Η ΔΕΗ ζητά 4,5 δισ. ευρώ, ενώ οι πολίτες πληρώνουν όλο και ακριβότερο ρεύμα. Και το ερώτημα πια είναι απλό: ποιον ακριβώς υπηρετεί;
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική και δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Από το πρώτο εξάμηνο του 2019 μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2025, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος στα νοικοκυριά στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 49,09%, όταν στην ΕΕ-27 η αντίστοιχη αύξηση ήταν 33,58%. Δηλαδή, οι Έλληνες καταναλωτές πλήρωσαν 15,5 ποσοστιαίες μονάδες παραπάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Και όλα αυτά σε μια αγορά όπου η ΔΕΗ εξακολουθεί να έχει κυρίαρχο ρόλο και το Δημόσιο παραμένει βασικός μέτοχος.
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα. Γιατί η ΔΕΗ δεν είναι μια οποιαδήποτε εταιρεία. Δεν είναι μια επιχείρηση που πουλάει ένα πολυτελές προϊόν σε όσους μπορούν να το αγοράσουν. Είναι ο βασικός πάροχος ενός αγαθού απολύτως αναγκαίου για την καθημερινή ζωή, για τη θέρμανση, για το μαγείρεμα, για την εργασία, για την επιβίωση χιλιάδων νοικοκυριών. Άρα δεν μπορεί να κρίνεται μόνο με όρους χρηματιστηριακής απόδοσης. Οφείλει να κρίνεται και με βάση το αν υπηρετεί την κοινωνία ή αν την αντιμετωπίζει απλώς ως πηγή εσόδων.
Ολα επικοινωνία
Κι όμως, όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες μέρες δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Ενώ οι πολίτες πληρώνουν όλο και ακριβότερο ρεύμα, η ΔΕΗ εμφανίζεται να έχει εκτινάξει τις δαπάνες της σε διαφήμιση, χορηγίες και επικοινωνιακές καμπάνιες. Από 1,8 εκατομμύρια ευρώ το 2019, οι σχετικές δαπάνες εκτοξεύθηκαν μετά το 2022. Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί μια εταιρεία που ελέγχει ένα βασικό αγαθό και δρα σε συνθήκες ενεργειακής πίεσης επενδύει τόσο επιθετικά στο επικοινωνιακό της προφίλ αντί να επενδύει σε φθηνότερο ρεύμα για τους καταναλωτές;
Σαν να μην έφτανε αυτό, μόνο από το 2022 έως το 2025 η ΔΕΗ φέρεται να έχει δαπανήσει 404 εκατομμύρια ευρώ για αγορές ιδίων μετοχών. Ταυτόχρονα, 21,4 εκατομμύρια ευρώ από αυτές τις μετοχές δόθηκαν δωρεάν σε στελέχη της εταιρείας. Δηλαδή, σε μια περίοδο όπου οι πολίτες μετράνε κάθε ευρώ για να πληρώσουν το ρεύμα τους, η διοίκηση της ΔΕΗ επιβραβεύει τον εαυτό της με μετοχές και μπόνους. Κι εδώ δεν πρόκειται μόνο για κακό γούστο. Πρόκειται για πολιτική και ηθική πρόκληση.
Τα οικονομικά δεδομένα
Το ερώτημα γίνεται ακόμη βαρύτερο όταν κοιτάξει κανείς τα οικονομικά δεδομένα. Οι υποχρεώσεις της εταιρείας έχουν αυξηθεί κατά 110%, από 10,6 σε 22,3 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ο δανεισμός έχει εκτοξευθεί κατά 107%, από 4,1 σε 8,5 δισεκατομμύρια. Ο τζίρος της, περίπου 7 δισεκατομμύρια ευρώ, δεν επαρκεί ούτε για να καλύψει τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, που φτάνουν τα 7,7 δισεκατομμύρια. Και τα μέσα κέρδη προ φόρων της τελευταίας εξαετίας είναι μόλις 191 εκατομμύρια ευρώ. Μια επιχείρηση, δηλαδή, που εμφανίζεται πανίσχυρη προς τα έξω, αλλά στα βασικά μεγέθη της κουβαλά τεράστια πίεση.
Και ποια είναι η λύση που προτείνεται; Μια νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 4,5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Όχι για να μειωθεί το κόστος του ρεύματος. Όχι για να προστατευθούν οι καταναλωτές. Όχι για να ενισχυθεί ο κοινωνικός ρόλος της εταιρείας. Αλλά για να καλυφθούν οι τρύπες του υπερδανεισμού και να συνεχιστεί ένα μοντέλο που συνδυάζει ακριβό ρεύμα για τους πολλούς με οικονομικά και χρηματιστηριακά οφέλη για τους λίγους.
Το ελληνικό δημόσιο
Εδώ δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο ούτε η κυβέρνηση. Το ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό ποσοστό στη ΔΕΗ. Δεν είναι θεατής. Δεν είναι ουδέτερος παρατηρητής. Αντί, λοιπόν, να παρεμβαίνει για να επιβάλει μια πραγματική κοινωνική στρατηγική, να φρενάρει τις πιο παράλογες επιλογές και να προστατεύσει τα νοικοκυριά από την ενεργειακή φτώχεια, παρακολουθεί τη διοίκηση να συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση: ακριβά τιμολόγια, διαφημίσεις, buybacks, μπόνους και νέο αίτημα δισεκατομμυρίων.
Και κάπου εδώ τελειώνουν οι δικαιολογίες. Η ακρίβεια στο ρεύμα δεν είναι απλώς ένα ουδέτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Είναι και αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών. Όταν σε μια χώρα με τόσο μεγάλο πρόβλημα κόστους ζωής ο βασικός πάροχος ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί σαν μηχανή χρηματοοικονομικής μεγέθυνσης και όχι σαν εταιρεία με δημόσια ευθύνη, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρηματικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η ΔΕΗ έχει ξεχάσει γιατί υπάρχει. Και η κυβέρνηση κάνει πως δεν βλέπει. Αντί για φθηνό και αξιόπιστο ρεύμα για όλους, έχουμε μια εταιρεία που ζητά όλο και περισσότερα από την κοινωνία και της επιστρέφει όλο και λιγότερα. Αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι μεταφορά βάρους προς τα κάτω και προστασία των λίγων προς τα πάνω.
Οι πολίτες δεν αντέχουν άλλο να πληρώνουν και να ακούνε ότι όλα γίνονται στο όνομα του εκσυγχρονισμού. Ο κοινωνικός ρόλος της ΔΕΗ δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο λόγος που αυτή η εταιρεία έχει τέτοιο βάρος στη χώρα. Και αν δεν επιστρέψει σε αυτόν τον ρόλο, τότε η λογοδοσία δεν είναι απλώς αναγκαία. Είναι επείγουσα.