Της Μάγδας Αναγνωστή*
Πολλοί γνωρίζουν πως οι Ολυμπιάδες στην αρχαιότητα αποτελούσαν έναν πανελλήνιο τρόπο χρονολόγησης, και πως καθεμία έφερε έναν αύξοντα αριθμό, αρχής γενομένης από την 1η θεωρούμενη Ολυμπιάδα του 776 π.Χ. Πολλοί λιγότεροι όμως γνωρίζουν ότι, επισήμως, οι Ολυμπιάδες καταγράφονταν με το όνομα του νικητή του «σταδίου δρόμου» (αγώνας ταχύτητας 192,28 μέτρων), ίσως γιατί ήταν το πρώτο και μοναδικό αρχικά αγώνισμα. Σήμερα θα λέγαμε του νικητή των 200 μέτρων. Ωστόσο οι πλέον διάσημοι αθλητές τα χρόνια εκείνα ήταν είτε παλαιστές είτε παγκρατιαστές: ο θρυλικός Μίλων από τον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας, ο περίφημος Θεαγένης από τη Θάσο, ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα Φαρσάλων. Ενδοξότατη και η Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου, η πρώτη γυναίκα νικήτρια στο τέθριππο, και μάλιστα σε δύο συνεχείς Ολυμπιάδες, αγώνισμα στο οποίο στεφόταν ο ιδιοκτήτης των αλόγων.
Ο ενδοξότερος πάντων όμως υπήρξε ο Διαγόρας από την Ιαλυσό της Ρόδου (πέθανε το 448 π.Χ.), όχι μόνο για τη φυσική του ρώμη αλλά και για το ήθος του. Ευθυμάχας ήταν το προσωνύμιό του, είχε ύψος 4 πηχών και 5 δακτύλων, δηλαδή περίπου 1,94 μ., και λέγεται πως δεν έχασε ποτέ αγώνα. Ευτύχησε να τον υμνήσει ο Πίνδαρος (με τον 7ο Ολυμπιονίκη ύμνο του), ο σημαντικότερος ποιητής της εποχής του, κι ακόμη να δει να βγαίνουν από τη γενιά του γιοι και εγγονοί ολυμπιονίκες, μια ολόκληρη δυναστεία αθλητών που ονομάστηκαν Διαγορίδες. Ακόμη πιο διάσημο στους αιώνες τον έκανε ο θάνατός του, όπως μας τον παραδίδει ο σχολιαστής του Πινδάρου. Στα 448 π.Χ. (83η Ολυμπιάδα), και ενώ ο ίδιος ο Διαγόρας βρίσκεται ανάμεσα στους θεατές, στέφεται για δεύτερη συνεχή φορά νικητής στο παγκράτιο ο μεγαλύτερος γιος του, ο Δαμάγητος, ο οποίος προσφέρει το νικητήριο στεφάνι στον πατέρα του. Λίγο αργότερα στέφεται νικητής στην πυγμαχία ο δεύτερος γιος του, ο Ακουσίλαος, ο οποίος επίσης του προσφέρει το στεφάνι του. Ολόκληρο το στάδιο τούς επευφημεί και οι δυο γιοι του τον σηκώνουν στους ώμους και τον περιφέρουν θριαμβικά. Για πρώτη φορά στην ιστορία, γράφει ο σχολιαστής του Πινδάρου, πατέρας και γιοι είναι νικητές στους αγώνες. Και τότε κάποιος (Λάκωνας γράφει και πάλι ο σχολιαστής) του φωνάζει από το κοίλον του σταδίου «Κάτθανε, Διαγόρα, ου και ες Όλυμπον αναβήση». Και πράγματι στο απόγειο της ευτυχίας του η καρδιά του έσπασε, και άφησε την τελευταία του πνοή στο Ολυμπιακό Στάδιο, που παραληρούσε ολόκληρο.
