Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο Αμερικανός πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε αμέσως το περιστατικό

Ο Αμερικανός πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε αμέσως το περιστατικό για να υπερασπιστεί το αμφιλεγόμενο σχέδιό του για τη μεγάλη αίθουσα δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο

Της Μαρίας Δεναξά

Πολλά έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί από την Κυριακή για την τρίτη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια του δείπνου των ανταποκριτών ξένου Τύπου του Λευκού Οίκου, στο ξενοδοχείο «Washington Hilton».

Ένα περιστατικό που προκάλεσε αμέσως ένα κύμα σκεπτικισμού ασυνήθιστης έκτασης. Τα γεγονότα, όπως έχουν αναφερθεί, είναι τα εξής: ο Κόουλ Τόμας Άλεν, καθηγητής, προγραμματιστής υπολογιστών και δημιουργός βιντεοπαιχνιδιών, που πρόσφατα διακρίθηκε ως «εκπαιδευτικός του μήνα» στην κομητεία του Λος Άντζελες, φέρεται ότι εισήλθε στο ξενοδοχείο και κινήθηκε προς την αίθουσα όπου βρίσκονταν περίπου 2.500 καλεσμένοι, έχοντας στην κατοχή του πολλά όπλα. Έριξε μερικούς πυροβολισμούς και τραυμάτισε ελαφρά έναν πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών, πριν τον ακινητοποιήσουν. Κανένα υψηλόβαθμο πρόσωπο δεν τραυματίστηκε. Ο Τραμπ βρισκόταν στο κτίριο.

Εκείνο που εντυπωσιάζει αρχικά δεν είναι τόσο η ίδια η πράξη όσο η αλληλουχία συμπτώσεων που τη συνοδεύει. Δύο ώρες πριν από τα γεγονότα η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολίν Λέβιτ δήλωνε δημόσια «θα υπάρξουν πυροβολισμοί απόψε», μια διατύπωση που σχολιάστηκε αμέσως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τον συνήθη καυστικό σαρκασμό. Ταυτόχρονα, το Fox News φέρεται ότι διέκοψε τη μετάδοση δημοσιογράφου που ανέφερε μια παρατήρηση του συζύγου της Λέβιτ, Νικολά Ρίτσι, η οποία θεωρήθηκε υπερβολικά προφητική. Αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν τίποτα… τροφοδοτούν, ωστόσο, και δικαίως, μια αυξανόμενη δυσπιστία.

Αυτός ο σκεπτικισμός δεν προέρχεται μόνο από τη σφαίρα των λεγόμενων συνωμοσιολόγων. Αρκετά μέσα ενημέρωσης, όπως είναι η επιστημονική ιστοσελίδα Wired και το προοδευτικό The New Republic, επισήμαναν πρόσφατα ότι ακόμη και η εκλογική βάση του Ντόναλντ Τραμπ, το λεγόμενο MAGA, αμφιβάλλει πλέον σε μεγάλο βαθμό για την απόπειρα δολοφονίας στο Μπάτλερ της Πενσιλβανίας τον Ιούλιο του 2024. Το CNN επιχείρησε να αποδομήσει αυτές τις αμφιβολίες, σε μια προσπάθεια που πολλοί έκριναν επιφανειακή. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ασήμαντη: όταν σχεδόν η πλειονότητα των υποστηρικτών ενός προέδρου δεν πιστεύει το επίσημο αφήγημα ως προς τις απειλές που τον αφορούν, πρόκειται για μια σοβαρή προειδοποίηση πρώτης τάξεως, ανεξάρτητα από την πραγματική διάσταση των γεγονότων.

Θεσμική αξιοπιστία 

Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται δεν είναι πρωτίστως αυτό της ενοχής ή της αθωότητας του υπόπτου. Πρόκειται για ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας: σε ποια κατάσταση βρίσκεται σήμερα η εμπιστοσύνη απέναντι στο επίσημο αφήγημα του αμερικανικού μηχανισμού ασφαλείας, ιδιαίτερα όταν αφορά το ίδιο το πρόσωπο του εν ενεργεία προέδρου;

Εκείνο που είναι τεκμηριωμένο είναι ότι ο Τραμπ εκμεταλλεύτηκε αμέσως το περιστατικό για να υπερασπιστεί το αμφιλεγόμενο σχέδιό του για τη μεγάλη αίθουσα δεξιώσεων στον Λευκό Οίκο, ένα σχέδιο που σήμερα έχει σταματήσει εξαιτίας δικαστικών προσφυγών που έχουν καταθέσει, μεταξύ άλλων, το National Trust for Historic Preservation (Εθνικό Ταμείο για τη Διατήρηση Ιστορικής Κληρονομιάς). Όπως δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, η νέα αίθουσα δεξιώσεων του Λευκού Οίκου είναι μεγάλη, πολύ ασφαλής, ανθεκτική στα drones και εξοπλισμένη με αλεξίσφαιρα τζάμια. «Χρειαζόμαστε αυτή την αίθουσα δεξιώσεων! Τη ζητούν οι μυστικές υπηρεσίες και ο στρατός. Τη θέλουν εδώ και 150 χρόνια για διάφορους λόγους. Αλλά σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Σήμερα χρειαζόμαστε ένα επίπεδο ασφάλειας χωρίς προηγούμενο», υπογράμμισε ο Τραμπ.

Η διοίκηση του Αμερικανού προέδρου έχει ήδη υποστηρίξει, σε δικαστικό επίπεδο, το έργο, τονίζοντας ότι η κατασκευή πρέπει να συνεχιστεί για «λόγους εθνικής ασφάλειας που είναι απόρρητοι», τους οποίους ο δικαστής μπορεί να εξετάσει, αλλά όχι οι ενάγοντες. Η σύμπτωση μεταξύ του περιστατικού της Κυριακής και των προσπαθειών του Τραμπ να επιβάλει τα επιχειρήματά του είναι, τουλάχιστον, εντυπωσιακή.

Η ιρανική εξίσωση 

Ακόμη πιο σοβαρή είναι η γεωπολιτική διάσταση που ανέδειξαν ορισμένοι παρατηρητές. Τρία στοιχεία επισημάνθηκαν σε σχέση με το Ισραήλ: το προφίλ του υπόπτου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φέρεται ότι προβάλλει φωτογραφία του με φούτερ στα χρώματα του Tsahal, του ισραηλινού στρατού, το όνομά του φαίνεται να αναζητήθηκε σε ιστότοπους ή μηχανές αναζήτησης στο Ισραήλ λιγότερο από 24 ώρες πριν από το περιστατικό και, τέλος, οι πυροβολισμοί φέρεται ότι σημειώθηκαν τη στιγμή που ένας Ισραηλινός ταχυδακτυλουργός, παρών στην εκδήλωση, αποκάλυπτε στη Μελάνια Τραμπ πληροφορίες που εκείνη θεωρούσε εμπιστευτικές. Αυτά τα τρία μεμονωμένα γεγονότα δεν σημαίνουν τίποτα. Μαζί, ωστόσο, τροφοδοτούν μια γεωπολιτική ανάγνωση: ενδεχομένως ενός μηνύματος προς τον Τραμπ σχετικά με τη διαχείρισή του στο ιρανικό ζήτημα.

Η συγκεκριμένη ανάγνωση αξίζει να εξεταστεί χωρίς όμως να γίνει αυτόματα αποδεκτή. Ο Ντόναλντ Τραμπ διανύει αδιαμφισβήτητα μια περίοδο πολιτικής αστάθειας: τα ποσοστά του πέφτουν, η εκλογική του βάση διαβρώνεται και ο πόλεμος, του οποίου οι οικονομικές συνέπειες αρχίζουν να γίνονται αισθητές, αναγνωρίζεται ως ο βασικός παράγοντας της επιδείνωσης της δυσαρέσκειας προς το πρόσωπό του. Συνεπώς, επιτακτική ανάγκη για τον Αμερικανό πρόεδρο θα ήταν να βρει μια έξοδο από την κρίση πριν η ζημιά που έχει δημιουργηθεί γίνει μη αναστρέψιμη. Ωστόσο, κάθε έντιμη έξοδος από τη σύγκρουση με το Ιράν προϋποθέτει παραχωρήσεις που η ισραηλινή κυβέρνηση θεωρεί απαράδεκτες. Η ένταση μεταξύ των άμεσων συμφερόντων του Τραμπ και εκείνων του Νετανιάχου είναι τεκμηριωμένη και πραγματική, ακόμη κι αν οι εκδηλώσεις της παραμένουν σε μεγάλο βαθμό μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Βεβαίως, θα ήταν απερίσκεπτο να βγουν οριστικά συμπεράσματα για τα πραγματικά αίτια του περιστατικού στο «Washington Hilton». Ωστόσο, είναι σαφές πως καθένα από τα γεγονότα που περιβάλλουν τη νέα απόπειρα δολοφονίας κατά του Ντόναλντ Τραμπ τροφοδοτούν μια μαζική δυσπιστία που γίνεται ορατή κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Αυτή η καχυποψία δεν είναι παράλογη. Εντάσσεται σε μια μακροχρόνια διάβρωση της εμπιστοσύνης προς το επίσημο αφήγημα ασφαλείας των ΗΠΑ. Μια δυσπιστία που ούτε η αμερικανική διοίκηση ούτε τα ΜΜΕ που τη στηρίζουν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να ανακόψουν και κάθε νέο περιστατικό τέτοιας σοβαρότητας την ενισχύει λίγο περισσότερο.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο