Ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός κάνει λόγο για σύγκρουση προσδοκιών και διαθέσιμων υποδομών.
Το 2026 πιθανότατα θα είναι μια δύσκολη χρονιά για την τεχνητή νοημοσύνη προειδοποιούν αναλυτές της Deutsche Bank καθώς οι προσδοκίες συγκρούονται με τα πρακτικά όρια, τους περιορισμούς στις υποδομές και την αυξανόμενη πολιτική και κοινωνική αντίδραση.
«Ο μήνας του μέλιτος για την AI έχει τελειώσει», ανέφεραν σε έκθεση τους οι αναλυτές Άντριαν Κοξ και Στεφάν Αμπρουντάν βασίζοντας την εκτίμησή τους γύρω από τρία συγκλίνοντα θέματα.
Απογοήτευση: η ομορφιά είναι στο μάτι αυτού που βλέπει την τεχνητή νοημοσύνη
Παρότι η γενετική τεχνητή νοημοσύνη παραμένει κατ’ αρχήν μετασχηματιστική, το χάσμα ανάμεσα στις υποσχέσεις και τον πραγματικό αντίκτυπο γίνεται όλο και πιο ορατό καθώς τα πιλοτικά έργα περνούν στην παραγωγή, σημειώνουν οι αναλυτές. Οι επιχειρησιακοί χρήστες έρχονται όλο και περισσότερο αντιμέτωποι με περιορισμούς στην ακρίβεια, με τη δυσκολία εφαρμογής της AI σε «ακατάστατα» και απρόβλεπτα περιβάλλοντα καθώς και με το γεγονός ότι συχνά δεν είναι ακόμη φθηνότερη από την ανθρώπινη εργασία.
Παρότι η τεχνολογία βελτιώνεται γρήγορα σε τομείς όπως ο προγραμματισμός, τα οφέλη «είναι πιο ορατά στη Σίλικον Βάλει και σε έμπειρους πρώιμους χρήστες που ασχολούνται με προσωπικά, ad hoc έργα, παρά στον μέσο διευθύνοντα σύμβουλο που θέλει να δει ουσιαστική δημιουργία εσόδων ή συστημικές λειτουργικές λύσεις» σημειώνουν.
Παρά τους τολμηρούς ισχυρισμούς ότι η AI περνά «από το να μιλά στο να πράττει» για τους περισσότερους χρήστες παραμένει περισσότερο σταδιακή παρά επαναστατική «λιγότερο σαν τη μετάβαση από το άλογο στο τρακτέρ και περισσότερο σαν την αναβάθμιση σε μια πιο άνετη σέλα».
Οι αναλυτές προειδοποιούν επίσης ότι η αισιοδοξία γύρω από την AI έχει γίνει βασικός πυλώνας της πρόσφατης οικονομικής ανάπτυξης και των εταιρικών κερδών στις ΗΠΑ και ότι οποιαδήποτε αναθεώρηση των προσδοκιών για την παραγωγικότητα θα μπορούσε να επηρεάσει ευρύτερα τις αγορές. Οι δύο αναλυτές υπενθυμίζουν την προειδοποίηση του ΔΝΤ ότι μια υποχώρηση των επενδύσεων στην AI θα μπορούσε να «προκαλέσει απότομη διόρθωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές», η οποία θα επεκτεινόταν πέρα από τις εταιρείες που συνδέονται άμεσα με την AI.
Αποδιοργάνωση: Τεχνητή νοημοσύνη στο μάτι της καταιγίδας
Το δεύτερο θέμα αφορά τις αυξανόμενες πιέσεις ανάμεσα στη ραγδαία ζήτηση και τη περιορισμένη δυναμικότητα. Η Deutsche Bank σημειώνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται σε μία από τις πιο σύνθετες εφοδιαστικές αλυσίδες που έχουν δημιουργηθεί ποτέ, καθιστώντας τις εφαρμογές της ευάλωτες σε «στενά σημεία» σε εξαρτήματα, ενέργεια, ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές δικτύων.
Η ζήτηση από τους hyperscalers παραμένει ισχυρή και οι επενδύσεις συνεχίζουν να αυξάνονται, υποστηριζόμενες από ισχυρές ταμειακές ροές και εύκολη πρόσβαση σε δανεισμό. Το σημείωμα επισημαίνει τον τεράστιο όγκο κεφαλαίων που κατευθύνονται σε ιδιωτικές εταιρείες AI, με γύρους χρηματοδότησης-ρεκόρ και αποτιμήσεις που υπογραμμίζουν πόσο κεφαλαιοβόρος έχει γίνει ο κλάδος την ώρα που οι προσδοκίες των επενδυτών για αποδόσεις αυξάνονται.
Ταυτόχρονα, οι ελλείψεις σε μνήμη υψηλής ευρυζωνικότητας (HBM) οι πιέσεις στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, καθώς και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, δημιουργούν σημεία ευθραυστότητας. Οι αναλυτές χαρακτηρίζουν το 2026 κρίσιμη χρονιά για τους ανεξάρτητους δημιουργούς μοντέλων AI προειδοποιώντας ότι οι επενδυτές θα απαιτήσουν ολοένα και περισσότερο βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς οι χρηματοδοτικές ανάγκες αυξάνονται και οι ζημίες παραμένουν μεγάλες.
«Αυτή η χρονιά μπορεί να είναι καθοριστική για τους αυτόνομους δημιουργούς μοντέλων AI. Η OpenAI είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη και ενδέχεται να διατρέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς φαίνεται να μην έχει ακόμη βρει ένα λειτουργικό επιχειρηματικό μοντέλο για να καλύψει την αναφερόμενη καύση μετρητών ύψους 9 δισ. δολαρίων πέρυσι και πιθανώς 17 δισ. δολαρίων φέτος», γράφουν.
Δυσπιστία: H AI δεν μπορεί να ικανοποιήσει
Η τράπεζα αναμένει ότι το άγχος γύρω από την AI θα ενταθεί, περνώντας από μια υποβόσκουσα ανησυχία σε κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα. Οι αγωγές, οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις και η δημόσια αντίδραση αναμένεται να αυξηθούν, καλύπτοντας θέματα πνευματικών δικαιωμάτων, ιδιωτικότητας, επέκτασης data centers και φόβους για απώλεια θέσεων εργασίας.
Επιπλέον, οι αναλυτές επισημαίνουν την αυξανόμενη ευαισθησία γύρω από τις επιπτώσεις στην απασχόληση, την εθνική ασφάλεια και την αντίληψη ενός αγώνα δρόμου στην AI μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας.