Σκότωσε πράγματι η Ελίζαμπεθ Μπάθορι, η Ουγγαρέζα κόμισσα που γεννήθηκε το 1560, περισσότερες από 600 παρθένες; Αν και το όνομά της μπήκε στα Ρεκόρ Γκίνες ως η πιο παραγωγική γυναίκα κατά συρροή δολοφόνος στην ιστορία, σήμερα η ίδια η επιτροπή των ρεκόρ αμφισβητεί ανοιχτά αυτό το στοιχείο. Η συγγραφέας Σέλεϊ Πούχακ έχει επίσης μια ξεκάθαρη απάντηση: σχεδόν σίγουρα όχι.
Στη δυτική κουλτούρα, ο θρύλος λέει ότι η Μπάθορι στραγγίζε το αίμα εκατοντάδων κοριτσιών για να λούζεται σε αυτό, ώστε να διατηρήσει τη νεότητά της. Το όνομά της έγινε συνώνυμο των βρικολάκων, όπως ο Κόμης Δράκουλας, εμπνέοντας δεκάδες ταινίες, όπως η πρόσφατη «Η Αιματοβαμμένη Κόμισσα» (Die Blutgräfin) με την Ιζαμπέλ Ιπέρ.
Ένα νέο βιβλίο, όμως, εξερευνά τις μηχανορραφίες πίσω από τον μύθο της «κόμισσας του αίματος».
Οι δραματοποιήσεις αποδίδουν σωστά μόνο την τεράστια περιουσία της, που ήταν αντάξια της θέσης της. Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1604 και του αδελφού της το 1605, η Μπάθορι ήλεγχε τουλάχιστον 17 κάστρα και εκτάσεις που ξεπερνούσαν τα 500 μίλια.
«Η συνολική τους έκταση επισκίαζε ολόκληρα βασίλεια», γράφει η Πούχακ.
Χωρίς άντρα-προστάτη – Ένας εύκολος στόχος
Ωστόσο, η Μπάθορι είχε μείνει χωρίς την προστασία κανενός άνδρα συγγενή, γεγονός που την καθιστούσε έναν πολύ ελκυστικό στόχο.
Αν δεν υπήρχε αυτό το βιβλίο, η πραγματική ιστορία της θα μάζευε σκόνη στα αρχεία της πρώην Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Όπως αναρωτήθηκε το podcast You’re Wrong About το 2024: «Πόσα μπορούμε να μάθουμε πραγματικά για έναν άνθρωπο όταν ο θρύλος έχει κυριαρχήσει;». Αποδεικνύεται ότι μπορούμε να μάθουμε πάρα πολλά.
Πώς μπήκε στα ρεκόρ Γκίνες – Η μαρτυρία της υπηρέτριες που βασιζόταν σε φήμες
Η αρχική καταχώρηση στα ρεκόρ Γκίνες για τους 600 φόνους βασίστηκε στη μαρτυρία μιας υπηρέτριας, της Σουζάνα. Όμως ο γραφέας σημείωσε ότι ο αριθμός βασιζόταν αποκλειστικά σε φήμες. Με τα πληθυσμιακά δεδομένα της εποχής, αυτό θα σήμαινε την εξόντωση τεσσάρων ολόκληρων χωριών. Ιστορικά, ο αφανισμός χωριών ήταν έργο αυτοκρατορικών στρατών ή ασθενειών όπως η ευλογιά, όχι μιας μεσήλικης γυναίκας. Επιπλέον, μετά την Ειρήνη της Βιέννης το 1606, οι διοικητές κατέγραφαν κάθε θάνατο στην περιοχή. Το γεγονός ότι οι δουλοπάροικοι επέλεγαν να επιστρέψουν στα χωριά της Κόμισσας δείχνει ότι δεν υπήρχε καμία διάχυτη ανησυχία πως επρόκειτο για δολοφόνο.
Η θρησκευτική κόντρα πίσω από τη δαιμονοποίηση
Οι βαμπιρικοί μύθοι εμφανίστηκαν πολύ αργότερα, αλλά οι κατηγορίες φούντωσαν από τις προτεσταντικές διαμάχες της εποχής. Η Πούχακ εξηγεί πώς οι διαφορές μεταξύ Καλβινιστών και Λουθηρανών δαιμονοποίησαν την Μπάθορι, σε μια Ουγγαρία που κατά 80% με 90% ήταν προτεσταντική, παρά την καθολική ηγεσία των Αψβούργων.
Το 1602, ο Λουθηρανός πάστορας Στέφανος Μαγυάρι ζήτησε συμβουλές για μια «κακιά γυναίκα» υπάλληλο της Μπάθορι, αποκαλώντας την carnifex (χασάπη). Οι αιμοδιψείς ερμηνείες μετέφρασαν τη λέξη ως «βασανιστής», θεωρώντας την υπάλληλο συνεργό της Μπάθορι. Η Πούχακ όμως αποδεικνύει ότι η κατηγορία αφορούσε τη νηστεία της Σαρακοστής.
Όταν ένας γυναίκα έφαγε κρέας σε ημέρα νηστείας, τιμωρήθηκε δημόσια ως carnifex sanguinarius (αιμοδιψής χασάπης). Ο Μαγυάρι κατηγορούσε την Μπάθορι για αιρετικές, καλβινιστικές απόψεις επειδή ανεχόταν μια από τις υπηρέτριές της να αγνοεί τη νηστεία, καθώς οι ριζοσπαστικοί Καλβινιστές αψηφούσαν πλήρως τις λουθηρανικές και καθολικές παραδόσεις της νηστείας.
Επώδυνες ιατρικές πρακτικές που βαφτίστηκαν «βασανιστήρια»
Υπάρχει και μια τρίτη ερμηνεία: η λέξη carnifex αναφερόταν στο επάγγελμα της γυναίκας. Ήταν μια «βοτανολόγος» της αυλής που εφάρμοζε ιατρικές πρακτικές, οι οποίες τότε ανήκαν σε άνδρες «κουρείς-χειρουργούς». Αυτές περιλάμβαναν την καυτηρίαση και την κρανιοανάτρηση (μια επώδυνη μέθοδος όπου άνοιγαν μια τρύπα στο κρανίο του ασθενούς για ιατρικούς λόγους). Για τους ανθρώπους που υποβλήθηκαν σε τέτοιες επώδυνες θεραπείες, οι λέξεις «χασάπης» ή «βασανιστής» φάνταζαν απόλυτα εύστοχες.
Τα… πάντα για την περιουσία της
Η καχυποψία απέναντι στην Μπάθορι είχε να κάνει με τα παιχνίδια εξουσίας των ευγενών που εποφθαλμιούσαν την περιουσία της.
Κύριος αντίπαλός της ήταν ο Γκιόργκι Τούρζο, ένας φιλόδοξος αριστοκράτης που έγινε παλατινός —ο πιο υψηλόβαθμος Ούγγρος στο βασίλειο. Τον Μάρτιο του 1610, ο Τούρζο ξεκίνησε έρευνα επικαλούμενος «σοβαρές καταγγελίες» ότι η Μπάθορι είχε δολοφονήσει άγνωστο αριθμό γυναικών, χωρίς να διευκρινίσει τις πηγές του.
Τον Αύγουστο, η Μπάθορι αμύνθηκε στο δικαστήριο μαζί με τη λαίδη Έλεν, μια κυρία της αυλής της οποίας η κόρη είχε πεθάνει υπό την προστασία της κόμισσας. Η λαίδη Έλεν κατέθεσε ενάντια στις φήμες, απαλλάσσοντας την κόμισσα πλήρως και δημόσια.
Παρά την αντεπίθεση, ο Τούρζο συγκέντρωσε καταθέσεις από δεκάδες χωρικούς με σύγκρουση συμφερόντων, παραβιάζοντας συστηματικά τους νόμους. Πριν από τη σύλληψη της Μπάθορι στις 29 Δεκεμβρίου 1610, ο Τούρζο συναντήθηκε κρυφά με τον γαμπρό της, Γκιόργκι Ντρούγκεθ, και τον Ρεντ Μέγκιερι, για να αποφασίσουν πώς θα μοιράσουν την περιουσία της.
Το τέλος, χωρίς ομολογία και χωρίς δίκη
Η Μπάθορι δεν ομολόγησε ποτέ και περίμενε τη δίκη για να αποδείξει την αθωότητά της. Όμως οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις καθυστέρησαν τη διαδικασία και δεν δικάστηκε ποτέ. Πέθανε από φυσικά αίτια τον Αύγουστο του 1614. Παρά τις κατηγορίες, η Πούχακ γράφει ότι κηδεύτηκε με όλες τις τιμές: το φέρετρό της τυλίχτηκε με ακριβό μαύρο μετάξι και μεταφέρθηκε στην εκκλησία όπου κάποτε είχε καταδικαστεί.