Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Καμία σαφής σύνδεση αντικαταθλιπτικών στην εγκυμοσύνη και αυτισμού στα παιδιά

Δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ της χρήσης αντικαταθλιπτικών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του αυξημένου κινδύνου νευροαναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά, όπως ο αυτισμός και η διαταραχή ελλειματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), όπως προκύπτει από ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet Psychiatry».

Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 37 μελέτες, στις οποίες διερευνήθηκαν περισσότερες από 600.000 έγκυες που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά και σχεδόν 25 εκατομμύρια εγκυμοσύνες, χωρίς χρήση αντικαταθλιπτικών.

Πριν από τη συνεκτίμηση και άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, η ανάλυση εντόπισε συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση αντικαταθλιπτικών κατά την εγκυμοσύνη και στον αυτισμό ή τη ΔΕΠΥ στα παιδιά. Ωστόσο, το ποσοστό μειώθηκε σημαντικά σε αναλύσεις που συμπεριλάμβαναν και άλλους παράγοντες.

Επιπλέον, η ίδια συσχέτιση παρατηρήθηκε και σε περιπτώσεις όπου οι μητέρες λάμβαναν αντικαταθλιπτικά πριν από τη σύλληψη, καθώς και σε πατέρες που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της συντρόφου τους.

Συνολικά, τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι δεν είναι τα ίδια τα αντικαταθλιπτικά που προκαλούν αυξημένο κίνδυνο για αυτισμό και ΔΕΠΥ, αλλά είναι πιο πιθανό να οφείλεται σε άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της γενετικής προδιάθεσης για παθήσεις, όπως ο αυτισμός, η ΔΕΠΥ και οι ψυχικές παθήσεις.

Στις μελέτες που περιορίζονταν σε μητέρες με ψυχικές διαταραχές, διαπιστώθηκε ότι όλα τα αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης) δεν συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο. Μόνο τα φάρμακα αμιτριπτυλίνη και νορτριπτυλίνη παρέμειναν συνδεδεμένα με αυξημένο κίνδυνο ΔΕΠΥ και αυτισμού.

Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα χρησιμοποιούνται συνήθως ως δεύτερη ή τρίτη επιλογή θεραπείας για την κατάθλιψη και συχνά χορηγούνται σε περιπτώσεις ανθεκτικής κατάθλιψης. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες που τα λαμβάνουν μπορεί να αντιμετωπίζουν πιο σοβαρές, χρόνιες ή σύνθετες ψυχικές διαταραχές από εκείνες που λαμβάνουν περισσότερο κοινά αντικαταθλιπτικά, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάζει τη συσχέτιση μεταξύ φαρμάκων και αυξημένου κινδύνου νευροαναπτυξιακών διαταραχών.

Διευκρινίζεται, επιπλέον, ότι η μελέτη δεν βρήκε διαφορά στον κίνδυνο από υψηλές και χαμηλές δόσεις αντικαταθλιπτικών.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι για τις εγκύους με μέτρια έως σοβαρή κατάθλιψη, οι γιατροί και οι ασθενείς πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τα οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους της συνέχισης της αντικαταθλιπτικής αγωγής, σε σύγκριση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει μια υποτροπή της κατάθλιψης. Τονίζουν επίσης ότι η υποστήριξη της καλής ψυχικής υγείας και των δύο γονέων είναι σημαντική για τη νευροανάπτυξη του παιδιού.

Στους περιορισμούς της μελέτης, οι ερευνητές αναφέρουν την έλλειψη δεδομένων στις έρευνες για σημαντικούς παράγοντες, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, οι παράγοντες κινδύνου σχετικά με τον τρόπο ζωής και το χαμηλό βάρος γέννησης.

Επιπλέον, υπήρχε μόνο ένας μικρός αριθμός μελετών που εξέταζαν τη χρήση αντικαταθλιπτικών σε συγκεκριμένα τρίμηνα της εγκυμοσύνης ή τις ακριβείς δόσεις και τις μεταβολές τους, γεγονός που δυσκολεύει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο