Η πιο σοβαρή κριτική στο επιτελικό κράτος δεν έρχεται πια από την αντιπολίτευση. Έρχεται από βουλευτές της ίδιας της ΝΔ, που περιγράφουν ένα μοντέλο εξουσίας όλο και πιο συγκεντρωτικό, όλο και πιο αποκομμένο από την κοινωνία.
Υπάρχουν στιγμές που ένα κυβερνητικό μοντέλο αποτυγχάνει όχι όταν το καταγγέλλουν οι αντίπαλοί του, αλλά όταν αρχίζουν να το περιγράφουν οι δικοί του άνθρωποι. Η ανοιχτή επιστολή των πέντε βουλευτών της ΝΔ ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Οι Αθανάσιος Ζεμπίλης, Ανδρέας Κατσανιώτης, Ξενοφών Μπαραλιάκος, Γιάννης Οικονόμου και Ιωάννης Παππάς δεν έγραψαν ένα ακόμη εσωκομματικό σημείωμα δυσαρέσκειας. Έβαλαν δημόσια στο τραπέζι κάτι πολύ βαρύτερο: ότι το μοντέλο διακυβέρνησης που χτίστηκε γύρω από το Μαξίμου και βαφτίστηκε «επιτελικό κράτος» έχει αρχίσει να παράγει ασφυξία ακόμη και μέσα στην ίδια την κυβερνητική παράταξη.
Η παρέμβασή τους είναι σημαντική. Διότι δεν μιλούν για μια επιμέρους αστοχία, ούτε για μια λάθος επιλογή προσώπων, ούτε για ένα πρόβλημα ύφους. Μιλούν για «νέο μοντέλο διακυβέρνησης», για υπερσυγκέντρωση εξουσιών, για στρεβλή σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση, την Κοινοβουλευτική Ομάδα και την κοινωνία. Με πιο απλά λόγια, λένε αυτό που εδώ και καιρό συζητιέται χαμηλόφωνα στη γαλάζια παράταξη: ότι όλο και λιγότεροι αποφασίζουν για όλο και περισσότερους, ενώ οι βουλευτές καλούνται απλώς να μεταφέρουν, να εξηγούν και τελικά να χρεώνονται αποφάσεις που δεν έχουν διαμορφώσει.
Το σύστημα Μητσοτάκη
Αυτό, φυσικά, δεν είναι τυχαίο. Είναι ο πυρήνας του ίδιου του συστήματος Μητσοτάκη. Από το 2019, το επιτελικό κράτος παρουσιάστηκε ως υπόσχεση αποτελεσματικότητας, συντονισμού και ταχύτητας. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε όλο και περισσότερο ως μηχανισμός συγκέντρωσης της πολιτικής ισχύος στο κέντρο, με υπουργούς συχνά περιορισμένους και εξωκοινοβουλευτικά πρόσωπα ή στενοί πυρήνες του Μαξίμου να αποκτούν δυσανάλογο ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: οι επιτυχίες πιστώνονται στην κορυφή, ενώ το πολιτικό κόστος διαχέεται προς τα κάτω. Αυτό ακριβώς είναι που πλέον οι ίδιοι οι βουλευτές της ΝΔ φαίνεται να μην αντέχουν άλλο να παριστάνουν πως δεν βλέπουν.
Η επιλογή Μαξίμου
Το Μαξίμου κατάλαβε αμέσως τον κίνδυνο. Γι’ αυτό και, αντί να σηκώσει το γάντι, έσπευσε να αποδραματοποιήσει την κατάσταση. Ο Παύλος Μαρινάκης χαρακτήρισε την επιστολή «κόσμια», ενώ σύμφωνα με τα ρεπορτάζ στο πρωθυπουργικό περιβάλλον υπήρχε σαφής επιλογή να μη μετατραπούν οι πέντε σε διακριτό εσωκομματικό πόλο. Αυτή η στάση δεν δείχνει άνεση. Δείχνει προσοχή. Διότι όταν η αμφισβήτηση έρχεται από μέσα, το πρόβλημα δεν λύνεται εύκολα με τις γνωστές κατηγορίες περί τοξικότητας ή πολιτικής εκμετάλλευσης. Αν το Μαξίμου απαντήσει επιθετικά, θα επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό που οι πέντε περιγράφουν: ένα κέντρο εξουσίας που δεν ανέχεται ούτε εσωτερική υπόμνηση των ορίων του.
Η επιστολή δεν είναι σημαντική επειδή απειλεί αριθμητικά την κυβέρνηση. Πέντε βουλευτές δεν απειλούν την πλειοψηφία. Είναι σημαντική επειδή απογυμνώνει πολιτικά το κυβερνητικό αφήγημα. Για χρόνια το επιτελικό κράτος πλασαρίστηκε ως η «σύγχρονη» απάντηση στο χάος, στις παλαιοκομματικές ισορροπίες και στις δήθεν αναποτελεσματικές συλλογικές διαδικασίες. Τώρα όμως οι ίδιοι οι βουλευτές της ΝΔ λένε, με τον δικό τους τρόπο, ότι αυτό το μοντέλο δεν παράγει μόνο έλεγχο. Παράγει και αποκοπή. Δεν λύνει απλώς προβλήματα. Δημιουργεί νέο δημοκρατικό έλλειμμα. Δεν ενισχύει μόνο το κέντρο. Αδειάζει την πολιτική λειτουργία γύρω του.
Η ασφυξία του κυβερνητικού μοντέλου
Γι’ αυτό και η υπόθεση ξεπερνά κατά πολύ τα εσωκομματικά. Όταν βουλευτές της συμπολίτευσης νιώθουν ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα έχει περιοριστεί σε ρόλο θεατή, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη ΝΔ. Αφορά συνολικά το πώς κυβερνάται η χώρα. Διότι το επιτελικό κράτος δεν είναι απλώς μια οργανωτική επιλογή. Είναι μια αντίληψη εξουσίας: λίγοι στο κέντρο, όλο και λιγότερη λογοδοσία, όλο και μεγαλύτερη απόσταση από την κοινωνική πραγματικότητα. Και όταν αυτό αρχίζει να αμφισβητείται δημόσια από τους ίδιους που το υπηρέτησαν, τότε η φθορά δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι δομική.
Στο τέλος, λοιπόν, το πιο ενδιαφέρον στην επιστολή των πέντε δεν είναι ο αριθμός τους. Είναι ότι είπαν φωναχτά κάτι που το Μαξίμου προσπαθεί καιρό να κρατά χαμηλά: πως το μοντέλο Μητσοτάκη δεν παράγει πια μόνο πειθαρχία, αλλά και ασφυξία. Και όταν ακόμη και οι βουλευτές της ΝΔ περιγράφουν το αδιέξοδο του Μαξίμου, το πρόβλημα δεν είναι ότι άνοιξε μια εσωκομματική κουβέντα. Ίσως μόνο ότι αυτή η κουβέντα άργησε τόσο πολύ να ανοίξει.