Η πρόσφατη επίσκεψη της αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Αριστεράς στις φυλακές Αυλώνα και Κορυδαλλού άνοιξε ξανά με εκκωφαντικό τρόπο τη συζήτηση για τις πραγματικές συνθήκες κράτησης στην Ελλάδα. Η Εστρέγια Γκαλάν, ευρωβουλευτής της ισπανικής Sumar και συντονίστρια της ομάδας The Left in the European Parliament – GUE/NGL στην Επιτροπή LIBE, μιλά στην ROSA για την «κανονικοποίηση» απάνθρωπων συνθηκών κράτησης, ασκεί σκληρή κριτική στις τιμωρητικές πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης, συνδέει την κατάσταση στις φυλακές με τις συνθήκες στα κλειστά κέντρα κράτησης προσφύγων και προειδοποιεί για μια ευρύτερη διολίσθηση του κράτους δικαίου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ποια ήταν η άμεση αντίδρασή σας όταν είδατε τις συνθήκες στο Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα; Υπήρξε κάτι που σας σόκαρε ιδιαίτερα;
Η αντίδρασή μου ήταν βαθιά ανησυχία και δυσπιστία. Μιλάμε για ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κι όμως αυτό που είδαμε στον Αυλώνα δεν συνάδει ούτε με τα στοιχειώδη πρότυπα αξιοπρέπειας ούτε με τα θεμέλια του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν το επίπεδο του υπερπληθυσμού και η κατάσταση των ανήλικων κρατουμένων: σε ένα κέντρο χωρητικότητας 217 ατόμων βρίσκονταν περισσότεροι από 400 κρατούμενοι. Ακούσαμε μαρτυρίες για νέους που κοιμούνται στο πάτωμα ή μοιράζονται κρεβάτια σε ασφυκτικά γεμάτους χώρους. Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται από την εμφανή έλλειψη προσωπικού και μια γενικευμένη αίσθηση θεσμικής εγκατάλειψης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές φυλακές ακόμη και βασικές ανάγκες των κρατουμένων καλύπτονται εν μέρει μέσω φιλανθρωπίας ή δωρεών ανθρωπιστικών οργανώσεων, γεγονός που αποτυπώνει μια δομική αδιαφορία του κράτους.

Οι αναφορές κάνουν λόγο για ακραίο υπερπληθυσμό, με κρατούμενους σε συνθήκες “σαρδελοποίησης”. Πώς αξιολογείτε αυτή την κατάσταση σε σχέση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα κράτησης;
Η κατάσταση βρίσκεται πολύ κάτω από τα όρια του αποδεκτού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα έχει φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ υπερπληθυσμού στις φυλακές, που ξεπερνούν το 125%, καθιστώντας πολλές δομές πρακτικά ακατοίκητες. Αυτό δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθιά πολιτικό ζήτημα. Οι τιμωρητικές πολιτικές θέτουν σε κίνδυνο το ευρωπαϊκό σωφρονιστικό μοντέλο, το οποίο προϋποθέτει σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ουσιαστικές δυνατότητες επανένταξης. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε ένα σύστημα που εγκαταλείπει την επανένταξη και περιορίζεται στη διαχείριση του υπερπληθυσμού. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση δεν είναι τυχαία. Είναι άμεσο αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που έχουν επιλέξει να ποινικοποιήσουν τους μετανάστες σε ακανόνιστη κατάσταση, θέτοντας την Ελλάδα υπό σοβαρό έλεγχο ως προς τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην ΕΕ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Η σοβαρή υποστελέχωση φαίνεται να επιδεινώνει σημαντικά την κατάσταση. Το θεωρείτε αποτυχία της ελληνικής πολιτείας ή μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού προβλήματος;
Υπάρχει σαφής ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία έχει προωθήσει ένα μοντέλο βασισμένο στην αυστηρή ποινική αντιμετώπιση, στην απουσία εναλλακτικών και στη διάλυση κοινωνικών πολιτικών. Ωστόσο, υπάρχει και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο τιμωρητικής διολίσθησης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, διακρίνεται και μια ξεκάθαρη πολιτική στρατηγική. Προς τα έξω, ένα μήνυμα αποκλεισμού προς τους μετανάστες – «δεν είστε ευπρόσδεκτοι και ο προορισμός σας θα είναι η φυλακή» – και προς τα μέσα, ένα μήνυμα προς ένα ριζοσπαστικοποιημένο εκλογικό σώμα που, έχοντας εσωτερικεύσει τον φόβο, απαιτεί ολοένα σκληρότερες πολιτικές. Πρόκειται για μια επικίνδυνη δυναμική που εργαλειοποιεί το ποινικό σύστημα για εκλογικούς σκοπούς.

Με βάση όσα είδατε, πιστεύετε ότι παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα των κρατουμένων; Και αν ναι, σε ποιο βαθμό;
Ναι, υπάρχουν πολύ σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο υπερπληθυσμός, η έλλειψη βασικών υλικών συνθηκών και οι ανεπαρκείς πόροι καθιστούν αδύνατη τη διασφάλιση της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που στερούνται την ελευθερία τους.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση των ανηλίκων. Ο αριθμός των κρατουμένων ηλικίας 15 έως 18 ετών αυξήθηκε από 30 σε 101 μέσα σε μόλις δύο χρόνια, ενώ υπάρχουν δομές όπου ανήλικοι κρατούνται μαζί με ενήλικες. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις η πρόσβαση σε νομική υπεράσπιση, διερμηνεία ή ακόμη και σε βασικά έγγραφα είναι ανεπαρκής.

Ποιες συγκεκριμένες ενέργειες μπορούν να αναλάβουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η πολιτική σας ομάδα για να πιέσουν προς βελτίωση της κατάστασης; Υπάρχουν συγκεκριμένα εργαλεία ή κυρώσεις;
Η ευθύνη μας είναι να φέρουμε αυτή την πραγματικότητα στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης και να αποτρέψουμε την κανονικοποίησή της. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ενεργοποιήσει εργαλεία πολιτικής πίεσης, όπως συζητήσεις, ψηφίσματα, κοινοβουλευτικές ερωτήσεις και αποστολές διερεύνησης. Μπορεί επίσης να ενισχύσει τον έλεγχο στη χρήση των ευρωπαϊκών κονδυλίων στο σωφρονιστικό σύστημα. Πάνω απ’ όλα, όμως, πρέπει να καταστεί σαφές ότι αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα δεν είναι μεμονωμένο πρόβλημα, αλλά παράδειγμα αποτυχίας πολιτικών που βασίζονται στην τιμωρία, τον ποινικό λαϊκισμό και την ποινικοποίηση της φτώχειας και της μετανάστευσης.
Μιλάμε για νέους ανθρώπους. Με αυτές τις συνθήκες, πιστεύετε ότι το σύστημα προωθεί την επανένταξη ή αντίθετα ενισχύει τον κοινωνικό αποκλεισμό;
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επανένταξη δεν είναι εφικτή. Το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί για να ενσωματώνει, αλλά για να τιμωρεί. Όταν οι νέοι ζουν σε συνθήκες υπερπληθυσμού, χωρίς επαρκή στήριξη και μέσα σε ένα περιβάλλον θεσμικής εγκατάλειψης, το αποτέλεσμα είναι η αναπαραγωγή του κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για ένα μοντέλο που δεν λύνει προβλήματα, αλλά τα επιδεινώνει. Αυτό εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική. Έναν πραγματικό πόλεμο ενάντια στους φτωχότερους και πιο ευάλωτους, όπου οι κοινωνικές πολιτικές αντικαθίστανται από τιμωρητικές.

Αν είχατε τη δυνατότητα να απευθυνθείτε απευθείας στην ελληνική κυβέρνηση, ποιο θα ήταν το βασικό σας μήνυμα μετά από αυτή την επίσκεψη;
Το μήνυμα θα ήταν σαφές: τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν είναι προαιρετικά. Η Ελλάδα κανονικοποιεί συνθήκες κράτησης που είναι ασύμβατες με το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, ιδιαίτερα για ανηλίκους και ευάλωτες ομάδες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα συνειδητής πολιτικής επιλογής. Η κυβέρνηση έχει επιλέξει ένα μοντέλο συνεχούς αυστηροποίησης, ποινικοποίησης της μετανάστευσης και χρήσης του φόβου ως πολιτικού εργαλείου. Όμως αυτό το μοντέλο δεν λειτουργεί: οδηγεί σε υπερπληθυσμό, θεσμική κατάρρευση και δημοκρατική υποβάθμιση.
Με δεδομένο τον υπερπληθυσμό και την υποστελέχωση που διαπιστώσατε στο Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, βλέπετε ομοιότητες με τις συνθήκες που καταγράφονται σε κλειστά κέντρα φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα;
Ναι, υπάρχει μια πολύ σαφής κοινή λογική που διαπερνά και τα δύο συστήματα: η “ασφαλειοποίηση” και η ποινικοποίηση σύνθετων κοινωνικών φαινομένων. Τόσο στις φυλακές όσο και στα κέντρα κράτησης μεταναστών βλέπουμε την ίδια πολιτική προσέγγιση: τη διαχείριση της φτώχειας, της ευαλωτότητας και της μετανάστευσης μέσω τιμωρίας και περιορισμού. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που αποανθρωποποιεί τους ανθρώπους και τους μετατρέπει σε αντικείμενα ελέγχου. Αυτό δεν αφορά μόνο μετανάστες ή πρόσφυγες, αλλά αντανακλά ένα ευρύτερο πολιτικό μοντέλο που βασίζεται στον φόβο και την ανασφάλεια ως πηγές νομιμοποίησης, με πολύ σοβαρές συνέπειες για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
