Του Παναγιώτη Λιάκου
Στις 10 Απριλίου 2026 εξεδόθη μια ιστορικής σημασίας απόφαση του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστηρίου, που δικαιώνει τους κατοίκους του Διστόμου σε υπόθεσή τους εναντίον του γερμανικού κράτους. Οι κάτοικοι του Διστόμου προσέφυγαν στα ιταλικά δικαστήρια για να αποζημιωθούν για τη μαζική σφαγή των προγόνων τους από τις κατοχικές δυνάμεις. Η «δημοκρατία» αφιέρωσε το κεντρικό πρωτοσέλιδο θέμα του φύλλου της Πέμπτης 16 Απριλίου 2026 σε αυτό το μείζον εθνικό θέμα.
Ως προσθήκη στο οπλοστάσιο των ελληνικών επιχειρημάτων μπορεί να λογίζεται και το τεράστιο έργο έρευνας και τεκμηρίωσης που προσέφερε ο αλησμόνητος δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Δημοσθένης Κούκουνας (1950-2022). Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται 13 έτη από τη δημοσίευση στην «κυριακάτικη δημοκρατία» συνέντευξης που είχα πάρει από τον Δημοσθένη Κούκουνα, με αφορμή την κυκλοφορία βιβλίου του που είχε θέμα τις ελληνικές αξιώσεις έναντι της Γερμανίας. Τιτλοφορείτο «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα δάνεια» (εκδοτικός οίκος Ερωδιός). Σε αυτό αποδεικνύεται με αδιάσειστα στοιχεία ότι οι Γερμανοί, μόνο για το κατοχικό δάνειο, μας χρωστούν τουλάχιστον 510 δισ. ευρώ!

Ακολουθούν τα σημαντικότερα σημεία της:
Πιστεύετε ότι το γεγονός πως μέχρι τώρα δεν έχει εισπραχθεί η γερμανική οφειλή του κατοχικού δανείου οφείλεται σε αμέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων;
Και μόνον, αν εξαιρέσουμε την περίπτωση να υπήρξε δόλος εκ μέρους ορισμένων Ελλήνων πολιτικών, είτε διότι δεν θέλησαν να ενοχλήσουν τη Γερμανία είτε διότι ίσως είχαν ιδιοτελή κίνητρα. Θα έπρεπε το ελληνικό κράτος με τη δεδομένη νομιμοποίηση που διαθέτει ως προς αυτή την απαίτησή του να έχει κινηθεί δραστήρια και αποτελεσματικά. Πιστεύω ότι τουλάχιστον από το 1995 μέχρι σήμερα η εκάστοτε πολιτική ηγεσία φέρει ευθύνες και ακόμη ότι θα όφειλε η ελληνική δικαιοσύνη να αναλάβει μια ανάλογη αποφασιστική πρωτοβουλία. Όπως και να το κάνουμε, δεν έχουμε μπροστά μας μια μικροαπαίτηση που θα μπορούσε να ρυθμιστεί ευνοϊκά υπέρ ενός φίλου και συμμάχου κράτους, αν και ο τρόπος που ελήφθη αυτό το δάνειο δεν θα το επέτρεπε ηθικά.
Έχετε μιλήσει κατ’ επανάληψη για ποσόν που υπερβαίνει το μισό τρισ. ευρώ. Πώς στοιχειοθετείται αυτό;
Είναι πολλοί εκείνοι που δεν γνωρίζουν περί τίνος ακριβώς πρόκειται και πολύ συχνά συγχέουν τα κατοχικά δάνεια με τις πολεμικές επανορθώσεις και αποζημιώσεις. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικά πράγματα και οφείλω να πω ότι για επανορθώσεις και αποζημιώσεις κατά καιρούς έχουν γίνει καταβολές, ανεξάρτητα αν η χώρα μας έχει ικανοποιηθεί πλήρως. Έχει μεγάλη σημασία να αντιληφθούμε πώς ακριβώς υποχρεώθηκε η κατεχόμενη Ελλάδα να δώσει αυτά τα χρήματα στους κατακτητές κατά την Κατοχή. Στο τελευταίο βιβλίο μου «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια» (Εκδόσεις Ερωδιός) έφερα στη δημοσιότητα όλα τα χρήσιμα στοιχεία και κυρίως εσωτερικά έγγραφα των κατακτητών, από τα οποία καταφαίνεται η όλη αλήθεια με τρόπο αδιαμφισβήτητο. Είναι, όμως, εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι η τότε χιτλερική Γερμανία, η οποία πλην των ανθρωπίνων και υλικών καταστροφών κυριολεκτικά λεηλάτησε την ελληνική οικονομία και τη γεωργική παραγωγή, θεώρησε υποχρέωσή της να δεσμευτεί ότι όσα εισέπραξε τότε θα τα επέστρεφε με το τέλος του πολέμου. Θα μπορούσε κάλλιστα -και κανείς δεν θα αποτολμούσε να αντιμιλήσει εκείνη την εποχή- να μη δώσει αυτή τη δέσμευση, ιδίως που είχε την ιδέα ότι θα κέρδιζε τον πόλεμο.
Αλλά η χιτλερική Γερμανία αυτοβούλως δεσμεύτηκε και μάλιστα περιέλαβε τον όρο της τιμαριθμικής ρήτρας. Αυτός ακριβώς ο όρος είναι που διαμορφώνει το πραγματικό ύψος του κατοχικού δανείου, το οποίο έχει τη μορφή κρατικής δανειακής σύμβασης, στο επίπεδο των 100 δισ. ευρώ κατά τη λήξη του πολέμου. Συνεπώς, αν χρησιμοποιήσουμε ένα χαμηλό επιτόκιο 2,5%, γίνεται λόγος για σημερινό ύψος 510 δισ. ευρώ και πλέον.
Ωστόσο, έχουν κατατεθεί στο τραπέζι από άλλους διαφορετικά ποσά, η δε κυβέρνηση ομιλεί μόλις για το ένα δέκατο όσων εσείς υποστηρίζετε.
Πράγματι υπάρχει μια ποικιλία αριθμών και υπολογισμών. Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που έχουν ασχοληθεί υπεύθυνα με το θέμα, σχεδόν όλοι δε παραγνωρίζουν τον βασικό όρο της τιμαριθμικής ρήτρας, που οι κατακτητές δεν θα τον έθεταν αν δεν ήξεραν ότι έχει βάση. Ασχολούμαι επί 40 και πλέον χρόνια με την ιστορική έρευνα για τα κατοχικά θέματα, περιλαμβανομένου και εκείνου της κατοχικής οικονομίας, και πραγματικά δεν έχω συναντήσει σοβαρές βιβλιογραφικές πηγές αντίθετες προς όσα υποστηρίζω. Υπολήπτομαι εξαιρετικά τον γνωστό παρ’ ημίν καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, με τον οποίο παρεμπιπτόντως δεν συμφωνώ σε όλα όσα έχει γράψει, αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την εμβάθυνση της ιστορικής του έρευνας σε ό,τι αφορά την περίοδο αυτή. Ο Γερμανός καθηγητής Φλάισερ λοιπόν κάνει λόγο για γερμανική οφειλή του κατοχικού δανείου που ανέρχεται σήμερα σε 100 δισ. Έχουν λεχθεί και άλλα, ιδίως από ανιστόρητους Έλληνες παράγοντες του δημόσιου βίου, που δεν λαμβάνουν υπόψη, καλά δεν λαμβάνουν υπόψη το δικό μου βιβλίο, ούτε του Φλάισερ την εκτίμηση. […]
Βλέπετε, όμως, ότι το σύγχρονο γερμανικό κράτος δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι, πέραν της ουσίας, αυτό το χρέος έχει την έννοια «χρέους τιμής». Ενός χρέους που το προκάτοχό του χιτλερικό κράτος δεν είχε διστάσει ανεπιφύλακτα να αναγνωρίσει, υποσχόμενο μάλιστα ότι θα το εξοφλήσει μόλις λήξει ο πόλεμος. Οι πάσης βαθμίδος Γερμανοί αξιωματούχοι εκείνης της εποχής επέδειξαν μεγαλύτερη εντιμότητα από έναν θρασύτατο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που τόσο θορυβήθηκε την περασμένη εβδομάδα όταν ακούστηκε ελληνική φωνή να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο. Και μας συνέστησε να μην… κοιτάμε πίσω. Γελοιότητες!
Πιστεύετε ότι μπορεί κάτι να γίνει και να μας πληρώσουν οι Γερμανοί τα κατοχικά δάνεια;
Θα ήθελα να είχα τη δύναμη να πω ότι μια τέτοια αδιαμφισβήτητη εθνική απαίτηση δεν μπορεί παρά να ικανοποιηθεί, έστω και καθυστερημένα. Δυστυχώς, όμως, στη σημερινή εποχή, που η Ελλάδα έχει στερηθεί την εθνική της κυριαρχία και μάλιστα την έχει στερηθεί με φαρδιές – πλατιές τις υπογραφές Ελλήνων πολιτικών ηγετών, όλα είναι πιθανά.