Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο εισαγγελέας του Α.Π. διασύρθηκε, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής;

Του Μανώλη Κοττάκη

Η πρωτοφανής στα χρονικά απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ο οποίος με οριακή πλειοψηφία ζήτησε την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου λόγω του περιεχομένου της διάταξης για τις υποκλοπές, αλλά κυρίως η αποκάλυψη διαδικτυακού ιστότοπου (in.gr) για την εμπλοκή του κυρίου Τζαβέλλα στις υποκλοπές της ΕΥΠ, είναι από τα πιο βαριά πλήγματα που υπέστη ο θεσμός της Δικαιοσύνης την τελευταία δεκαετία. Μόνο τα ονόματα κρατικών αξιωματούχων για τα οποία έδωσε έγκριση παρακολούθησης ο κύριος Τζαβέλλας ως αναπληρωτής επόπτης εισαγγελέας στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών αρκούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ο εισαγγελέας έδωσε το πράσινο φως για την παρακολούθηση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, του υφυπουργού της κυβέρνησης Γιώργου Μυλωνάκη και της συζύγου του, του εισαγγελέα Διαφθοράς Χρήστου Μπαρδάκη, της γραμματέως του πρωθυπουργού Κατερίνας Ξαγοράρη και άλλων. Πρόσωπα τα οποία έχουν ως αποστολή τους, μεταξύ άλλων, την περιφρούρηση της εθνικής ασφάλειας και όχι το αντίθετο κατέστησαν ύποπτα. Στο πρόσωπο του κυρίου εισαγγελέα θεμελιώνεται πλέον ισχυρότατος λόγος εξαιρέσεως από τη σύνταξη της διάταξης και είμαστε περίεργοι αυτήν τη φορά να ακούσουμε ποια αιτιολογία θα χρησιμοποιήσει η ηγεσία του Αρείου Πάγου για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Όποια δικαιολογία και να χρησιμοποιήσει, όμως, το αποτέλεσμα είναι πλέον συγκεκριμένο: Διασύρεται ο θεσμός της Δικαιοσύνης κατά τρόπον ανεπίτρεπτο ακόμη και στα μάτια των έκπληκτων πρωτοετών φοιτητών Νομικής. Τι θα κάνει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής, στο οποίο θα τεθεί ερώτημα αν πρέπει να αλλάξει η πλειοψηφία σύστασης του κανονισμού της Βουλής από σχετική σε απόλυτη για την έγκριση εξεταστικής επιτροπής, καθώς η κυβέρνηση διαδίδει ότι το αίτημα του ΠΑΣΟΚ αγγίζει θέματα εθνικής ασφάλειας; Η κυβέρνηση θα κάνει τα πάντα για να αποτρέψει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής και θα προσφύγει σε κάθε νομικό επιχείρημα. Προτιμά να φθείρεται, να διασύρεται και να εξευτελίζεται από τα διαρκή «όχι» που λέει στη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών, παρά να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Θα της είναι οδυνηρότερη. Η φθορά και ο διασυρμός κοστίζουν μονάδες επιρροής στις δημοσκοπήσεις, όμως η έρευνα τόσο σε επίπεδο Δικαιοσύνης όσο και σε επίπεδο Κοινοβουλίου μπορεί να οδηγήσει σε ποινικές περιπέτειες. Προτιμότερος επομένως ο εξευτελισμός από το σκαμνί.

