Μια νέα πραγματικότητα ξημερώνει για το καθεστώς κατοχής και χρήσης όπλων στη χώρα, καθώς οι νομοθετικές αλλαγές που εγκρίθηκαν δημιουργούν ένα εξαιρετικά αυστηρό πλαίσιο με βαρύτατες ποινικές και οικονομικές κυρώσεις. Η βασική φιλοσοφία των νέων διατάξεων μετατοπίζει την παράνομη οπλοκατοχή από τη σφαίρα του πλημμελήματος σε αυτή του κακουργήματος, ενώ παράλληλα εισάγει την έννοια της συνυπαιτιότητας για τρίτα πρόσωπα που ανέχονται ή συγκαλύπτουν την παράνομη χρήση όπλων σε κοινωνικές εκδηλώσεις.
Κάθειρξη και εξοντωτικά πρόστιμα
Η πιο κομβική αλλαγή αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης. Πλέον, η παράνομη κατοχή ή μεταφορά πυροβόλου όπλου, με εξαίρεση τα κυνηγετικά, αναγνωρίζεται ως κακούργημα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι παραβάτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ποινές κάθειρξης που μπορούν να φτάσουν έως και τα 20 έτη. Το ποινικό μέρος συνοδεύεται από τσουχτερά χρηματικά πρόστιμα, τα οποία ξεκινούν από τις 30.000 ευρώ και μπορούν να αγγίξουν τις 150.000 ευρώ. Ο νόμος γίνεται ακόμα πιο αυστηρός όταν η οπλοκατοχή ή οπλοφορία λαμβάνει χώρα σε δημόσιους χώρους, όπως μέσα μαζικής μεταφοράς, δικαστήρια, εμποροπανηγύρεις ή κοινωνικές εκδηλώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα, όπου η πράξη συνιστά επιβαρυντική περίσταση με απειλούμενη κάθειρξη έως 8 έτη.
Τέλος στην ανοχή για τους διοργανωτές
Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για το φαινόμενο των άσκοπων πυροβολισμών, τις γνωστές «μπαλωθιές». Το νέο πλαίσιο δεν τιμωρεί μόνο τον δράστη με φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών και πρόστιμο έως 50.000 ευρώ, αλλά καθιστά υπεύθυνους και τους ανθρώπους που φιλοξενούν την εκδήλωση. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται ρητή υποχρέωση για τον ιδιοκτήτη κέντρου διασκέδασης ή τον διοργανωτή οποιασδήποτε εκδήλωσης να αναγγείλει αμέσως στην αστυνομία ή τον εισαγγελέα την τέλεση άσκοπων πυροβολισμών στον χώρο ευθύνης του. Εάν παραλείψει να το πράξει, αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 2 έτη και χρηματικό πρόστιμο που μπορεί να φτάσει τις 30.000 ευρώ, καθιστώντας την αποσιώπηση του γεγονότος ποινικό αδίκημα.
Το «παράθυρο» των 4 μηνών και οι ληγμένες άδειες
Προκειμένου να δοθεί μια διέξοδος και να μειωθεί ο αριθμός των παράνομων όπλων που κυκλοφορούν, ο νόμος προβλέπει μια περίοδο «αμνηστίας». Οποιοσδήποτε πολίτης κατέχει παράνομα πυροβόλο όπλο, έχει τη δυνατότητα να το παραδώσει εκουσίως στην αρμόδια αστυνομική αρχή εντός αποκλειστικής προθεσμίας 4 μηνών από τη δημοσίευση του νόμου. Όσοι αξιοποιήσουν αυτό το χρονικό περιθώριο θα παραμείνουν ατιμώρητοι για την πράξη της παράνομης κατοχής. Παράλληλα, δίνεται λύση και για όσους κατέχουν όπλα μεν νόμιμα, αλλά έχουν αμελήσει να ανανεώσουν την άδεια κατοχής τους. Στους πολίτες αυτούς παρέχεται προθεσμία 6 μηνών για την τακτοποίηση της εκκρεμότητας, ώστε να μην βρεθούν κατηγορούμενοι για κακούργημα λόγω απλής αμέλειας.
Προληπτικός αφοπλισμός και διαδίκτυο
Σημαντικές είναι οι προβλέψεις και για την πρόληψη εγκλημάτων που προκύπτουν από ενδοοικογενειακές ή τοπικές έριδες. Ο εισαγγελέας αποκτά πλέον τη δυνατότητα, κατόπιν έκθεσης της αστυνομίας, να επιβάλλει προληπτικά μέτρα σε περιπτώσεις φιλονικιών που ενέχουν σοβαρό κίνδυνο ζωής. Μεταξύ αυτών των μέτρων περιλαμβάνεται η υποχρεωτική παράδοση τυχόν νομίμως κατεχόμενου οπλισμού από τα εμπλεκόμενα μέρη. Τέλος, αυστηροποιείται το πλαίσιο για την προβολή της βίας, καθώς θεσπίζεται ποινή φυλάκισης και υψηλό χρηματικό πρόστιμο για όποιον παρακινεί σε παράνομη χρήση όπλων ή τα διαφημίζει, με τις ποινές να γίνονται βαρύτερες όταν η πράξη τελείται μέσω διαδικτύου ή απευθύνεται σε ανηλίκους.