Της Σίσσυς Σταυροπιερράκου
Με στόχο να αντιμετωπιστεί το δυσθεώρητο ιδιωτικό χρέος προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, η κυβέρνηση επιχειρεί με δύο νέες ρυθμίσεις να δώσει ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που παραμένουν εγκλωβισμένα σε συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές. Στον πυρήνα των μέτρων που ανακοινώθηκαν χθες από τον πρωθυπουργό για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους, βρίσκονται η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού και η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων, για οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τα τέλη του 2023, δύο εργαλεία που, όπως επισημαίνεται, μπορούν να λειτουργήσουν είτε συμπληρωματικά είτε εναλλακτικά, ανάλογα με το προφίλ, τις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε οφειλέτη.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι περίπου το 80% από τα 113 δισ. ευρώ των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη φορολογική διοίκηση αφορά χρέη που δημιουργήθηκαν έως το 2019, στοιχείο που αναδεικνύει την παγίωση του προβλήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ρύθμιση των 72 δόσεων προβάλλει ως ένα τυποποιημένο σχήμα αποπληρωμής, στα πρότυπα της πάγιας ρύθμισης οφειλών, ενώ ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός προσφέρει πιο σύνθετες δυνατότητες, καθώς μπορεί, ανάλογα με τα εισοδήματα, την περιουσιακή κατάσταση και το ύψος των οφειλών, να οδηγήσει ακόμη και σε μερική διαγραφή χρέους.
Eιδικότερα:
1. Ρύθμιση 72 δόσεων
Τίθεται σε εφαρμογή μια νέα, ευνοϊκή ρύθμιση 72 δόσεων, η οποία αφορά οφειλές προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023, προσφέροντας διέξοδο σε περίπου 1,3 εκατομμύριο οφειλέτες, φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις. Η ρύθμιση θα ενεργοποιηθεί από τον προσεχή Ιούνιο ενώ οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση για να ενταχθούν. Προϋπόθεση για την ένταξη είναι η εξόφληση ή η ρύθμιση των τρεχουσών οφειλών βάσει της πάγιας ρύθμισης. Στη ρύθμιση μπορούν να ενταχθούν και οι τόκοι που έχουν βεβαιωθεί από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. H ρύθμιση αφορά δυνητικά 1,3 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα με ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους 31,5 δισ. ευρώ και 284.000 επιχειρήσεις-νομικά πρόσωπα με συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 63,5 δισ. ευρώ. Συνολικά μπορεί να καλύψει 95,3 δισ. οφειλών, οι οποίες δημιουργήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες προ του 2024 και παρέμειναν αρρύθμιστες έως και τις 21-4-2026.
Το επιτόκιο της ρύθμισης ανέρχεται σε 5,84%, ενώ το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης ορίζεται στα 30 ευρώ. Δεύτερη ευκαιρία παρέχεται και σε οφειλέτες που είχαν εντάξει παλαιότερα οφειλές στην πάγια ρύθμιση, αλλά στη συνέχεια την απώλεσαν. Η ένταξη στη ρύθμιση επιφέρει αυτόματη αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (κατασχέσεις, πλειστηριασμοί) για τα ρυθμιζόμενα χρέη ενώ χορηγείται φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα στους οφειλέτες.
Καθυστέρηση πληρωμής ακόμη και μίας δόσης συνεπάγεται επιβάρυνση με προσαύξηση 15%, γεγονός που καθιστά σαφές ότι η συνέπεια στις πληρωμές αποτελεί βασικό όρο για τη διατήρηση της ρύθμισης και την αποφυγή πρόσθετων επιβαρύνσεων.
H νέα ρύθμιση “κουμπώνει” με τη δυνατότητα άρσης κατάσχεσης τραπεζικού λογαριασμού, εφόσον εξοφληθεί το 25% της οφειλής και ρυθμιστεί το υπόλοιπο ποσό. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται άπαξ και αποσκοπεί στη διατήρηση ενός ελάχιστου επιπέδου ρευστότητας για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών, ιδίως για επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες.
2. Διεύρυνση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού
Επιτρέπεται για πρώτη φορά η ένταξη στον εξωδικαστικό μικροοφειλετών για χρέη που κυμαίνονται από 5.000 έως 10.000 ευρώ από 10.000 ευρώ και άνω που ίσχυε έως τώρα. Πρόκειται για μια αλλαγή που αναμένεται να εξασφαλίσει πρόσβαση στον μηχανισμό για επιπλέον 300.000 οφειλέτες. Το επιτόκιο διαμορφώνεται σε 3% καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, ενώ ο μηχανισμός μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει ακόμη και σε “κούρεμα” της οφειλής, των τόκων ή των προσαυξήσεων.
Τι συμφέρει τους οφειλέτες
Ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός αποτελεί την πιο απαιτητική διαδικασία. Ο οφειλέτης που εντάσσεται σε αυτόν υποχρεούται να συναινέσει στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, επιτρέποντας στο Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ να αποκτήσουν πλήρη εικόνα της οικονομικής του κατάστασης.
Με βάση αυτή την αξιολόγηση, μπορεί να προκύψει ρύθμιση έως και 240 μηνιαίων δόσεων δηλαδή η μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής που προβλέπεται σήμερα. Σημαντικό πλεονέκτημα είναι η δυνατότητα διαγραφής προσαυξήσεων και τόκων έως και 100%, αλλά και μερικής διαγραφής βασικής οφειλής που μπορεί να φτάσει έως και το 28%, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το επιτόκιο είναι σταθερό 3% όλη την περίοδο που διαρκεί η ρύθμιση. Από το 2025, για τους ευάλωτους οφειλέτες –με διευρυμένα κριτήρια– η πρόταση ρύθμισης που προκύπτει από τον αλγόριθμο καθίσταται υποχρεωτικά αποδεκτή από το Δημόσιο. Ωστόσο, πρόκειται για πιο χρονοβόρα διαδικασία, ενώ η απώλεια της ρύθμισης επέρχεται αν δεν καταβληθούν τρεις δόσεις ή δημιουργηθεί ληξιπρόθεσμη οφειλή αντίστοιχου ύψους. Αντίθετα, η ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί μια πιο απλή και άμεση λύση. Πρόκειται για τυποποιημένο σχήμα αποπληρωμής, χωρίς έλεγχο περιουσιακής κατάστασης, αλλά και χωρίς δυνατότητα διαγραφής χρέους. Ο οφειλέτης αποπληρώνει το σύνολο της βασικής οφειλής μαζί με τους τόκους της ρύθμισης, με υψηλά επιτόκιο περίπου 5,84%, ενώ η ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται στα 30 ευρώ.
Συγκριτικά, ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους, αλλά απαιτεί διαφάνεια, χρόνο και αυστηρή συμμόρφωση. Από την άλλη οι 72 δόσεις αποτελούν μια άμεση και λιγότερο απαιτητική επιλογή, χωρίς όμως τη δυνατότητα μείωσης της οφειλής, γεγονός που τις καθιστά πιο περιορισμένες ως προς το τελικό όφελος για τον οφειλέτη. Οι οφειλέτες θα επιλέξουν με βάση την οικονομική τους κατάσταση και το ύψος των χρεών που έχουν, ποια από τις δύο ρυθμίσεις είναι η πλέον συμφέρουσα για αυτούς.