Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Η ζυγαριά της Mercosur: Ποια ελληνικά προϊόντα απειλούνται και ποια ευνοούνται

Της Ξανθής Γούναρη

“Οι μορφές εξαφανίζονται, οι λέξεις μένουν, για να σημαίνουν το αδύνατο”. Η φράση του Augusto Roa Bastos μοιάζει να συνοψίζει τη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur στην Ασουνσιόν. Όχι επειδή ειπώθηκε από το βήμα, αλλά επειδή αιωρήθηκε πάνω από την τελετή.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επέλεξε να αναφερθεί στον μεγάλο Παραγουανό ποιητή ως σύμβολο των βαθιών δεσμών ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική: ενός ανθρώπου που έζησε και δημιούργησε “ανάμεσα” στις δύο ηπείρους, μετατρέποντας τη λέξη σε γέφυρα ιστορίας, πολιτισμού και ταυτότητας.

Γιατί οι μορφές μιας εμπορικής συμφωνίας -τα άρθρα, οι δασμοί, οι ποσοστώσεις- αλλάζουν, αναθεωρούνται, ξεχνιούνται. Οι λέξεις όμως μένουν: “ιστορική συμφωνία”, “ελεύθερο εμπόριο”, “αμοιβαίο όφελος”. Και είναι αυτές που, στο τέλος, καλούνται να σημαίνουν το αδύνατο: τη συνύπαρξη άνισων οικονομιών, διαφορετικών συνθηκών και επιπέδων κόστους παραγωγής, ασύμμετρων αγροδιατροφικών μοντέλων κάτω από την ίδια ομπρέλα κανόνων.

Εκεί ακριβώς αρχίζει η πραγματική δοκιμασία της Mercosur για την Ελλάδα. Σήμερα στο Capital οκτώ παράγοντες της αγοράς εξηγούν πως πίσω από τη ρητορική των ευκαιριών και της γεωπολιτικής σύγκλισης, η ζυγαριά δεν γέρνει το ίδιο για όλους.

Η ζυγαριά της Mercosur: Ποια ελληνικά προϊόντα απειλούνται και ποια ευνοούνται

Το εμπορικό χάσμα: 1 προς 6

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Το 2024, η Ελλάδα εξήγαγε στις χώρες της Mercosur αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά αξίας μόλις 34,5 εκατ. ευρώ. Την ίδια χρονιά, εισήγαγε από την ίδια περιοχή προϊόντα αξίας 452,1 εκατ. ευρώ. Μια αναλογία 1 προς 13 που δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνείες.

Συνολικά, οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Mercosur έφτασαν τα 109,3 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ οι εισαγωγές ανήλθαν στα 644,5 εκατ. ευρώ – μια διαφορά που καταδεικνύει την ασυμμετρία στις εμπορικές σχέσεις. Η Βραζιλία αποτελεί τον κυριότερο προμηθευτή με εισαγωγές 334,6 εκατ. ευρώ, ακολουθούμενη από την Αργεντινή με 297,8 εκατ. ευρώ.

“Αν το δω μόνο από την πλευρά της φέτας, η απάντηση είναι υπέρ”, λέει ο Χρήστος Αποστολόπουλος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ). “Αν το δω όμως γενικότερα από την πλευρά των υπολοίπων προϊόντων, θα έλεγα ότι για κάποια είναι θετικά, για κάποια ίσως είναι αρνητικά”.

Βιοποικιλότητα: Το φυσικό προστατευτικό τείχος

Πέρα από τις δικλίδες ασφαλείας και τους ελέγχους που προβλέπει η συμφωνία, η ελληνική παραγωγή διαθέτει ένα φυσικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που συχνά υποτιμάται: τη βιοποικιλότητα.

“Ένα πράγμα για το οποίο δεν μιλάει κανένας στα αγροτικά είναι η βιοποικιλότητα”, επισημαίνει ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, πρόεδρος του Ελληνολατινικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου με 50 μέλη. “Άλλα παράγει μαζικά η Αργεντινή και η Βραζιλία και άλλα παράγει η Ελλάδα. Δεν έχουν κρόκο Κοζάνης, δεν έχουν ελιά Καλαμών. Ούτε πρόκειται να φυτευτεί ποτέ στη Βραζιλία ελιά Καλαμών”.

Η βιοποικιλότητα λειτουργεί ως διπλό όπλο: αφενός προστατεύει την εγχώρια αγορά από τον ανταγωνισμό προϊόντων που απλά δεν μπορούν να παραχθούν σε αυτές τις χώρες, αφετέρου δίνει μοναδικό πλεονέκτημα στις εξαγωγές.

Στον σχεδιασμό της στρατηγικής προβολής, το μεταφορικό κόστος αποτελεί επιπλέον παράγοντα προστασίας. “Υπάρχει σοβαρό μεταφορικό κόστος”, τονίζει ο κύριος Αντωνόπουλος. “Στα περισσότερα αγροτικά προϊόντα, όπου το margin είναι πάντοτε πάρα πολύ μικρό, το μεταφορικό, είναι μη ανταγωνιστικό”. Με άλλα λόγια: “Προστατευόμαστε από βιοποικιλότητα και από τα κόστη μεταφορικών”, συμπληρώνει.

Οι χαμένοι: Κτηνοτροφία, ρύζι, μέλι

Σε ό,τι αφορά το βόειο κρέας η συμφωνία προβλέπει αυξημένες ποσοστώσεις 99.000 μετρικών τόνων, που αντιστοιχούν στο 1,6% της κατανάλωσης στην ΕΕ. “Θεωρούμε ότι θα έρθουν κρέατα τα οποία παράγονται κάτω από άλλες συνθήκες”, επισημαίνει ο Δημήτρης Μόσχος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ). “Κάποια αντιβιοτικά εκεί επιτρέπονται, ενώ στην Ευρώπη απαγορεύονται. Αυξητικοί παράγοντες, που στην Ευρώπη απαγορεύονται, ενώ εκεί επιτρέπονται”.

Το κόστος παραγωγής αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα. Στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, οι αγελάδες βόσκουν σε εκτατικές φάρμες με ελάχιστο κόστος, ενώ στην Ευρώπη η εντατική κτηνοτροφία απαιτεί υψηλές επενδύσεις σε υποδομές.

Το ρύζι αποτελεί άλλο ένα ευαίσθητο προϊόν. “Η παραγωγή της Ελλάδας είναι 160.000 τόνοι. Εξήντα χιλιάδες είναι η κατανάλωση της Ελλάδας”, αναφέρει ο Συμεών Διαμαντίδης, πρόεδρος του ΣΕΒΕ. “Αν εισαχθούν άλλοι 60.000 τόνοι από εκεί, οι τιμές θα καταρρεύσουν. Και το 70% του ρυζιού παράγεται στην περιοχή της Θεσσαλονίκης”.

Το μέλι βρίσκεται επίσης στο στόχαστρο. Η Ελλάδα παράγει 25.000 τόνους ετησίως. “Αν έρθουν όλες οι 25.000 τόνοι, πώς θα πάει η τιμή;” αναρωτιέται ο Σ. Διαμαντίδης.

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το ζήτημα του καλαμποκιού. “Η Βραζιλία φεύγει από τον παραγωγό, που παράγει καλαμπόκι έξι λεπτά και βγάζει κέρδος, ενώ στην Ελλάδα το καλαμπόκι για να παράξει κέρδος θα πρέπει να είναι η τιμή του παραγωγού πάνω από 22 λεπτά”, τονίζει ο Δ. Μόσχος.

Το σκάνδαλο των ελιών

Μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της συμφωνίας αποκαλύφθηκε “κάτω από τα ραντάρ”. Ο Κωνσταντίνος Ζούκας, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταποιητών-Τυποποιητών-Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ), περιγράφει πώς ανακάλυψε το πρόβλημα: “Κάποια στιγμή ο πρόεδρος της αντίστοιχης Ισπανικής Ένωσης, μου λέει: ‘Εδώ, έχουμε πρόβλημα συνάδελφε'”.

Η συμφωνία προβλέπει σταδιακή κατάργηση των δασμών στις επιτραπέζιες ελιές που προέρχονται από τις χώρες της Mercosur εντός επτά ετών, ξεκινώντας από το σημερινό επίπεδο 12,8%. Ταυτόχρονα, οι αγορές της Mercosur παραμένουν κλειστές για τις ευρωπαϊκές ελιές, οι οποίες συνεχίζουν να επιβαρύνονται με δασμούς 12,6%.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ασυμμετρία αυτή οφείλεται σε πίεση που άσκησε η Αργεντινή κατά τη διαπραγμάτευση. Ενώ αρχικά η πρόβλεψη ήταν για πλήρη αμοιβαιότητα στην άρση των δασμών, στο τελευταίο στάδιο η Αργεντινή, που διαθέτει σημαντική παραγωγή επιτραπέζιων ελιών (80.000-100.000 τόνους ετησίως), επέμεινε στον χαρακτηρισμό του προϊόντος ως “ευαίσθητου” για την εγχώρια αγορά της.

Το γεγονός αυτό πέρασε απαρατήρητο από τους ελληνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς, με τον κλάδο να το ανακαλύπτει εκ των υστέρων μέσω των επαφών με τους Ισπανούς και Ιταλούς συναδέλφους του.

Η Βραζιλία καταναλώνει 120.000 τόνους ελιών ετησίως, αποτελώντας μία από τις σημαντικές αγορές παγκοσμίως — μια αγορά που πλέον θα παραμείνει δύσκολα προσβάσιμη για τους Ευρωπαίους παραγωγούς εάν δεν “θεραπευτεί” το πρόβλημα.

Τα προϊόντα ΠΟΠ: Μια θωράκιση με κενά

Η συμφωνία προστατεύει 344 διακριτά προϊόντα τροφίμων και ποτών συνολικά στην ΕΕ, από τα οποία 21 είναι ελληνικά. Μεταξύ αυτών: φέτα, ελαιόλαδο Καλαμάτας και Λυγουριού, ελιά Καλαμάτας, Κορινθιακή σταφίδα, κρόκος Κοζάνης, μανούρι, κεφαλογραβιέρα, μαστίχα Χίου, καθώς και κρασιά Μαντινείας, Νάουσας, Νεμέας, Σαντορίνης, Σάμου.

“Η φέτα έχει το λεγόμενο grand fathering επτά ετών”, εξηγεί ο κύριος Αποστολόπουλος. “Δίνεται το δικαίωμα σε αυτούς που παράγουν σήμερα τυριά απομίμησης φέτας να συνεχίσουν να το κάνουν για επτά χρόνια”.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο οξύ για προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στη λίστα προστασίας. Ο Δημήτρης Καπούνης, πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου, αναφέρει χαρακτηριστικά: “Η γραβιέρα της Νάξου, η οποία βγήκε πρώτο πιάτο παγκοσμίως το 2025 και πρώτο τυρί το 2026, παγκοσμίως, δεν προστατεύεται”.

Οι κερδισμένοι: Κονσερβοποιία και ακτινίδια

Δεν είναι όμως όλα αρνητικά. Ορισμένοι κλάδοι βλέπουν ευκαιρίες στο άνοιγμα μιας αγοράς 270 εκατομμυρίων καταναλωτών.

“Στην κονσερβοποιία θα έχουμε θετική προοπτική”, εκτιμάται. Τα ροδάκινα κονσερβοποιίας αντιμετωπίζουν σήμερα δασμούς 52%, οπότε η κατάργησή τους θα δώσει σημαντική ώθηση.

Το ακτινίδιο αποτελεί άλλη μια ευκαιρία. “Τα ροδάκινα, η φέτα, το ακτινίδιο — αυτά έχουν πεδίο δόξης λαμπρό”, λέει ο κύριος Διαμαντίδης.

Ελιές Ελαιόλαδο

Ελαιόλαδο: Η στρατηγική ευκαιρία της Βραζιλίας

Το ελληνικό ελαιόλαδο αναδεικνύεται ως ένας από τους μεγάλους κερδισμένους της συμφωνίας, τόσο λόγω του ανοίγματος νέων αγορών όσο και λόγω της προστασίας που αποκτά από τον ανταγωνισμό τρίτων χωρών.

“Μόνο θετική μπορεί να είναι για το ελληνικό ελαιόλαδο η συμφωνία”, υποστηρίζει ο Κ. Αντωνόπουλος. “Έτσι θα εμποδιστεί κυρίως η διείσδυση της Τυνησίας, η οποία πλέον έχει παραγωγή 500.000 τόνων, μεταξύ αυτών και κορωνέικη ποικιλία”.

Η Τυνησία αποτελεί σήμερα έναν από τους κύριους ανταγωνιστές του ελληνικού ελαιολάδου στις διεθνείς αγορές. Η παραγωγή κορωνέικης ποικιλίας στη χώρα της Βόρειας Αφρικής έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας πίεση στις τιμές των ελληνικών εξαγωγών.