Το αίτημα για την παράκαμψη του Συντάγματος του 2019 που προβλέπει σύσταση εξεταστικής επιτροπής με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης ακόμη και με 120 βουλευτές και η επιβολή πλειοψηφίας 151 βουλευτών περνά αναγκαστικά, από την ώρα που η κυβέρνηση θα θέσει το ζήτημα, μέσα από το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής. Έναν θεσμό κύρους με 10μελή σύνθεση, στο οποίο προεδρεύει ο καθηγητής μου στη Νομική Σχολή της Θράκης Κώστας Μαυριάς και μετέχουν διαπρεπείς καθηγητές του ποινικού, του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών, εξέχοντα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, νομικοί και άλλοι. Το Επιστημονικό Συμβούλιο διατυπώνει συνήθως γνώμη για τη συνταγματικότητα ή την αντισυνταγματικότητα των νομοσχεδίων που εισάγονται στην Ολομέλεια και έχει χειριστεί αυτά τα χρόνια πολύ δύσκολες υποθέσεις: Το αν έπρεπε να μετάσχει η Ζωή Κωνσταντοπούλου στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τα Τέμπη, δεδομένου ότι ήταν συνήγορος υπεράσπισης συγγενών θυμάτων στην ίδια υπόθεση. Το ζήτημα των επιστολικών ψήφων βουλευτών, με τις οποίες κατάφερε και απηλλάγη από τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής ο πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης. Το ζήτημα της δεδηλωμένης μετά την έκπτωση τριών βουλευτών των «Σπαρτιατών» από το αξίωμά τους με απόφαση του Εκλογοδικείου και τη λειτουργία της Βουλής με 297 βουλευτές.

Οι προκλήσεις, από ό,τι φαίνεται, συνεχίζονται. Το Επιστημονικό Συμβούλιο θα κληθεί εκτός απροόπτου να διατυπώσει γνώμη για το αν η άποψη της κυβέρνησης ότι εξεταστική για τις υποκλοπές πρέπει να συσταθεί με 151 βουλευτές και όχι 120 με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας είναι ισχυρά θεμελιωμένη ή έωλη. Αν αποτελεί όντως προστασία της εθνικής ασφάλειας ή κατάχρηση εξουσίας. Προφανώς δεν θα υποδείξουμε εμείς σε κορυφαίους νομικούς και άλλες προσωπικότητες που μετέχουν στο συμβούλιο τι να κάνουν. Γενικώς από σεβασμό στον καθηγητή μου Κώστα Μαυριά δείχνω πολλές φορές αυτοσυγκράτηση. Ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν μερικά δεδομένα τα οποία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε:

Πρώτον, το θέμα των υποκλοπών απασχόλησε σε κλειστές συνεδριάσεις την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής όταν είχε έρθει το 2022 στη δημοσιότητα το σκάνδαλο και η λειτουργία εκείνης της επιτροπής δεν θεωρήθηκε ότι βλάπτει την εθνική ασφάλεια. Το αντίθετο. Εμφανίστηκε και κατέθεσε ενώπιόν της ακόμα και η αρμόδια εισαγγελέας για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών Βασιλική Βλάχου, η οποία υποστήριξε ότι για λόγους εθνικής ασφάλειας θα έδινε έγκριση για την παρακολούθηση ακόμη και της Προέδρου της Δημοκρατίας. Θα θυμίσουμε επίσης ότι σε εκείνες τις συνεδριάσεις της επιτροπής κορυφαία προσωπικότητα της κεντροδεξιάς παράταξης απείλησε τους βουλευτές που μετείχαν με βαριές ποινικές συνέπειες για το απόρρητο σε περίπτωση διαρροών, από τον φόβο μη μάθει ο ελληνικός λαός την αλήθεια. Πράξεις που υπερέβαιναν κατά πολύ τη νομοθετική εξουσιοδότηση που έχουν δώσει το Κοινοβούλιο και ο νόμος ενδύθηκαν σκοπίμως πέπλο εθνικού μυστηρίου. Η επιτροπή πάντως, παρά τις απειλές, λειτούργησε. Και σήμερα αποκαλύπτεται ενώπιον συνεδριάσεως μονομελούς Πλημμελειοδικείου των Αθηνών ότι μέλη εκείνης της επιτροπής ήταν σε συνεννόηση με τους ελεγχόμενους υπόπτους και τους έδιναν σκονάκια τις ερωτήσεις προκειμένου να πέσουν στα μαλακά. Σε κάθε περίπτωση πάντως η εθνική ασφάλεια δεν επλήγη από τη λειτουργία της Επιτροπής Θεσμών το 2022. Θα πληγεί από τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής το 2026;

Δεύτερον, θέματα λειτουργίας των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών συζητήθηκαν στο ακροατήριο της δίκης του μονομελούς Πλημμελειοδικείου στην οποία με βάση τον κώδικα ποινικής δικονομίας ισχύει η αρχή της δημοσιότητας. Δεν ακούσαμε να εγερθεί από το κράτος ή από κάποιον άλλο διάδικο ζήτημα μυστικότητας και εθνικής ασφάλειας και γι’ αυτό η δίκη διεξήχθη ανοικτών και όχι κεκλεισμένων των θυρών. Εάν τυχόν επικρατούσε τέτοια λογική, τότε και ο Τύπος, που κάνει αποκαλύψεις για τα μνημόνια συνεργασίας των μυστικών υπηρεσιών με την ιδιωτική εταιρία για το παράνομο λογισμικό, θα έπρεπε να διωχθεί για παραβίαση μυστικών της Πολιτείας. Ποιος θα τολμήσει όμως, όταν η Πολιτεία φέρεται ότι παραδίδει τα μυστικά της σε άλλους;

Τρίτον, το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής θα πρέπει για να απαντήσει στο ερώτημα περί εθνικής ασφάλειας να κάνει και μία επισκόπηση των διατάξεων που ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο αμέσως μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών και να την εντάξει στην πραγματικότητα των σημερινών αποκαλύψεων. Οι τεράστιοι νομικοί σκόπελοι που έθεσε η κυβερνητική πλειοψηφία ώστε να μη λαμβάνουν σε έγκαιρο χρόνο τον φάκελο των παρακολουθήσεών τους πρόσωπα των οποίων τα ατομικά δικαιώματα έχουν παραβιαστεί συνδέεται τελικώς με θέματα εθνικής ασφάλειας ή μήπως συνδέεται με την αποφυγή αποκαλύψεων και τη μετάθεσή τους στο απώτερο μέλλον;

Τέταρτον, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με τη διάταξη με την οποία έθεσε για δεύτερη φορά στο αρχείο τις υποκλοπές υποστηρίζει ότι δεν παραβιάστηκε το κρατικό απόρρητο με τις παρακολουθήσεις (επικαλείται το γεγονός ότι κατάδικοι που παρακολουθούνταν δεν ήταν στόχοι κατασκόπων), άρα δεν επλήγη και η εθνική ασφάλεια. Εφόσον αυτό ισχύει, ποιος ο λόγος να μην επιτραπεί η σύσταση εξεταστικής επιτροπής με 120 βουλευτές και να ψηλώνει ο πήχης στους 151; Και επί αποχής βουλευτών από την ψηφοφορία ποια είναι η πλειοψηφία με την οποία διαμορφώνεται η απόφαση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής; Επί των παρόντων ή επί του συνολικού αριθμού των βουλευτών;

Πέμπτον, οι λόγοι εξαίρεσης που θα έπρεπε να έχει προβάλει και για τον εαυτό του ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Προφανώς αυτό δεν είναι αρμοδιότητα του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής. Όταν όμως μετέχουν σε αυτό καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου, Ποινικού Δικαίου, Διοικητικού Δικαίου, Ιδιωτικού Δικαίου, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί τι είναι τελικώς υπόθεση των υποκλοπών συνολικά και όχι επί τη ευκαιρία της υποβολής ενός ερωτήματος. Επαναλαμβάνουμε: είναι υπόθεση εθνικής ασφάλειας ή καραμπινάτη υπόθεση κατάχρησης εξουσίας στην οποία είναι εκτεθειμένη τυχόν και η Δικαιοσύνη;

Κάτι τελευταίο: μέλος της κυβερνήσεως συζητούσε προ έτους στο Λονδίνο την ποιότητα των μυστικών υπηρεσιών σε διάφορες χώρες του κόσμου με Βρετανό κορυφαίο πολιτικό, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο επόμενος αρχηγός των Συντηρητικών. Ο Έλληνας υπουργός τού ζήτησε να κάνει αξιολόγηση. Εκείνος με ωμότητα του απάντησε «θα σε στενοχωρήσω» και τόνισε ότι μεταξύ των καλύτερων μυστικών υπηρεσιών του κόσμου περιλαμβάνεται η τουρκική ΜΙΤ και μεταξύ των χειρότερων η ελληνική ΕΥΠ. Αν υπάρχει λοιπόν ένα θέμα εθνικής ασφάλειας, αυτό είναι η αναδιοργάνωση της ΕΥΠ σε καλύτερα πρότυπα και όχι η συγκάλυψη του σκανδάλου.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο