Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα

Σήμερα η κρίσιμη απόφαση της ΕΕ για τα μεταλλαγμένα χωρίς σήμανση

Σήμερα Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου, στις Βρυξέλλες, οι μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλούνται να τοποθετηθούν σε μια από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις των τελευταίων ετών για τα τρόφιμα: τη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία που αφορά τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα και προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση της υποχρεωτικής σήμανσής τους στις ετικέτες. Πρόκειται για μια εξέλιξη που έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από οργανώσεις καταναλωτών, επιστήμονες και περιβαλλοντικούς φορείς, καθώς αγγίζει τον πυρήνα του δικαιώματος των πολιτών να γνωρίζουν τι καταναλώνουν.

Με αφορμή την επικείμενη ψηφοφορία, η Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών ΙΝΚΑ απηύθυνε δημόσια έκκληση προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστα Τσιάρα, ζητώντας να δοθεί σαφής εντολή στη Μόνιμη Αντιπροσωπία της Ελλάδας να καταψηφίσει τη νέα πρόταση. Όπως τονίζεται στην ανακοίνωση, η στάση της χώρας θα πρέπει να είναι ξεκάθαρα υπέρ των καταναλωτών, των αγροτών, της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την οργάνωση, τα λεγόμενα «νέα μεταλλαγμένα» που προωθούνται προς νομιμοποίηση είναι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί δεύτερης γενιάς, οι οποίοι παράγονται σε εργαστήρια με τη χρήση νέων γονιδιωματικών τεχνικών. Παρότι παρουσιάζονται ως πιο «ήπιες» ή «ακριβείς» μέθοδοι παρέμβασης στο DNA, οι οργανώσεις καταναλωτών υποστηρίζουν ότι ενέχουν αντίστοιχους κινδύνους με τα παραδοσιακά μεταλλαγμένα, τόσο για τη γεωργία όσο και για τη διατροφή και τα οικοσυστήματα.

Εδώ και δεκαετίες, οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζονται στην επισήμανση των τροφίμων για να κάνουν συνειδητές επιλογές. Η υποχρεωτική σήμανση των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων αποτέλεσε βασικό εργαλείο διαφάνειας, επιτρέποντας στους καταναλωτές να αποφασίζουν αν επιθυμούν ή όχι να τα εντάξουν στη διατροφή τους. Σύμφωνα και με την καταναλωτική Οργάνωση Foodwatch, η νέα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ωστόσο, ανοίγει τον δρόμο ώστε οι ΓΤΟ που προκύπτουν από νέες γονιδιωματικές τεχνικές να εξαιρούνται από τους ελέγχους ασφάλειας, την ιχνηλασιμότητα και την επισήμανση, γεγονός που για εκατομμύρια Ευρωπαίους συνιστά σοβαρή οπισθοχώρηση.

Τη δεκαετία του 1990, μεγάλες πολυεθνικές όπως η Monsanto και η Bayer εισήγαγαν στην αγορά τους πρώτους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Αναγνωρίζοντας τους πιθανούς κινδύνους, η ΕΕ θέσπισε αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο που προέβλεπε εκτίμηση κινδύνου για την υγεία και το περιβάλλον, καθώς και σαφή σήμανση. Η σταθερή άρνηση των καταναλωτών να αποδεχθούν αυτά τα προϊόντα είχε ως αποτέλεσμα τα παραδοσιακά μεταλλαγμένα να απουσιάζουν σήμερα σχεδόν πλήρως από την ανθρώπινη τροφική αλυσίδα στην Ευρώπη. Αυτή η κατάκτηση, σύμφωνα με τους επικριτές της νέας πρότασης, απειλείται να ανατραπεί.

Οι νέες γονιδιωματικές τεχνικές επιτρέπουν στοχευμένες παρεμβάσεις στο DNA, ωστόσο, όπως επισημαίνεται από επιστημονικούς κύκλους, δεν είναι απαλλαγμένες από σφάλματα. Οι παρεμβάσεις μπορεί να προκαλέσουν μη αναμενόμενες αλλαγές όχι μόνο στο σημείο επεξεργασίας αλλά και σε άλλα τμήματα του γονιδιώματος. Επιπλέον, δεν υπάρχει επαρκές ιστορικό χρήσης που να αποδεικνύει την ασφάλειά τους στην παραγωγή τροφίμων.

Η πρόταση της Επιτροπής έρχεται σε αντίθεση με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του 2018, λέει η foodwatch, σύμφωνα με την οποία τα προϊόντα που προκύπτουν από τέτοιες τεχνικές πρέπει να θεωρούνται ΓΤΟ και να ρυθμίζονται ως τέτοιοι. Παράλληλα, ούτε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) ούτε εθνικοί οργανισμοί, όπως η γαλλική ANSES, έχουν εισηγηθεί την εξαίρεση αυτών των φυτών από την εκτίμηση κινδύνου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της ιχνηλασιμότητας. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιβάλλει την πλήρη παρακολούθηση των τροφίμων σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού. Η εξαίρεση των νέων ΓΤΟ από το καθεστώς αυτό θα υπονόμευε το δικαίωμα των καταναλωτών στη γνώση και τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής.

Στο δημόσιο διάλογο παρεμβαίνει και ο καθηγητής Μιχάλης Αντωνίου, ειδικός στη μοριακή γενετική στο King’s College του Λονδίνου, ο οποίος μελετά εδώ και περισσότερα από 35 χρόνια τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και τα φυτοφάρμακα που τους συνοδεύουν. Όπως επισημαίνει, τα συστήματα ρύθμισης δεν έχουν εξελιχθεί με τον ίδιο ρυθμό όπως η τεχνολογία, ενώ οι μελέτες ασφάλειας χαρακτηρίζονται παρωχημένες και ανεπαρκείς.

Ο καθηγητής αναδεικνύει τρεις βασικές πηγές κινδύνου: τις νέες τοξίνες που εισάγονται στη διατροφή μέσω ξένων γονιδίων, τις απρόβλεπτες αλλαγές που μπορεί να προκαλέσει η ίδια η διαδικασία γενετικής τροποποίησης και τη μαζική χρήση φυτοφαρμάκων, όπως η γλυφοσάτη. Όπως υπενθυμίζει, στις ΗΠΑ η χρήση του συγκεκριμένου ζιζανιοκτόνου έχει αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες, παρά τις αρχικές υποσχέσεις για μείωση των χημικών εισροών.

Με την ψηφοφορία να πλησιάζει, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο τη γεωργία ή τη βιομηχανία τροφίμων, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προστασία του καταναλωτή. Το ερώτημα που τίθεται πλέον ανοιχτά είναι αν η Ευρώπη θα διατηρήσει το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν τι τρώνε ή αν θα το θυσιάσει στο όνομα της ταχύτερης έγκρισης νέων τεχνολογιών.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Δυστυχώς, η φόρμα σχολίων είναι ανενεργή αυτή τη στιγμή.