Η μείωση ή κατάργηση των δασμών στα ευρωπαϊκά (και ελληνικά) ελαιόλαδα που προορίζονται για τις χώρες της Mercosur εκτιμάται ότι θα έχει τριπλό θετικό αποτέλεσμα:

Πρώτον, θα αυξήσει τη συνολική ζήτηση, καθιστώντας το προϊόν πιο προσιτό σε ευρύτερα στρώματα καταναλωτών. Η Βραζιλία, με πληθυσμό άνω των 200 εκατομμυρίων και αυξανόμενη αγοραστική δύναμη, αποτελεί ιδανική αγορά για διείσδυση.

Δεύτερον, θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών και ελληνικών branded προϊόντων έναντι των ανταγωνιστών από τρίτες χώρες που δεν απολαμβάνουν παρόμοιων δασμολογικών πλεονεκτημάτων.

Τρίτον, θα ενισχύσει τον ρόλο της Βραζιλίας ως στρατηγικής αγοράς για τα premium ελληνικά extra virgin ελαιόλαδα (EVOO). Σε αντίθεση με την Ευρώπη, όπου ενισχύεται η ιδιωτική ετικέτα (private label), σε αγορές όπως οι ΗΠΑ και η Βραζιλία το brand έχει ξεκάθαρη αξία.

Η στρατηγική αυτή ταιριάζει απόλυτα με το προφίλ της ελληνικής παραγωγής: μικρής κλίμακας, υψηλής ποιότητας, με έμφαση στις μονοποικιλιακές ετικέτες και τη γεωγραφική προέλευση.

Κρασί: Ο διπλός ανταγωνισμός

Στον οινικό τομέα, η συμφωνία Mercosur έχει διττό χαρακτήρα. Από τη μια πλευρά, ανοίγει μια τεράστια αγορά για τα ελληνικά κρασιά, με τη Βραζιλία να αποτελεί ιδιαίτερα ελκυστικό προορισμό. Από την άλλη, η ελληνική αγορά θα δεχτεί φθηνά κρασιά από τη Νότια Αμερική, κυρίως από την Αργεντινή.

“Ούτως ή άλλως μπαίνουν ποσότητες οίνου από τη Νότια Αμερική. Οπότε ο ανταγωνισμός υπάρχει.”, επισημαίνουν πηγές από την ελληνική οινοβιομηχανία. “Οι τιμές είναι πάρα πολύ χαμηλές και έρχονται μεγάλες ποσότητες χύμα”.

Η Αργεντινή είναι η κορυφαία χώρα οινοπαραγωγής στην περιοχή, ακολουθούμενη από τη Χιλή. Τα κρασιά Malbec από την Αργεντινή έχουν ήδη σημαντική παρουσία στα ευρωπαϊκά ράφια, ενώ η άρση των δασμών αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τις εισαγωγές, κυρίως στα χαμηλά και μεσαία τιμολογιακά επίπεδα.

Η ελληνική παρουσία στη Νότια Αμερική παραμένει περιορισμένη. “Η Ελλάδα, επειδή ποτέ δεν μπορεί να μιλάει για όγκους, είναι μια χώρα σχετικά μικρή”, αναγνωρίζουν οι ίδιες πηγές. Ωστόσο, η άποψη στον κλάδο είναι ότι υπάρχει μέλλον: “Το ποιοτικό ελληνικό κρασί έχει πολύ μεγάλο μέλλον στην αγορά της Νότιας Αμερικής”.

Η Βραζιλία, με πληθυσμό άνω των 200 εκατομμυρίων, αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά της Mercosur. “Η αγορά της Βραζιλίας εξελίσσεται και κοινωνικά και οικονομικά. Πλησιάζει ακόμα περισσότερο την Ευρώπη”, σημειώνουν παράγοντες του κλάδου.

Το πλεονέκτημα των ελληνικών κρασιών δεν βρίσκεται στην ποσότητα αλλά στη σαφή ταυτότητα. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα, όμως, απαιτείται δράση. “Πρέπει να είμαστε εκεί. Πρέπει να ενεργοποιηθούμε περισσότερο στο κομμάτι της προώθησης και της προβολής”, τονίζουν οι πηγές από τον κλάδο, υπογραμμίζοντας ότι η απλή άρση των δασμών δεν εγγυάται επιτυχία χωρίς συντονισμένη στρατηγική εξαγωγών.

