Του Γιάννη Χ. Κουριαννίδη*
Η στρατηγική συνεργασία Ελλάδος – Ισραήλ αποτελεί μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε από συγκεκριμένες γεωπολιτικές ανάγκες και ισορροπίες. Σε μία περιοχή με συνεχή αστάθεια, όπως η δική μας, η ανάπτυξη συμμαχιών αποτελεί αναγκαιότητα. Ωστόσο, η ύπαρξη αυτής της συμμαχίας, όπως και κάθε άλλης, δεν συνεπάγεται ούτε ταύτιση αξιών ούτε άκριτη αποδοχή πολιτικών και πρακτικών των συμμάχων, όταν αυτές δεν συνάδουν με τις αρχές και την ιστορική συνείδηση του Ελληνισμού.
Οι Έλληνες, έχοντας στην κορωνίδα των αξιών τους τα αγαθά της ελευθερίας και του ανθρωπισμού, αλλά και τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο, δεν είναι δυνατόν να παραβλέπουν πρακτικές που παραβιάζουν κατάφωρα αυτά τα ιδεώδη. Όσα καταγράφονται εδώ και δεκαετίες στα παλαιστινιακά εδάφη, αλλά και μέσα στην ισραηλινή επικράτεια, με τη βία και τις απώλειες αμάχων, συνθέτουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, έχοντας πια πολύ μικρή σημασία για το ποια ήταν η αρχική αιτία αυτής της σύγκρουσης. Η Ιστορία της περιοχής είναι γεμάτη από πράξεις τρομοκρατίας, αντεκδίκησης και ωμότητας εκατέρωθεν, ωστόσο αυτά δεν μπορεί να χρησιμοποιούνται ως άλλοθι για τη διαιώνιση ενός φαύλου κύκλου βίας.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα αποκτά μία επιπλέον διάσταση, αφού η εξωτερική πολιτική οφείλει να υπηρετεί τα κρατικά μας συμφέροντα, χωρίς όμως να αποκόπτεται από το αξιακό πλαίσιο που καθορίζει την εθνική μας ταυτότητα. Ο διαχωρισμός αυτός, μεταξύ μίας στρατηγικής συνεργασίας και μίας ηθικής αξιακής διατύπωσης, δεν είναι εύκολος, είναι όμως αναγκαίος. Η στήριξη στο δικαίωμα ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ είναι δεδομένη και συμβατή με το Διεθνές Δίκαιο, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται και αποδοχή κάθε πολιτικής επιλογής ή στρατιωτικής πρακτικής που εφαρμόζεται στο όνομα αυτού του δικαιώματος.
Για έναν λαό, μάλιστα, όπως ο ελληνικός, που έχει ιδιαίτερα ισχυρούς δεσμούς με την ορθόδοξη παράδοση και με βαθιά ιστορική παρουσία στους Αγίους Τόπους, σαφώς και υπεισέρχεται στο όλο πλαίσιο και η παράμετρος της προστασίας των θρησκευτικών μας τόπων και συμβόλων. Η υπεράσπισή τους δεν αποτελεί μόνο θρησκευτική υποχρέωση αλλά και πολιτιστική ευθύνη. Γι’ αυτό και εικόνες όπως αυτή της βεβήλωσης του Εσταυρωμένου στον Λίβανο από τον ισραηλινό στρατό δεν είναι δυνατόν να ξεπερνιούνται χωρίς αντίδραση (και προφανώς η έκφραση της «βαθιάς θλίψης» του Νετανιάχου δεν είναι αρκετή). Πέρα από την αξιοποίηση όποιων οφελών σε επίπεδο ασφάλειας και διπλωματίας αποκομίζονται από συμμαχίες, πρέπει να εκφράζονται χωρίς περιστροφές τόσο η διαφωνία όσο και η καταδίκη πρακτικών που έρχονται σε αντίθεση με τις ηθικές αξίες του Ελληνισμού.
Η διεθνής κοινότητα έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι λειτουργεί συχνά με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Στο περιβάλλον αυτό η Ελλάδα έχει την ευκαιρία, αλλά και την ευθύνη, να διατηρήσει μία συνεπή και αξιακά θεμελιωμένη στάση, μέσα από τεκμηριωμένες παρεμβάσεις και ενεργό διπλωματική παρουσία. Το ζητούμενο δεν είναι η επιλογή στρατοπέδου υπό το βάρος όποιας συναισθηματικής ταύτισης, αλλά η συμβολή στη διαμόρφωση συνθηκών ειρήνης. Και αυτή η συμβολή προϋποθέτει καθαρές θέσεις, ειλικρίνεια και προσήλωση στις εθνικές μας αξίες. Κι αυτό γιατί στο τέλος της ημέρας η διπλωματική ισχύς μιας χώρας δεν αποτιμάται μόνο μέσα από τις συμμαχίες της, αλλά κυρίως με την ικανότητά της να υπερασπίζεται το δίκαιο, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτό είναι δύσκολο να το πράξει.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα», endohora@yahoo.gr