Της Μάγδας Αναγνωστή*
Νεφελοκοκκυγία ονόμασε την πολιτεία των πουλιών ο Αριστοφάνης, στους περίφημους «Ορνιθές» του. Δηλαδή, πόλη των κοκκύγων (κούκκων) πάνω στα σύννεφα. Γιατί, άραγε, απ’ όλα τα πουλιά ο μέγιστος κωμωδιογράφος διάλεξε τον κούκκο για να ονοματίσει την (τουλάχιστον σουρεαλιστική και, φυσικά, εντελώς ουτοπική) πουλό-πολη της φαντασίας του; Σκέφτομαι καμιά φορά: μήπως γιατί ο κούκος, με το πρώιμο μαρτιάτικο κελάηδημά του προαναγγέλλει την άφιξη της άνοιξης, κι έτσι γίνεται (εκών – άκων) εξάγγελος μιας επερχόμενης ανανέωσης του κόσμου, σύμβολο τελικά της ελπίδας για το καινούργιο;
Μεταναστευτικό πουλί καταφτάνει από την κεντρική και τη νότια Αφρική, όπου διαχειμάζει, στις 25 του Μαρτίου, με το παλιό ημερολόγιο. Έτσι το θέλει, ανυπερθέτως, η λαϊκή παράδοση. Κάθεται μαζί μας μόλις τρεις μήνες, μέχρι τ’ Αϊ-Γιαννιού στις 24 Ιουνίου (πάντα κατά τη λαϊκή παράδοση, και πάντα με το παλιό ημερολόγιο), ίσα ίσα για να προλάβει να φέρει στον κόσμο μια καινούργια γεννιά μικρών κούκκων και ξαναφεύγει. «Βουβάθηκε σαν κούκος τ’ Αϊ-Γιαννιού» λέει μια παροιμιώδης έκφραση. Πότε έρχεται, λοιπόν, η άνοιξη; «Χωπόθ’ ο κόκκυξ είποι κόκκυ» λέει ο Αριστοφάνης. Ταυτόχρονα αναδεικνύει και την ετυμολογία της λέξης κόκκυξ – κούκκος (και όχι ανορθόγραφα κούκος) ως ηχοποίητης. Κόκκυ – κόκκυξ, Κούκκου – κούκκος. Οπωσδήποτε είναι «ο πρώτος των λοιπών πτηνών ημίν το έαρ αγγέλων» (Διονύσιος, Ορνιθιακά).
Παράξενο πουλί! Ένας αρχαίος μύθος θέλει τον Δία να μεταμορφώνεται σε κούκκο, προκειμένου να πλησιάσει ερωτικά την Ήρα που τον απέφευγε και στη συνέχεια της ιστορίας, βέβαια, να την παντρευτεί, διότι με τις θεές δεν παίζουν. Μια λαϊκή παράδοση πάλι, παράδοση που μνημονεύει ο Πολίτης, αναφέρει πως ο Κούκκος ήταν κάποτε άνθρωπος παντρεμένος με την Πούπα (τον τσαλαπετεινό), που κακοπερνούσε στα χέρια του, και γι’ αυτό οι θεοί τη μεταμόρφωσαν σε πουλί. Μετανιωμένος ο Κούκκος έγινε κι αυτός πουλί και απεγνωσμένα ζητά στα δάση και τα λιβάδια τη γυναίκα του.
Τον βαραίνουν τον φουκαρά ένα σωρό προλήψεις, όπως προδίδει ένα πλήθος λαϊκών δοξασιών και παροιμιών που αναφέρεται σε αυτόν, συχνά περιφρονητικές και υποτιμητικές, καθώς τον αντιπαραβάλλουν με το αηδόνι. Λέμε για κάτι άνευ αξίας που πληρώσαμε ακριβά «μας κόστισε ο κούκκος αηδόνι». Λέμε ακόμη, όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι αδύνατον να συμβεί, «να παίζει ο λύκος με τ’ αρνί κι ο κούκκος με τ’ αηδόνι». Στον κούκκο πάλι καταφεύγουμε για να προσδιορίσουμε κάποιον ως αμετροεπή: «ο κούκκος μάς εζήτησε αηδόνι να τον πούμε», ή «άκουσ’ ο κούκκος έναν λόγο και ξεκούφανε τον κόσμο». Και για να επιβεβαιώσει και η λαϊκή θυμοσοφία την ετυμολογική προέλευση του ονόματός του συμπεραίνει: «Ο κούκος μόνο ένα τραγούδι ξέρει», ή «ο κούκκος τραγουδάει τ’ όνομά του». Τον περιγράφει επίσης ως ανίκανο με την κοροϊδευτική φράση: «Μαζευτήκανε τα όρνια κι έκαναν τον κούκκο πρώτο», φράση που θυμίζει, άλλωστε, και τον μύθο του Αισώπου για την καρακάξα που φόρεσε τα παγωνόφτερα και έγινε βασίλισσα των πουλιών.
Του αποδίδουν πονηριά και οκνηρία, διερμηνεύοντας έτσι τον αναπαραγωγικό παρασιτισμό του, αφού είναι γνωστό πως ο κούκκος δεν κάνει δική του φωλιά, παρά αφήνει ένα αβγό του σε φωλιές άλλων πουλιών (ξενιστών) που το κλωσσούν και αναθρέφουν τον νεοσσό του, εις βάρος των δικών τους οι οποίοι δεν επιβιώνουν. Στην Πίνδο, μάλιστα, κοινή ήταν η πεποίθηση πως ο κούκκος από την τεμπελιά του δεν μεταναστεύει πετώντας, παρά… καβαλάει έναν ασπροπάρη, αυτόν τον εξαιρετικά μικρόσωμο βαλκανικό γύπα, που είναι γνωστός, για τον λόγο αυτό, ως κουκάλογο. Η πεποίθηση αυτή δεν αντιστοιχεί, βεβαίως, στην πραγματικότητα, όμως αντικατοπτρίζει το γεγονός πως είναι τα δύο πρώτα πουλιά που καταφτάνουν από την Αφρική την άνοιξη.
Τον θεωρούν δε και γρουσούζη. Προπάντων, αν τον ακούσει κανείς νηστικός το πρωί, κινδυνεύει με τρία χρόνια γρουσουζιά («κούκκου, τρυγόνας κούμπωμα, τρία χρόνια σκόνταμα») ή να τον βρει σοβαρή αρρώστια ή ακόμη και να χάσει τη φωνή του. Ο κούκκος μπορεί να τον κουμπώνει, τον ρουμπώνει, τον τσακίζει, τον πλανεύει, εξ ου και προέτρεπαν να πάρει κανείς ένα πρωινό πριν βγει για εργασία στην ύπαιθρο την άνοιξη, έστω «να φας τα φρέσκα τα κουκιά, μη σε πλανέψει ο κούκκος».
Ο καημένος ο κούκκος! Φορτώνεται τις… αμαρτίες του κόσμου! Σπάνια έχουν καλό λόγο για κείνον, όπως όταν λένε: «Άλλη του κούκκου η φωνή κι άλλη της κουκουβάγιας». Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ένα μικρό μοναχικό πουλί, ίσως και λίγο φοβιτσιάρικο, που κρύβεται σε δασώδεις περιοχές, μέσα σε θάμνους και σε βάτα. Κι από κει λαλεί καλώντας το ταίρι του, για να προλάβει να ζευγαρώσει και να αναπαραχθεί στο σύντομο διάστημα που παραμένει στα εύκρατα κλίματα της νότιας Ευρώπης. Πάντα μόνος εξ ου και η έκφραση «μόνος σαν κούκκος». Πιο επιεικείς οι αρχαίοι, έβλεπαν τους κούκκους τρεις τρεις. Γνωστή η έκφραση στους Αχαρνής του Αριστοφάνη «κόκκυγες τρεις», που ο Ησύχιος ερμηνεύει ως «επί υπονοηθέντων πλειόνων είναι, και ολίγων όντων», απόγονος της οποίας φαίνεται πως είναι η νεοελληνική «τρεις κι ο κούκκος», με ταυτόσημο περιεχόμενο. Προφανώς, όμως, τότε οι κούκκοι ήταν πολυπληθέστεροι, ενώ πλέον σήμερα σπανίζουν και κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Από τη συνήθειά του να παραμένει κρυμμένος προήλθε και το παιδικό παιχνίδι του κρυφτού, αλλά και το μωρουδίστικο που συνοδεύεται μάλιστα από το αντίστοιχο επιφώνημα «κούκου!». Αλλά και το παιχνίδι του πόκερ «κούκκος μονός», αυτό με το ένα κρυφό φύλλο. Στη συνέχεια ο κούκκος έγινε μέχρι ναυτικός σκούφος, πέρασε και στη σύγχρονη αργκό, με ποικίλες σημασίες.
Του αναγνωρίζουν ακόμη και προφητικές – μαντικές ιδιότητες. Αν κάποιος τον ρωτούσε «Κούκε μου, κουκάκι μου // κι αργυρό κουμπάκι μου / ήθελα να σε ρωτήσω / πόσα χρόνια θε να ζήσω;», θα έπαιρνε, υποτίθεται, την απάντηση μετρώντας τα λαλήματά του μετά το ερώτημα. Το ελάχιστο… κατόρθωμά του ήταν η δυνατότητα πρόγνωσης του καιρού για τη χρονιά που ερχόταν. «Αν λάληγε πριν του Βαγγελισμού, θα έκανε καλή χρονιά και θα ζέσταινε ο καιρός. Άμα άργηγε νά ’ρθει, δεν κινάγαν να φύγουν, να πάρουν τα βουνά οι τσοπάνηδες». Γι’ αυτό και τον αναθεμάτιζαν αν αργούσε: «Κούκκος σαν φέτος άκαιρος, του χρόνου ας μη λαλήσει».
Η σχέση του με τη ροή του χρόνου και τον κύκλο των εποχών αποτυπώθηκε παραστατικά στα ξύλινα ρολόγια τοίχου, τους περίφημους κούκκους, που τάραζαν την ησυχία παλιότερα σε τραπεζαρίες και σαλόνια, όταν άνοιγε το πορτάκι και πεταγόταν ο μικρός, χαριτωμένος, ξύλινος κούκκος για να μετρήσει με τα λαλήματά του τις ώρες και τις μισές. Κατασκευασμένα για πρώτη φορά στα μέσα του 18ου αιώνα, στον Μέλανα Δρυμό, μιμούνται τη φωνή του κούκκου και φέρνουν μια υπενθύμιση της άνοιξης μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά τα λατρεύουν!
Σε κάθε περίπτωση η κύρια αποστολή του μικρού πουλιού είναι να διαλαλήσει, πρώτο αυτό απ’ όλα τα πουλιά πως έρχεται η άνοιξη. Τι έρχεται; Ήρθε κιόλας! «Σας την έφερα ξανά» φωνάζει με όλη του τη δύναμη. Τέρμα οι βροχές κι οι καταιγίδες, τα χιόνια και οι παγωνιές, οι μανιασμένοι άνεμοι. Τέρμα οι σύντομες μέρες, το αδύναμο φως του ήλιου, η ανατριχίλα και η θλίψη. Τα πρώτα μπουμπούκια έχουν σπάσει ήδη πάνω στα δέντρα, σε λίγο θα γίνουν καρποί. Η φύση θα βρει «την γλυκιά της ώρα». Χαρείτε, γιορτάστε, απολαύστε τους κόπους σας. Όμως, με μέτρο! Όχι άκαιρα! Γιατί «ένας κούκκος δεν φέρνει την άνοιξη» λέει η πιο γνωστή παροιμία με θέμα τον κούκκο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Με δυο λόγια, πως για να εκπληρωθεί ένας σημαντικός στόχος δεν φτάνει μόνο ένας. Γιατί η άνοιξη είναι «ακριβή». Ένας μόνο κούκκος (ή ένα χελιδόνι) δεν είναι αρκετός «για να γυρίσει ο ήλιος». Χρειάζονται πολλοί, υπονοεί η παροιμία. Ο ποιητής πάλι λέει πως «θέλει δουλειά πολλή».
Τελικά φέρνει ένας κούκκος την άνοιξη; Κατά πόσον το παράδειγμα μπορεί να αποτελεί κινητήριο δύναμη και για άλλους ανθρώπους που είναι εδώ ή θα ‘ρθουν στο μέλλον; Μπορούμε να ελπίζουμε πως όσο υπάρχει ένας έστω κούκκος η άνοιξη δεν θα μας ξεχνάει;
*Αρχιτέκτων – συγγραφέας