Οι υπηρεσίες: Το κρυφό όπλο

Παράλληλα με τα αγροτικά προϊόντα, ο Αντωνόπουλος επισημαίνει τις ευκαιρίες στον τομέα των υπηρεσιών. Οι ελληνικές εξαγωγές υπηρεσιών προς τη Mercosur ανέρχονται σε 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, με τις μεταφορές να αντιπροσωπεύουν 1,5 δισ. ευρώ.

Η κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. “Βγάζαμε λεφτά πολλά στην Αργεντινή και δεν μπορούσαμε να τα εξάγουμε. Αυτό καταργείται”, επισημαίνει ο κύριος Αντωνόπουλος.

Το ζήτημα των ελέγχων

Ένα κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί όλους τους εμπλεκόμενους είναι αν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα είναι αρκετά αποτελεσματικοί.

Στην Αργεντινή και τη Βραζιλία καλλιεργούνται γενετικά τροποποιημένες ποικιλίες σε έκταση 900 εκατ. στρεμμάτων — περίπου 30 φορές η συνολική γεωργική γη της Ελλάδας.

“Το 52% των φαρμάκων σήμερα που χρησιμοποιούν εκεί, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν τα έχει εγκρίνει”, προειδοποιεί ο κύριος Διαμαντίδης.

Η ατραζίνη, ένα ζιζανιοκτόνο που χρησιμοποιείται στη Λατινική Αμερική για το καλαμπόκι, έχει απαγορευτεί στην Ευρώπη από το 1996. “Αυτό μεταφέρεται αμέσως-αμέσως στο κρέας”, επισημαίνει ο κύριος Μόσχος.

Η γεωπολιτική διάσταση

Πέρα από τα οικονομικά δεδομένα, η συμφωνία έχει βαθιά γεωπολιτική σημασία. Υπογράφηκε μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, με την Ευρώπη να αναζητά νέες συμμαχίες εν μέσω της αβεβαιότητας που δημιουργούν οι δασμοί του Τραμπ και η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αμερική.

Η συμφωνία δημιουργεί μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως, καλύπτοντας 700 εκατ. πολίτες και σχεδόν το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το Bloomberg Economics εκτιμά ότι θα ενισχύσει την οικονομία της Mercosur έως 0,7% και της Ευρώπης κατά 0,1%.

γεωργία

Ούτε σωτηρία ούτε καταστροφή

Η ελληνική γεωργία απασχολεί περίπου 400.000 άτομα, το 10%-11,5% του εργατικού δυναμικού της χώρας — από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος είναι 4,2%. Η σημασία του αγροτικού τομέα για την εθνική οικονομία είναι προφανής.

Ο Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, συνοψίζει το δίλημμα: “Για να μπορέσει να κριθεί η συμφωνία, απαιτούνται δύο πράγματα. Πρώτον: να υπάρξει συντονισμένη στρατηγική και συνεργασία του κράτους με τις επιχειρήσεις. Και το δεύτερο, το κράτος θα πρέπει να έχει ελεγκτικούς μηχανισμούς”.

Καθώς η συμφωνία περιμένει την επικύρωση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Από τη μια, μια αγορά 270 εκατομμυρίων καταναλωτών ανοίγει χωρίς δασμούς, δίνοντας στα ποιοτικά ελληνικά προϊόντα -φέτα, ελαιόλαδο, ακτινίδια, κονσερβοποιημένα ροδάκινα, κρασί- την ευκαιρία να διεκδικήσουν μερίδιο σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη περιοχή, ενώ ταυτόχρονα η βιομηχανία μπορεί να προμηθεύεται φθηνότερα πρώτες ύλες και οι εξαγωγές υπηρεσιών να αποκτούν νέες προοπτικές με την κατάργηση εμποδίων στην κίνηση κεφαλαίων.

Από την άλλη, τομείς όπως η κτηνοτροφία, η καλλιέργεια ρυζιού, η μελισσοκομία και η παραγωγή καλαμποκιού και γενικά σιτηρών αντιμετωπίζουν έναν ανταγωνισμό με εντελώς διαφορετικό κόστος παραγωγής και πρότυπα. Η επιτυχία ή η αποτυχία της συμφωνίας για αυτούς τους κλάδους θα κριθεί από την αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και τη δυνατότητα της πολιτείας να ενεργοποιήσει έγκαιρα τις δικλίδες ασφαλείας.

Στο τέλος, η Mercosur δεν είναι ούτε η σωτηρία ούτε η καταστροφή, είναι ένα στοίχημα που η έκβασή του εξαρτάται από τις επιλογές που θα γίνουν τους επόμενους μήνες.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο