Η κυβέρνηση Τράμπ ήρθε σε επικοινωνία με 17 φαρμακοβιομηχανίες, πολλές εξ αυτών ευρωπαϊκές
Ανησυχία προκαλούν οι συμφωνίες μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών με την κυβέρνηση Τράμπ για μείωση των τιμών των φαρμάκων στις ΗΠΑ καθώς αναμένεται να αποφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή αγορά με τιμολογιακή πίεση και μετατόπιση της παραγωγής.
Μετά την ανακοίνωση συμφωνίας μεταξύ του Λευκού Οίκου και της Johnson & Johnson για τη μείωση του κόστους των συνταγογραφούμενων φαρμάκων με αντάλλαγμα την απαλλαγή από τους δασμούς των φαρμακευτικών προϊόντων των ΗΠΑ η ευρωπαϊκή φαρμακοβιομηχανία φοβάται ότι οι συμφωνίες αυτές θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση Τράμπ ήρθε σε επικοινωνία με 17 φαρμακοβιομηχανίες, πολλές εξ αυτών ευρωπαϊκές, όπως η AstraZeneca, η Novo Nordisk, η GSK, η Sanofi, η Novartis και η Boehringer Ingelheim, και οι 15 συμφώνησαν με τους όρους μείωσης των τιμών για ορισμένες ομάδες ασθενών, ευθυγραμμίζοντας τες με τις χαμηλότερες τιμές ευρωπαϊκών χωρών.
Οι πρώτες συμφωνίες έγιναν με τις Pfizer, AstraZeneca, EMD Serono, Eli Lilly και Novo Nordisk. Τον περασμένο μήνα συμφώνησαν και οι Amgen, Boehringer Ingelheim, Bristol Myers Squibb, η μονάδα Genentech της Roche, η Gilead, η GSK, η Merck, η Novartis και η Sanofi. Προχθές η Johnson & Johnson και μόνο AbbVie και Regeneron δεν έχουν συμφωνήσει ακόμα.
Τι περιλαμβάνει η συμφωνία
Στο πλαίσιο της συμφωνίας, εκτός από την μείωση τιμών σε συγκεκριμένα φάρμακα, οι εταιρείες θα πωλούν φάρμακα με έκπτωση μέσω της κυβερνητικής πύλης TrumpRx.gov, που αναμένεται να ξεκινήσει το 2026, παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς μεσάζοντες όπως φαρμακαποθήκες, φαρμακεία κ.α..
Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές θα πλήξουν σημαντικά την Ευρωπαϊκή αγορά καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ ζητά πλέον ανοιχτά από τις ευρωπαϊκές χώρες να πληρώνουν περισσότερα για φάρμακα, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ «επιδοτούν τον σοσιαλισμό στο εξωτερικό» πληρώνοντας ένα δυσανάλογο μερίδιο του παγκόσμιου κόστους Έρευνας και Ανάπτυξης. Αυτό ασκεί ήδη πίεση στα ευρωπαϊκά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης καλώντας τα να επαναξιολογήσουν τα μοντέλα τιμολόγησης και αποζημίωσης. Επιπλέον, η πιθανότητα καθυστέρησης κυκλοφορίας νέων φαρμάκων είναι ορατή. Υπάρχουν ανησυχίες μεταξύ των Ευρωπαίων οικονομολόγων υγείας και εμπειρογνωμόνων του κλάδου ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες ενδέχεται να δώσουν προτεραιότητα στην κυκλοφορία νέων φαρμάκων στις ΗΠΑ πρώτα και να καθυστερήσουν τις κυκλοφορίες στην Ευρώπη για να εξασφαλίσουν υψηλότερες αρχικές τιμές. Ορισμένες εταιρείες, όπως η Eli Lilly, έχουν δηλώσει ότι θα αυξήσουν τις τιμές στην Ευρώπη για να βοηθήσουν στην αντιστάθμιση των χαμηλότερων τιμών στις ΗΠΑ.
Ο μεγάλος κερδισμένος είναι τελικά η κυβέρνηση Τράμπ που εκτός της μείωσης των τιμών σε συγκεκριμένες θεραπείες εν μέσω πιέσεων που δέχτηκαν πολλές φαρμακοβιομηχανίες ανακοίνωσαν την ενίσχυση της αγοράς των ΗΠΑ με:
· 20 δις δολάρια η Sanofi
· 70 δις δολάρια η Merck
· 23 δις δολάρια η Novartis
· 40 δις δολάρια η BMS
· 10 δις δολάρια η Novo Nordisk
· 55 δις δολάρια η Johnson & Johnson κ.λπ.