Η Ευρώπη διαθέτει την επιστήμη, τις δεξιότητες και μια ισχυρή βιομηχανική βάση, αλλά την ξεπερνούν η Κίνα και οι ΗΠΑ σε επενδύσεις, κλινικές δοκιμές και προώθηση νέων φαρμάκων, σύμφωνα με νέα έκθεση της EFPIA.
Η έκθεση με τίτλο «Αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης ως τοποθεσίας για τη βιομηχανία των βιοεπιστημών», που έγινε από τη Charles River Associates, παρέχει την πρώτη ολοκληρωμένη επισκόπηση της ελκυστικότητας της ΕΕ ως προορισμού για φαρμακευτικές επενδύσεις, συγκριτικά με τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της όπως ΗΠΑ, Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο και Ελβετία.
Κάθε χρόνο, οι φαρμακευτικές επενδύουν 55 δισ. ευρώ σε έρευνα και ανάπτυξη στην ΕΕ, υποστηρίζουν περίπου 2,3 εκατ. θέσεις εργασίας και δημιουργούν περισσότερα από 366 δισ. ευρώ σε εξαγωγές. Χωρίς τη φαρμακευτική βιομηχανία, το συνολικό εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ θα μετατοπιζόταν από πλεόνασμα 133 δισ. ευρώ σε έλλειμμα 88 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την έκθεση, μόνο η κάλυψη του χάσματος στις επενδύσεις στην Έρευνα και Ανάπτυξη της βιομηχανίας θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλέον επενδύσεις ύψους 105 δισ. ευρώ κατά την επόμενη δεκαετία.
Η αύξηση του μεριδίου της Ευρώπης στις παγκόσμιες κλινικές δοκιμές θα μπορούσε να προσθέσει 18 δισ. ευρώ στην ευρωπαϊκή οικονομία, να δημιουργήσει περίπου 82.000 θέσεις εργασίας και να επιτρέψει σε 158.000 περισσότερους ασθενείς να συμμετάσχουν σε δοκιμές.
Η δε ενίσχυση των κανονιστικών οδών και του ευρύτερου οικοσυστήματος καινοτομίας θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων φαρμάκων, με τη δυνατότητα να φέρει περισσότερες από 200 επιπλέον νέες δραστικές ουσίες (NAS) στους ασθενείς και να αυξήσει τον αριθμό των φαρμάκων που προέρχονται από την Ευρώπη.
Τα δυνατά και αδύνατα σημεία της Ευρώπης
Στα πλεονεκτήματά της είναι η ισχυρή αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της μεταποίησης (15% σύνθετος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης 2018-2022, ξεπερνώντας το 11% της Κίνας) και ένα επίμονο εμπορικό πλεόνασμα που αντανακλά τις ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και τις εξαγωγικές δυνατότητες. Επίσης, η ισχυρή απόδοση στο ποσοστό των δημοσιεύσεων ιατρικών επιστημών που συγκαταλέγονται στις πιο συχνά αναφερόμενες (1%) παγκοσμίως.
Ωστόσο, η ανακάλυψη νέων δραστικών ουσιών (NAS) έχει μειωθεί κατά 20% στην ΕΕ όταν στην Κίνα έχει αυξηθεί κατά 470%. Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας της ΕΕ υπερβαίνει μόνο την Κίνα. Και όσον αφορά την προέλευση νέων φαρμάκων, η Κίνα ηγείται πλέον της ΕΕ και των ΗΠΑ ως δημιουργός νέων δραστικών ουσιών, από 4 NAS το 2018 σε 28 το 2024, που λανσάρονται όλο και περισσότερο σε ΗΠΑ και Ευρώπη.
Στην κυκλοφορία νέων φαρμάκων, κατά μέσο όρο, οι χώρες της ΕΕ πέτυχαν ποσοστό κυκλοφορίας 39%, σημαντικά χαμηλότερο από τις ΗΠΑ, οι οποίες ανέρχονται σε 85%.
Επιπλέον, εξακολουθούν οι ανισότητες μεταξύ των χωρών με τις κορυφαίες επιδόσεις στην ΕΕ, για παράδειγμα στη Γερμανία (61% κυκλοφορία συνολικά και 44% εντός 1 έτους), σε σύγκριση με τη Γαλλία (52% κυκλοφορία συνολικά και 23% εντός 1 έτους).
Οι αδυναμίες της ΕΕ
Οι αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας στην ΕΕ αυξήθηκαν μόνο 6% την περίοδο 2014-2024 όταν η αύξηση της Κίνας κατά 170% τονίζει τη στασιμότητα της ΕΕ. Οι τάσεις δείχνουν ότι η ΕΕ δεν αξιοποιεί ένα αναλογικό μερίδιο του κεφαλαίου κινητής καινοτομίας σε σχέση με παγκόσμιους ομολόγους της. Τα χρονοδιαγράμματα έγκρισης από τις ρυθμιστικές αρχές έχουν βελτιωθεί (430 ημέρες το 2024, από 464 το 2015), αλλά παραμένουν μεγαλύτερα από ό,τι στην Κίνα (390 ημέρες) και τις ΗΠΑ (356 ημέρες).
Η απόδοση της ΕΕ στις δαπάνες για φαρμακευτικά προϊόντα είναι 1% του ΑΕΠ της, σε σύγκριση με την Κίνα (1,8%) και τις ΗΠΑ (2,0%).
Επίσης, περισσότερα από 20 κράτη μέλη της ΕΕ εφαρμόζουν εργαλεία συγκράτησης του κόστους, όπως υποχρεωτικές εκπτώσεις, υποχρεωτικούς φόρους πωλήσεων και ανακτήσεις, ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα βασίζονται σε πιο περιορισμένες εκπτώσεις ή επιστροφές. Αυτοί οι μηχανισμοί αναφέρονται ευρέως ως αποτρεπτικοί για τις φαρμακευτικές επενδύσεις.
Και τέλος, κάθε χώρα στην ΕΕ, εκτός από την Ισπανία, χάνει μερίδιο στις κλινικές δοκιμές. Η απώλεια μεριδίου αγοράς της ΕΕ είναι η πιο ανησυχητική, καθώς το παγκόσμιο μερίδιο μειώθηκε από 22% το 2013 σε 12% το 2023.