Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Πόσο απειλούν τη δημοκρατία και τις εκλογές τα «βρόμικα» data

  • Το μέγα σκάνδαλο της Cambridge Analytica και τι συνέβη με την εκλογή Τραμπ και το Brexit
  • Τι λένε στους Data Journalists ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ο Γιώργος Ρουσόπουλος, Ειδικός επιστήμονας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
  • Γιώργος Κυρίτσης, επιστήμων στην «Μηχανική Μάθηση: «Η Cambridge Analytica αξιοποίησε τα προσωπικά δεδομένα απ’ το Facebook με σκοπό την δημιουργία ψυχολογικών προφίλ των χρηστών».
  • Θωμάς Σιώμος, Πολιτικός επιστήμονας: «Να ρυθμιστούν τα όρια αυτών των πρακτικών, ώστε να μην στρεβλώσουμε την ελευθερία της βούλησης, της ψήφου. Αυτή είναι η «κόκκινη γραμμή».
  • Τι έγινε στην Ελλάδα με την αμφιλεγόμενη Palandir

 

Γράφουν  Πάνος Κατσαχνιάς, Βασίλης Γαλούπης

Πριν από δέκα χρόνια μια άγνωστη τότε εταιρεία τεχνολογίας άνοιγε ησύχως κι απαρατήρητη τα γραφεία της στο Westferry Circus. Μια πενταετία μετά έβαζε λουκέτο διωκόμενη από το νόμο.

Η βρετανική Cambridge Analytica γινόταν η συμπρωταγωνίστρια, μαζί με το Facebook, στο μεγαλύτερο σκάνδαλο «βρώμικων» data της εποχής μας. Τον Ιούλιο του 2019 ανακοινωνόταν ότι στο Facebook επιβαλλόταν πρόστιμο 5 δισ. δολ. από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου των ΗΠΑ λόγω παραβιάσεων των προσωπικών δεδομένων.

Από τότε σηματοδοτήθηκε η έναρξη μιας νέας εποχής. Τα δεδομένα κάθε χρήστη στο διαδίκτυο «έχασαν» ξαφνικά την αθωότητά τους. Όλοι συνειδητοποίησαν ότι στα λάθος χέρια, όπως τα πυρηνικά, μπορούν να γίνουν ένα επικίνδυνο υπερόπλο. Και «χρυσάφι» για τον αθέμιτο επηρεασμό της κοινής γνώμης.

Οι Data Journalists ερευνούν τι συμβαίνει με τα Big Data όταν αυτά αξιοποιούνται πέρα από το ακόμα ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο στην ΕΕ. Με αφορμή το σκάνδαλο της Cambridge Analytica ερευνούμε και την ελληνική πραγματικότητα, συνομιλώντας με θεσμικούς φορείς και ειδικούς.

Ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα,  ο Γιώργος Ρουσόπουλος, Ειδικός επιστήμονας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο Θωμάς Σιώμος, Πολιτικός επιστήμονας και ο Γιώργος Κυρίτσης, επιστήμων στην «Μηχανική Μάθηση» (Machine Learning Engineer), απαντούν σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων για τις προκλήσεις στην εποχή των «δεδομένων».

Το σκάνδαλο που σόκαρε ΗΠΑ και Βρετανία

Όλα ξεκίνησαν όταν οι New York Times και ο βρετανικός  Observer ξεκίνησαν το 2018 μια σειρά δημοσιευμάτων με ντοκουμέντα για την Cambridge Analytica. Συνέδεσαν άμεσα την εταιρεία με την προεκλογική καμπάνια του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, αποκαλύπτοντας ότι η εταιρεία απέκτησε παράνομα τα δεδομένα 50 εκατομμυρίων χρηστών του Facebook.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, που οδήγησαν στην πτώχευση της Cambridge Analytica, ένας ερευνητής του Πανεπιστημίου του Cambridge, ονόματι Αλεξάντρ Κόργκαν, δελέασε 270.000 ανθρώπους για να πάρουν μέρος σε έρευνα με αντάλλαγμα μια μικρή αμοιβή.

Όταν αυτοί οι 270.000 χρήστες εγκατέστησαν την εφαρμογή (app) της έρευνας κοινοποίησαν κάθε είδους λεπτομέρειες για τους ίδιους, αλλά όχι μόνο. Ουσιαστικά, όμως, «παγιδεύτηκαν» και τα δεδομένα των «φίλων» τους με αποτέλεσμα ο αρχικός αριθμός (270.000) να φτάσει στα 50 εκατομμύρια χρήστες του Facebook. Έπειτα ο Κόργκαν πάσαρε τα δεδομένα αυτών των 50 εκατομμυρίων χρηστών στην Cambridge Analytica.