Μα οι λαμπρές σελίδες των Διαγοριδών δεν τελειώνουν εκεί. Πολυνίκης στο παγκράτιο στη συνέχεια και ο μικρότερος γιος του ο Δωριέας, ένας από τους ιδρυτές της πόλεως της Ρόδου και μάλιστα περιοδονίκης (δηλαδή σε μία τετραετία κέρδισε όλους τους μεγάλους αγώνες). Ολυμπιονίκες στέφτηκαν επίσης και οι εγγονοί του από τις δύο του κόρες: ο Ευκλέας από τη Φερενίκη και ο Πεισίρροδος από την Καλλιπάτειρα, τη μόνη γυναίκα στην οποία επιτράπηκε (σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις) να παρακολουθήσει τους αγώνες στην Ολυμπία, τιμώντας μ’ αυτόν τον τρόπο οι Ελλαδονίκες τη γενιά της. Οι παλιότεροι από εμάς θα θυμούνται σίγουρα το περίφημο σονέτο «Καλλιπάτειρα» του Λορέντζου Μαβίλη, που τότε ακόμη διδασκόταν στα γυμνάσια.
Αν ο θάνατος αυτός συνέβαινε νωρίτερα, θα τον είχε άραγε προτιμήσει ο Σόλων (639-559 π.Χ.) ως κορυφαίο παράδειγμα ευτυχούς θανάτου, όταν κλήθηκε από τον Κροίσο να του υποδείξει ποιον θεωρεί ευτυχέστερο θνητό από τον ίδιο; Τότε ο Σόλων (κατά τον Ηρόδοτο) προέκρινε τον Τέλλο τον Αθηναίο, επειδή έζησε έναν ευδαίμονα βίο, σε μια ευτυχισμένη πατρίδα, με όλα τα παιδιά του αποκαταστημένα γύρω του, ευτύχησε να πεθάνει σε μάχη εναντίον εχθρών της Αθήνας, και οι Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσία δαπάνη ακριβώς στο σημείο που σκοτώθηκε. Δεύτερο παράδειγμα έδωσε τους αδελφούς Κλέοβι και Βίτωνα από το Άργος, που μπήκαν οι ίδιοι στον ζυγό του αμαξιού της μητέρας τους και την οδήγησαν στην ώρα της στο Ηραίο για να ιερουργήσει, κάτω από τις επευφημίες των Αργείων. Εκείνη προσευχήθηκε στην Ήρα να χαρίσει στα παιδιά της «ό,τι καλύτερο μπορεί να χαρίσει η τύχη σε άνθρωπο». Τα δύο αδέλφια κοιμήθηκαν μέσα στον ναό και δεν ξύπνησαν. Μα μένουν πάντα ζωντανοί ως οι δύο υπέροχοι αρχαϊκοί μαρμάρινοι κούροι στους Δελφούς, έργα σταθμός στην ιστορία της γλυπτικής. Αυτό ήταν το δώρο της θεάς.
Ο Σόλων κατέληξε πως «όποιος στο διάβα της ζωής του έχει τα περισσότερα και κατόπιν φύγει απ’ τη ζωή ευχαριστημένος, αυτός δικαιούται, βασιλιά μου, να του χαρίσω τον χαρακτηρισμό (του ευτυχούς ανθρώπου)… πρέπει να παρατηρούμε στο καθετί το τέλος του, ποια έκβαση θα έχει· γιατί ο θεός πολλούς, αφού τους ξεγέλασε με μια δόση ευτυχίας, τους γκρέμισε συθέμελα». Φαίνεται λοιπόν πως οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν ύψιστη σημασία όχι στο πόσο θα ζήσει κανείς, αλλά στο πώς θα ζήσει. Ο Δημόκριτος, για παράδειγμα, συμβούλευε πως ο άνθρωπος θα έπρεπε να επιδιώκει στη ζωή του την ευθυμία, δηλαδή εκείνη την ισορροπημένη καλή κατάσταση του θυμικού του που τον βοηθά να διατηρεί τον έλεγχο του εαυτού του και των πράξεών του με μέτρο, ώστε να δρα πάντα ως ελεύθερο ον. Ωστόσο απέδιδαν την ύψιστη ουσία στο πώς θα πεθάνει κανείς. Αν έχει καλά στερνά, όπως θα λέγαμε σήμερα (ας θυμηθούμε τη λαϊκή παροιμία «τα στερνά τιμούν τα πρώτα»). Ή καταπώς δεχόταν ο Επίκουρος: ο σοφός άνθρωπος εκτιμά την ευτυχέστερη και όχι τη μακρύτερη ζωή, όπως προτιμά το νοστιμότερο από το περισσότερο φαγητό, και γνωρίζει πως «το να ζεις καλά και το να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση». Επιδίωξη λοιπόν δεν ήταν η ζωή πάση θυσία αλλά η ευζωία και το «καλώς θανείν», η «καλή τελευτή», ο «ευκλεής θάνατος».
Μα υπάρχει όντως θάνατος καλός – ωραίος; Ναι! Εάν συμβαίνει «κατ’ αρετήν τελευτάν», σύμφωνα με εκείνον τον κώδικα αρετής και τιμής που οδήγησε την Αντιγόνη να θαφτεί ζωντανή, τον Έκτορα να αντιμετωπίσει τον Αχιλλέα, και τον Αχιλλέα να εκδικηθεί τον Πάτροκλο, γνωρίζοντας και οι δύο ότι βαδίζουν προς τον θάνατό τους, τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, αλλά και τον Σωκράτη να πάρει το κώνειο, τον Παπαφλέσσα να δώσει την ύστατη μάχη στο Μανιάκι, τους Αυξεντίου και Παλληκαρίδη στην υπέρτατη θυσία. «Ον αγαπά Θεός θνήσκει νέος».
Ο Διαγόρας δεν πέθανε νέος μεν, αλλά έφυγε σε μια στιγμή που συνάντησε την απόλυτη ευτυχία. «Πέθανε πια, Διαγόρα, δεν θα ανεβείς δα και στον Όλυμπο!» του φώναξε ο ανώνυμος Λάκωνας. Δεν πέθανε απλώς ευτυχισμένος. Η καρδιά του έσπασε γιατί τόση ευτυχία δεν την αντέχει ο άνθρωπος.
Τα σκέφτομαι όλα αυτά εξαιτίας του μνημόσυνου της Μαρινέλλας. Που έλιωσε στα 87 της χρόνια και έσβησε (το κεράκι της) στις 28 Μαρτίου 2026. Εκείνη, όχι το άστρο της. Γράφω έλιωσε, διότι πολύ σοβαρά αναρωτιέμαι: πότε η Μαρινέλλα έφυγε στην πραγματικότητα από κοντά μας; Μήπως αυτό συνέβη εκείνη τη δραματική βραδιά του Σεπτεμβρίου του ’24 στο Ηρώδειο, όταν κατά τη διάρκεια της συναυλίας της (που αποδείχτηκε και αποχαιρετιστήρια για το κοινό της και τη ζωή της την ίδια) κατέρρευσε επί σκηνής, ερμηνεύοντας ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια, ακριβώς πάνω στον στίχο «Θεέ μου, μας έμαθες εσύ πόσο πολύ να αγαπάμε», ενώ ολόκληρο το Ωδείο την επευφημούσε; Η Μαρινέλλα δεν ήταν απλώς μια κορυφαία τραγουδίστρια, ένα φυσικό τάλαντο που εξελίχτηκε με πολύ σκληρή δουλειά, είχε και μια εσωτερική λάμψη, η οποία ξεπηδούσε σαν ποτάμι, προπάντων επί σκηνής. Η Μαρινέλλα ζωντάνευε τη σκηνή όπου κι αν τραγουδούσε: είτε σε μαγαζιά είτε σε μπουάτ ή σε μεγάλα θέατρα, στον κινηματογράφο, σε γεμάτα γήπεδα μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Λάτρευε το πάλκο και τη λάτρευε κι εκείνο. Κι έφυγε πάνω στη σκηνή κι ας μη φώναξε κανείς «κάτθανε». Άλλωστε όλοι ήθελαν να την ακούσουν κι άλλη φορά. Στα 97 της, στα 107 της, ακόμη μια γενιά Ελλήνων, ακόμη δυο γενιές…