Στα όρια της έχει φτάσει η φαρμακοβιομηχανία των πολυεθνικών στην Ελλάδα λόγω των υπέρογκων υποχρεωτικών επιστροφών που στραγγίζουν τα αποθέματά της, με αποτέλεσμα να αποσύρονται σκευάσματα ή να έρχονται λιγότερα νέα καινοτόμα φάρμακα.
Μιλώντας στο euractiv.com ο πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, Ολύμπιος Παπαδημητρίου εξήγησε ότι οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 10,9% από το 2019 έως το 2024 ενώ την ίδια στιγμή η δημόσια χρηματοδότηση αυξήθηκε κατά CAGR μόνο 3,65%. Το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των δύο είχε οδηγήσει σε αύξηση του μέσου ποσοστού clawback περισσότερο από 58%.
Επιπλέον, σύμφωνα με την Έρευνα Δεικτών Αναμονής Ασθενών της EFPIA για το 2024, μόνο το 25% των φαρμάκων που εγκρίθηκαν από το 2020 έως το 2023 είναι πλήρως διαθέσιμα στην Ελλάδα.
Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να έχει κάνει έστω και καθυστερημένα κάποιες μεταρρυθμίσεις, όμως σύμφωνα με τις εταιρείες ο αντίκτυπος από αυτές είναι περιορισμένος. Και σε όλο αυτό το χάος έρχεται να προστεθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως στη Μέση Ανατολή, που ήδη επηρεάζουν αρνητικά το εμπόριο, τις επενδύσεις και την οικονομική σταθερότητα, ενώ οι ευρύτερες αλλαγές στο παγκόσμιο φαρμακευτικό τοπίο προσθέτουν περαιτέρω αβεβαιότητα. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη αγωνίζεται να συμβαδίσει με τους διεθνείς ανταγωνιστές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα.
Επιπροσθέτως ο ευνοϊκός κανόνας για τα φαρμακευτικά προϊόντα MFN (Most Favored Nation – Μάλλον Ευνοούμενο Κράτος) όπως φαίνεται θα εντείνει περισσότερο την πίεση στην ελληνική αγορά καθώς θα αλλάξει η πολιτική τιμολόγησης ειδικά για τις ΗΠΑ, διότι η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να πληρώνει για τα φάρμακα τις χαμηλότερες τιμές που ισχύουν σε άλλες χώρες με παρόμοια οικονομικά μεγέθη. Και παρά τις αντιδράσεις διεθνώς, μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν συμφωνήσει να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα MFN με σημαντικές εκπτώσεις σε συγκεκριμένα φάρμακα προς το παρόν.
Ο κ. Παπαδημητρίου σχολίασε επίσης: «Επειδή η Ελλάδα δεν είναι μεταξύ των χωρών στις οποίες επικεντρώνονται κυρίως οι ΗΠΑ, δεν σημαίνει ότι οι εταιρείες θα αποδεχτούν εξαιρετικά χαμηλές τιμές εδώ απλώς και μόνο επειδή δεν βρισκόμαστε ως χώρα άμεσα στο πεδίο εφαρμογής. Σε όλη την Ευρώπη, υπάρχει εκτεταμένη εξωτερική τιμολόγηση αναφοράς και καμία εταιρεία είναι πιθανό να μην αποδεχτεί ένα μεγάλο χάσμα μεταξύ των τιμών στις αγορές πρώτης βαθμίδας και εκείνων στις αγορές δεύτερης ή τρίτης βαθμίδας. Σε αυτό είναι πιο εύκολο να υπάρξει διαχείριση για τα νέα φάρμακα, ενώ για τα παλαιότερα προϊόντα, η κατάσταση έχει ήδη διαμορφωθεί».