούς που πληρώνουν φόρους για να παίρνουν τίποτα…