Πριν το 2015 οι κανονισμοί του Facebook επέτρεπαν ακόμα την συλλογή όλων των κοινωνικών συνδέσεων (“φίλων”, ακολούθων, κάθε σύνδεση στο δίκτυο) χωρίς την συγκατάθεση του κάθε χρήστη.

Στις πρώτες 48 ώρες από το ξέσπασμα του σκανδάλου, το Facebook έχασε 65 δις δολάρια κεφαλαιοποίησης. Μεταξύ 16 – 21 Μαρτίου 2018 η αξία της μετοχής έπεσε κατά 9%. Το Κογκρέσο απαίτησε από τον Ζάκεμπεργκ να καταθέσει επισήμως.

Από την διαδικασία αποδείχθηκε ότι το Facebook γνώριζε από το 2015 για την συλλογή δεδομένων από την Cambridge Analytica, όμως δεν ειδοποίησε ποτέ τους χρήστες του. Τα δεδομένα των χρηστών χρησιμοποιήθηκαν από την Cambridge Analytica για στοχευμένη καμπάνια που βοήθησε τον Ντόναλντ Τραμπ τα 2016. Τον Σεπτέμβριο του 2018 έγινε γνωστό ότι το Κρεμλίνο είχε προωθήσει αναρτήσεις (free posts) σε 150 εκατομμύρια χρήστες του Facebook.

Η Cambridge Analytica τέθηκε άμεσα υπό λεπτομερείς επίσημους ελέγχους σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Στην Βρετανία έγινε αντικείμενο έρευνας για τον ρόλο που έπαιξε στο δημοψήφισμα για το Brexit και για το πώς ακριβώς συνδέεται με την Aggregate IQ, την εταιρία που χρησιμοποίησε η καμπάνια υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συμπεριλήφθηκε επισήμως στην έρευνα του ειδικού συμβούλου Ρόμπερτ Μιούλερ για πιθανή συμπαιγνία Ρωσίας – Τραμπ.

Η Cambridge Analytica ήταν μια εταιρία «πολιτικών ερευνών και ερευνών δεδομένων» με βάση στην Βρετανία. Ένας εκ των ιδιοκτητών της ήταν ο δισεκατομμυριούχος Ρόμπερτ Μέρσερ που τάχθηκε ενεργά υπέρ της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Στηβ Μπάνον, πρώην κορυφαίος σύμβουλος του Τραμπ, υπήρξε στο παρελθόν στέλεχος της Cambridge Analytica.

Μία ημέρα μετά την νίκη Τραμπ στις αμερικανικές εκλογές, ο Αλεξάντρ Νιξ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας, είχε δηλώσει: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που η επαναστατική μας προσέγγιση στην επικοινωνία με βάση τα δεδομένα έπαιξε τόσο αναπόσπαστο ρόλο στην εκπληκτική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ».

Όπως αποκάλυψε ο Economist, άτομα που ήταν παρόντα στις παρουσιάσεις της Cambridge Analytica, ανέφεραν ότι τα στελέχη της εταιρείας παρουσίαζαν στους πιθανούς πελάτες χάρτες διαφόρων περιοχών του κόσμου, γεμάτους από τελίτσες, δείχνοντάς τους πώς τα ογκώδη δεδομένα στα οποία είχε πρόσβαση η εταιρεία θα χρησιμοποιούνταν για να ανιχνεύσουν τις τάσεις των καταναλωτών ή ψηφοφόρων. Το team της εταιρίας αυτοαποκαλούνταν ως «οι ανθρωπολόγοι της ψηφιακής εποχής».

Τα δεδομένα της Cambridge Analytica χρησιμοποιήθηκαν στοχευμένα για να επηρεαστεί υπέρ Τραμπ ένα κρίσιμο ψηφοφορικό σώμα 10-20 εκατ. ψηφοφόρων. Βάσει αυτών των data αποφασίστηκε ποιες πόλεις θα έπρεπε να επισκεφτεί ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών.

Στις ΗΠΑ, το περιοδικό Newsweek εντόπισε ένα θύμα της κλοπής data από την Cambridge Analytica. Επρόκειτο για έναν συνταξιούχο του Ναυτικού ονόματι Τζέφρι Ρούεστ. Όταν του έδειξαν τα ευρήματα που είχε συλλέξει από τον ίδιο εν αγνοία του η εταιρεία, εκείνος πάγωσε. «Είχαν όλο το ψυχολογικό μου προφίλ και τις γεωγραφικές συντεταγμένες του σπιτιού μου. Τις έβαλα στο GPS locator και έδειξε την πόρτα στο σπίτι μου».

Ο Ρούεστ δήλωσε κατάπληκτος από τον όγκο των πληροφοριών που είχαν συγκεντρώσει για εκείνον οι αναλυτές. Όπως είπε στους δημοσιογράφους του Newsweek η μόνη ενασχόλησή του στο διαδίκτυο ήταν που γράφτηκε στο Facebook για να βλέπει φωτογραφίες των εγγονιών του!

 

Γιώργος Κυρίτσης
Γιώργος Κυρίτσης

Γιώργος Κυρίτσης:  Μας έδειξαν πως μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση μια εκλογικής διαδικασίας

«Το σκάνδαλο Cambridge Analytica μάς δίδαξε σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων την αναγκαιότητα προσοχής των χρηστών αναφορικά με την εκχώρηση δεδομένων και τη δύναμη των social media να επηρεάσουν την έκβαση μια εκλογικής διαδικασίας», δηλώνει στους Data Journalists ο Γιώργος Κυρίτσης, επιστήμων στην «Μηχανική Μάθηση» (Machine Learning Engineer):

«Το σκάνδαλο τόνισε την ανάγκη ύπαρξης ισχυρότερης  και αποτελεσματικότερης νομοθεσίας και πρακτικών προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως το GDPR στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι χρήστες οφείλουν να είναι πιο «υποψιασμένοι» για τους κινδύνους που συνδέονται με το μοίρασμα προσωπικών δεδομένων στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Το σκάνδαλο αυτό μας έδειξε ότι τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις ίδιες τις πλατφόρμες ή από τρίτες εταιρίες για στοχευμένη και πιο αποτελεσματική διαφήμιση. Μας έδειξε τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων και πόσο επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Η CambridgeAnalytica αξιοποίησε τα προσωπικά δεδομένα απ’ το Facebook με σκοπό την δημιουργία ψυχολογικών προφίλ των χρηστών. Ο στόχος ήταν η στοχευμένη πολιτική διαφήμιση».

Ο Γιώργος Κυρίτσης, με ειδίκευση στην Επιστήμη Δεδομένων (Data Science) και στην Χρηματοοικονομική Μηχανική (Financial Engineering), λέει πως «τα δεδομένα είναι το νέο «πετρέλαιο» και οι εταιρίες προσπαθούν να καταγράψουν όσο γίνεται μεγαλύτερο όγκο δεδομένων», ενώ τονίζει ακόμα πως «η καλύτερη νομοθεσία μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή τέτοιων φαινομένων στο μέλλον».

Προσθέτει επίσης ότι «με το ψυχολογικό προφίλ μπορείς στην ουσία να αποκωδικοποιήσεις τον χρήστη, να κατανοήσεις τις πολιτικές του απόψεις και προτιμήσεις. Συνεπώς με αυτή την πληροφορία μπορείς να κάνεις αποτελεσματική και στοχευμένη πολιτική διαφήμιση. Το πόσο εφικτό είναι αυτό εξαρτάται από το πόσο οι πλατφόρμες μοιράζονται αυτές τις πληροφορίες. Θέλω να πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε καλύτερο επίπεδο απ’ ό,τι ήμασταν στο παρελθόν».

Για να καταλήξει: «Αυτή η υποτιθέμενη κατοχή των ψηφιακών δεδομένων δίνει στον κάτοχο μια μορφή εξουσίας, καθώς έρχεται σε επαφή με τις προτιμήσεις, τις απόψεις και την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Ο κάτοχος θα μπορούσε να επηρεάσει πολιτικά μέσω στοχευμένων πολιτικών διαφημίσεων, να εκμεταλλευτεί οικονομικά προωθώντας προϊόντα η υπηρεσίες που είναι κοντά με τα γούστα και τις προτιμήσεις και να παραβιάσει την ιδιωτική ζωή, καθώς διαθέτει πληροφορίες για τις δραστηριότητες και τις συνήθειές τους».

……

Θωμάς Σιώμος: Να ρυθμιστούν τα όρια – Υπάρχει «κόκκινη γραμμή»

Σύμφωνα με πολιτικούς επιστήμονες, αναλυτές, ειδικούς της επικοινωνίας και επαγγελματίες των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης (SocialMedia), σε μια «μετακρισιακή» εποχή όπως είναι αυτή που διανύει η Ελλάδα, μετά τα μνημόνια και την πανδημία του κορονοϊού, είναι δεδομένο ότι η πρόσφατη εκλογική επιτυχία της ΝΔ οφείλεται στην οικονομική (ωφελιμιστική) ψήφο, δηλαδή στα οικονομικά της προτάγματα και την επιλογή της συντριπτικής πλειοψηφίας να ψηφίσει βάση των συμφερόντων της και όχι βάση της ιδεολογίας της. Στον αντίποδα βρίσκεται η λεγόμενη ιδεολογική ψήφος, που προτάσσει την ιδεολογία ακόμη κι όταν αυτή δεν εξυπηρετεί το στενό προσωπικό συμφέρον.

Σε τι ποσοστό ίσχυσε αυτό στις εκλογές της 21ης Μαΐου και στο αποτέλεσμα που έβγαλε η κάλπη και σε τι ποσοστό αυτό οφείλεται στην αξιοποίηση -ή μη- από τα πολιτικά κόμματα, των δυνατοτήτων που προσφέρουν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, με τα προσωπικά δεδομένα που συλλέγουν, μέσα από τις «φούσκες» και τους «χώρους αντήχησης» που δημιουργούν οι χρήστες δραστηριοποιούμενοι σ’ αυτά, παραμένει ζητούμενο προς συζήτηση.

Σε συνέχεια της προηγούμενης έρευνας


«Τεχνητή Νοημοσύνη και Social Media αλλάζουν τις εκλογές» ( ΕΔΩ :  datajournalists.co.uk)


εξετάζουμε με τη βοήθεια ειδικών, καθώς και του επικεφαλής της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων), πως τα προσωπικά δεδομένα είναι αξιοποιήσιμα σ’ ένα ευρύτερο εκλογικό αποτέλεσμα.

Υπάρχουν παραδείγματα εκλογικών διαδικασιών όπως είναι η πρώτη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ για την Προεδρεία των ΗΠΑ και το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016, που έγιναν με βασικό εργαλείο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και κατ’ επέκτασης της ψήφου τμήματος του εκλογικού σώματος, την ανάλυση προσωπικών δεδομένων που ήταν παραχωρημένα, ή αποκτημένα από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.

Ειδικοί όπως της εταιρίας Cambridge Analytica είχαν τη δυνατότητα να δουν ποιες ομάδες πολιτών αμφιταλαντεύονται ή έχουν συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς και άρα θα ήταν πρόθυμα «αυτιά» προς το ένα ή το άλλο επιχείρημα. «Στοχοποιήθηκαν» -με την έννοια του targeting- οι ομάδες αυτές και οι συγκεκριμένοι χρήστες των SocialMedia, ώστε να τροφοδοτηθούν στη συνέχεια με το ανάλογο υλικό, ώστε να κλίνουν προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Προς τον Τραμπ στην πρώτη περίπτωση και προς το Brexit στη δεύτερη. Η σχετική συζήτηση για την CambridgeAnalytica ξεκίνησε στους κόλπους της Ακαδημαϊκής κοινότητας για να περάσει στη συνέχεια και στο ευρύτερο κοινό, μέσα από δημοσιευμένες έρευνες του Guardian και των New York Times, αλλά και ντοκιμαντέρ στην πλατφόρμα του Netflix.

Ο Δρ. Θωμάς Σιώμος, Πολιτικός επιστήμονας ξεκαθαρίζει από την αρχή της συζήτησης ότι: «Δεν μπορούμε ν’ αποτρέψουμε εταιρίες που ασχολούνται, είτε με τη διαχείριση κρίσεων, είτε επικοινωνιακές να μην υπάρχουν. Όπως εταιρίες που κάνουν datamining, ή μελετούν και αναλύουν μοτίβα. Δεν πρέπει να δαιμονοποιήσουμε τις εταιρίες που ασχολούνται με τα BigData, με πρακτικές αξιοποίησης των δεδομένων που δίνει ο κόσμος μέσα από το κινητό του. Αυτή είναι μια «τεχνοφοβική» προσέγγιση. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Οι πρακτικές αυτές μειώνουν την «τυφλότητά» μας για το πως λειτουργούν οι κοινωνίες μας και είναι επιστημονικά αναγκαίες. Αυτό που χρειάζεται είναι να ρυθμιστούν τα όρια αυτών των πρακτικών, ώστε να μην στρεβλώσουμε την ελευθερία της βούλησης, της ψήφου. Αυτή είναι η «κόκκινη γραμμή». Αλλιώς, τα BigData θεωρούνται ο χρυσός του 21ου αιώνα».

Αν κάποιος είναι για πολλά χρόνια χρήστης λοιπόν, των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, οι εταιρίες που τα διαχειρίζονται έχουν συλλέξει πάρα πολλά στοιχεία και πληροφορίες για τον ίδιο και την προσωπικότητά του. Ποιες ώρες τα χρησιμοποιεί, τι ακολουθεί, τι του αρέσει, με τι συμφωνεί και με τι όχι, σε τι είναι επιρρεπής. Ακόμη χειρότερα, αν είναι αναποφάσιστος για κάτι, ομαδοποιώντας τον με όμοιούς του, να τους κατευθύνει προς τη μια ή την άλλη επιλογή.Τα πάρα πολλά πλέον προσωπικά δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί όλα αυτά τα χρόνια και συνεχίζουν να συγκεντρώνονται για τους χρήστες ξεχωριστά, από τα SocialMedia και την συμπεριφορά τους μέσα σ’ αυτά, καθώς και τις αναζητήσεις τους από τις αντίστοιχες ψηφιακές μηχανές, σε συνδυασμό πλέον με την τεχνητή Νοημοσύνη, μπορούν να στρεβλώσουν την ελεύθερη τους βούληση.

 

«Οι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν πια ανεξάρτητα»

Και η ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά και οι επαγγελματίες που ασχολούνται με την πολιτική επικοινωνία κατέληξαν στο συμπέρασμα από τα γεγονότα της περιόδου εκείνης, ότι αν συνεχίσουν να εφαρμόζονται ανεξέλεγκτα παρόμοιες πρακτικές, τότε μολύνεται το αίσθημα της αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου. Δηλαδή, οι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν πια ανεξάρτητα, δεν αποφασίζουν δηλαδή, μ’ έναν τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ελεύθερος, αλλά αποφασίζουν μ’ ένα τρόπο επιτακτικό, όπου κάποιος ή κάτι τους υποδεικνύει με τον τρόπο του (με την εμφάνιση συγκεκριμένων ειδήσεων, ή άλλων θεμάτων στο newsfeed) τι θα μπορούσαν να ψηφίσουν. Αυτό μολύνει ουσιαστικά τον πυρήνα της αστικής φιλελεύθερης δημοκρατίας δυτικού τύπου που είναι και το μοναδικό δημοκρατικό πολίτευμα παγκοσμίως. Της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας όπου ο κόσμος αποφασίζει με καθολική ψήφο και ελεύθερη βούληση. Αφού δεν υπάρχει άλλο σύστημα που να ρυθμίζει τις δημόσιες υποθέσεις, είναι το μοναδικό σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα, άλλοτε με ορθές πρακτικές κι άλλοτε με λάθη τα οποία συζητά η κοινότητα προκειμένου να διορθωθούν.

Αν μολυνθεί αυτός ο μοναδικός τρόπος που έχουμε στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και του πολιτικού ανταγωνισμού, αν δηλαδή η δημοκρατία γίνει λιγότερο αντιπροσωπευτική ή λιγότερο ελεύθερη η ψήφος, τότε αρχίζει και μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο… Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό το «καμπανάκι» που χτύπησε με τα γεγονότα του 2016 σε ΗΠΑ και Βρετανία.

 

Επόμενα βήματα

Όταν οι νέες τεχνολογίες έρχονται να ρυθμίσουν πολύ σημαντικά πεδία της ζωής μας, ακολουθούν από μεριάς κοινωνιών τα επόμενα βήματα προκειμένου να καθοριστεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές θα το κάνουν. Από το 1990 οπότε και άρχισε να διευρύνεται η χρήση των νέων τεχνολογιών σε ότι αφορά το ίντερνετ, τους Η/Υ και την επικοινωνία, όπου η διαδικτύωση άρχισε ν’ αφορά ολοένα και περισσότερους, για να φτάσει στο σημείο σήμερα ν’ αφορά σχεδόν το σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού. Αφού το λεγόμενο «ψηφιακό χάσμα», ακόμα και σε υπανάπτυξη χώρες, όπως της Αφρικής για παράδειγμα, που δεν υπάρχει διαδεδομένο δίκτυο γρήγορου ίντερνετ ADSL όπως στην Ευρώπη και την Αμερική, είναι διαδεδομένη η χρήση smartphones κινητών και επικοινωνίας τους με το διαδίκτυο μέσω 4G ή 5G δικτύων.

Σε αυτό το σημείο ο κ. Σιώμος προσθέτει: «Προκειμένου να συζητάμε τη χρήση των προσωπικών μας Avatar (Προφίλ/Δεδομένα) για εκλογικούς σκοπούς, πρέπει να γνωρίζουμε σε ποια φάση βρισκόμαστε ως προς την Πολιτική Επικοινωνία. Από τη δεκαετία του ’50 και μετά ένα πολύ μεγάλο μέρος των πολιτικών υποθέσεων έχουν μετατραπεί σε επικοινωνιακές υποθέσεις. Ακαδημαϊκά αυτό ονομάζεται η «4η Εποχή» της Πολιτικής Επικοινωνίας. Είμαστε σε μια εποχή που τα προεκλογικά πολιτικά γεγονότα δεν είναι πραγματικά πολιτικά γεγονότα, αλλά γεγονότα που γίνονται με γνώμονα το πως θα μπορούν να καλυφθούν μηντιακά, πως θα ανέβουν στα SocialMedia, πως θα γίνουν βιντεάκια κλπ. Αρχικά με τα παραδοσιακά μέσα -κυρίως τηλεόραση- και από το 2000 και με τη εισδοχή των νέων μέσων (NewMedia), καθιστώντας τον πολιτικό ανταγωνισμό μια επικοινωνιακή μάχη».

»Τα Social Media (Facebook, Twitter, Instagram, TikTok κλπ.) έχουν ακριβέστερη παραμετροποίηση, καλύτερο fine-tuning στα μηνύματα, είναι πιο φθηνά, αφού για παράδειγμα, δεν χρειάζονται πλέον οι μεγάλες φυσικές συγκεντρώσεις με τα εκατοντάδες πούλμαν κόσμου απ’ όλη τη χώρα και τις σκηνοθετικές ικανότητες ενός Τάσου Μπιρσίμ. Σήμερα, αρκούν 100 άνθρωποι, αφού η προεκλογική ομιλία δεν γίνεται για τους κατοίκους της συγκεκριμένης πόλης ή γειτονιάς, αλλά για τα Social Media με την Πανελλαδική/Παγκόσμια εμβέλειά τους. Γι’ αυτό και μόνοι αυτοί αρκούν, ώστε να γυριστεί – μονταριστεί επαγγελματικά το βίντεο που θ’ ανέβει π.χ. στο TikTok. Έτσι, με τους πόρους που εξοικονομούνται δημιουργούνται περισσότερα και καλύτερα βίντεο στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, πραγματοποιώντας για το λόγο αυτό, την κεντρική προεκλογική ομιλία στο Θησείο κι όχι στο Σύνταγμα. Επιπλέον, τα Social Media δεν αξιοποιούνται μόνο κατά τις προεκλογικές περιόδους, αλλά και στο ενδιάμεσο αυτών».

»Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της πρώτης περιόδου της «4ης Εποχής» της Πολιτικής Επικοινωνίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που τηλεοπτικοποίησε τον προεκλογικό ανταγωνισμό, ενώ της δεύτερης ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ, που χρησιμοποιώντας δύο λογαριασμούς στο Twitter (εκείνον του Προέδρου και τον προσωπικό του), επικοινωνούσε καθημερινά με 20 “τιτιβίσματα” κατά μέσο όρο την ημέρα. Πρακτική που έδινε στους ακόλουθους/οπαδούς του την ψευδαίσθηση της αμεσότητας στην επικοινωνία τους μαζί τους. Άλλωστε και σε αυτές τις εκλογές παρατηρήθηκε το φαινόμενο, πρόσωπα που είναι γνωστά λόγο της ιδιότητας τους μέσω της τηλεόρασης (ηθοποιοί, δημοσιογράφοι, παρουσιαστές, μοντέλα, αθλητές) να έρχονται πολύ ψηλά σε σταυρούς, ακόμη και στην πρώτη τους εκλογική κάθοδο. Κι αυτό γιατί στην Ελλάδα -αν και δεν την εμπιστευόμαστε- βλέπουμε ακόμη πολύ τηλεόραση».

Από τη δεκαετία του ’90 έως τώρα, που διανύουμε την 4η δεκαετία, της συμβίωσης μας με τον «ωκεανό» της πληροφορίας που μας δίνει το διαδίκτυο, πάντα οι κακές πρακτικές προηγούνται κατά την αρχική εμφάνιση των νέων τεχνολογιών. Τέτοια παραδείγματα ήταν οι λεγόμενες «φάρμες παραπληροφόρησης» -όπως αυτές που είχε στήσει ο Τραμπ στη Βόρεια Μακεδονία- το «hacking» και η εμπορία προσωπικών δεδομένων. Μετά έρχεται ο νομοθέτης «αγχωμένος» και «λαχανιασμένος», είτε σε εθνικό, είτε σε υπερεθνικό επίπεδο και ρυθμίζει το πλαίσιο. Σήμερα αυτό το βιώνουμε στην περίπτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ).

«Το 2016 οι παρεμβάσεις στα Social Media γινόντουσαν “χειροκίνητα”, από 16χρονους στο Τέτοβο της Βόρειας Μακεδονίας ή στην Νότια Κορέα που παρήγαγαν fake news ή εφαρμογές παραπληροφόρησης. Σήμερα, με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης τα ίδια πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο εύκολα» υπογραμμίζει ο κ. Σιώμος.

Γιατί αν συνδυάσουμε την Κοινωνία της Πληροφορίας, την εκτεταμένη κοινωνική διασύνδεση, τα δίκτυα πληροφόρησης, την Τεχνητή Νοημοσύνη (νοήμονα οντότητα που στοχοποιεί τη βούληση του χρήστη, στρέφοντας τον προς συγκεκριμένη κατεύθυνση), αμέσως έχουμε μια «μόλυνση» σε εκτεταμένο βαθμό της ελεύθερης βούλησης ομάδων ψηφοφόρων. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί -γνωρίζοντας τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών ακόμη και σε βάθος δεκαετιών- να προβάλει ή να αποκρύψει λόγους, ώστε αυτοί να καθοδηγηθούν στην ψήφο τους.

Όλο αυτό όμως σύμφωνα με τους Πολιτικούς επιστήμονες δημιουργεί μια μονομέρεια. Μέχρι πρότινος μια τέτοια κατάσταση ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης, αφού ο χρήστης επίλεγε με ποιους θα πάει και ποιους θ’ αφήσει και δεν θεωρούνταν στρεβλωτικό. Με τα σημερινά δεδομένα όμως και την πρόσθεση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εξίσωση, η οποία τεχνικά μπορεί να έχει πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα του καθενός -φτάνοντας σε όχι τόσο ακριβή συμπεράσματα σήμερα, αλλά που ολοένα θα βελτιώνονται- οδηγούμαστε στο σημείο εκείνο που θα μπορεί δυνητικά να κατευθύνει έναν αναποφάσιστο ψηφοφόρο.

Ακόμα και η τηλεοπτικοποιημένη προεκλογική περίοδος δεν στρεβλώνει την πραγματικότητα. Απλώς δίνει ένα ακόμη στοιχείο, ώστε κάποιος ν’ αποφασίσει. Η έλευση όμως της Τεχνητής Νοημοσύνης, σε συνδυασμό με την προσωποποιημένη πληροφόρηση των SocialMedia για τον κάθε ένα χρήστη τους ατομικά, δημιουργεί στρεβλωτικές συνθήκες.

«Στις εκλογές της 21ης Μαΐου, η ΝΔ ξόδεψε πολλαπλάσια από τον ΣΥΡΙΖΑ»

Σύμφωνα με τον κ. Σιώμο: «Ακόμα είμαστε στο αρχικό στάδιο, όπου τα πράγματα ακόμη δρουν ανεξέλεγκτα γι’ αυτό και βλέπουμε πολύ παράξενες εκλογικές συμπεριφορές, όπως φανερώνει και το πρόσφατο αποτέλεσμα στην Ελλάδα, με τις 20 μονάδες διαφορά του πρώτου από το δεύτερο κόμμα στις εκλογές της 21ης Μαΐου, που είχε να συμβεί από το 1974. Γεγονός που ως ένα βαθμό οφείλεται σε επικοινωνιακή δεινότητα. Όχι απαραίτητα στη χρήση νέων τεχνολογιών, ούτε σε χρήση στρεβλωτικών πρακτικών. Αλλά σε μια πολύ καλή και πιστή εφαρμογή τεχνολογικών δυνατοτήτων, καθόλα νόμιμων, που όταν εφαρμόζονται με τον σωστό τρόπο, φέρνουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Όπως για παράδειγμα, τη δυνατότητα χρήσης του TikTok, που την είχαν όλα τα πολιτικά κόμματα. Η ΝΔ όμως αξιοποίησε το συγκεκριμένο μέσο επαγγελματικά, με στοχευμένη απεύθυνση στην αισθητική του κοινού που το ακολουθεί. Ένα θέμα που φαίνεται ότι δεν τηρήθηκε, είναι το οικονομικό πλαφόν που υπάρχει και αφορά τα ποσά που μπορεί ένα κόμμα να ξοδέψει στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κατά την προεκλογική περίοδο. Έτσι όταν ένα κόμμα εξαντλούσε το πλαφόν αυτό στο ΑΦΜ του, συνέχιζε μ’ εκείνα στελεχών του. Κι έτσι συνέχιζε η καμπάνια μέσα από προσωπικούς λογαριασμούς π.χ. του υπεύθυνου προεκλογικού σχεδιασμού του κόμματος. Εκεί ο Νόμος θα έπρεπε να έχει πρόβλεψη για κάτι τέτοιο, αλλά είμαστε στο αρχικό στάδιο ακόμα. Είναι λοιπόν κι αυτό αντικείμενο έρευνας: Το πως συνδέεται το αποτέλεσμα, με τα χρήματα που ξόδεψε ένα κόμμα για την προβολή του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κατά την προεκλογική του καμπάνια. Στην περίπτωση των εκλογών της 21ης Μαΐου, η ΝΔ ξόδεψε πολλαπλάσια από τον ΣΥΡΙΖΑ».

 

Νομοθετικό πλαίσιο

Εδώ να τονίσουμε ότι δεν υπάρχουν εθνικές πολιτικές. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα ομάδες εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διερευνούν το πεδίο, καταλήγουν σε προτάσεις, αυτές αρχικά συζητιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ψηφίζεται μια Οδηγία, πηγαίνει πίσω στην Ομάδα Εργασίας, συγκεκριμενοποιούνται οι άξονές της και διοχετεύεται στα εθνικά Κοινοβούλια τα οποία και πρέπει να την ενσωματώσουν στις εθνικές τους Νομοθεσίες. Στις ΗΠΑ υπάρχουν Επιτροπές της Γερουσίας, όπου με βάση κοινωνικές ομάδες, ή πρωτοβουλίες των κομμάτων, καλούν σε αυτές τους ειδικούς, ενημερώνονται για το πεδίο και στη συνέχεια παίρνουν πρωτοβουλίες, τις οποίες προωθούν στο Κογκρέσο, ώστε να γίνουν Ομοσπονδιακοί Νόμοι. ΗΠΑ και ΕΕ εναρμονίζουν τις πολιτικές τους για ν’ ακολουθήσει το ίδιο και με τις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη, όπως για παράδειγμα η Κίνα, η Αυστραλία και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, μετά από διαβουλεύσεις.

Έτσι, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023 ενέκρινε ένα πλαίσιο λειτουργίας, ώστε να ρυθμιστούν τέτοιες υποθέσεις. Άνθρωποι με εμπλοκή στη δημιουργία, ανάπτυξη και χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, με παρεμβάσεις τους και προς την Γερουσία των ΗΠΑ ζητούν τη δημιουργία νομοθετικού πλαισίου, καθώς και την υπογραφή διεθνών συμφωνιών, παρομοιάζοντας την ως «πυρηνικό όπλο» για το οποίο αν δεν καθοριστεί άμεσα η χρήση και λειτουργία του, θα καταστεί αναπόφευκτα μοιραίο για την ανθρωπότητα.

 

Στοίχημα να μην μετατραπεί σε «ζούγκλα» η κοινωνία

Αν η νέα τεχνολογία μπορεί -όπως έχει αποδειχθεί με την πρώτη εκλογή Τραμπ και το Brexit- και κάποιος το επιθυμεί, να μολύνει την πολιτική -και όχι μόνο- βούληση των ψηφοφόρων, δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο σήμερα να συμβεί ξανά με τη χρήση και των δυνατοτήτων που μας προσφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Έχοντας δηλαδή πλέον την εμπειρία ως ανθρωπότητα, δεν θα πρέπει να το αφήσουμε να εξελιχθεί ως πρακτική, ώστε να έρθουμε στη συνέχεια να το αντιμετωπίσουμε, όταν η ζημιά όμως θα έχει ήδη γίνει. Όταν οι δημοκρατικές κοινωνίες θα μπορούν να καθοριστούν από πρόσωπα που έχουν την οικονομική δύναμη και πρόσβαση, ώστε να χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία προς όφελός τους, ενώ δεν είναι άξιοι για τεθούν επικεφαλής τους, ή δεν εκφράζουν το συλλογικό καλό.

Η δημόσια συζήτηση έχει ανοίξει κι αυτό είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Η χρήση της πρωτοπόρας τεχνολογίας πάντα τρέχει πιο γρήγορα από τις ίδιες τις κοινωνίες. Κι αυτό γιατί ως συλλογικότητες, οι διαδικασίες που απαιτούνται προκειμένου να παρθεί μια απόφαση και να χαραχθεί μια στρατηγική είναι χρονοβόρες. Ενώ συνήθως, πρώτα μαθαίνουν από τα λάθη τους και μετά πράττουν (Try&Errormethod). Έτσι, όπως παραδείγματος χάρη συνέβη και στις περιπτώσεις των κρυπτονομισμάτων και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αρχικά καταγράφεται ένας μεγάλος βαθμός ελευθερίας και αστάθειας, όταν παραβατικές και στρεβλωτικές πρακτικές μπορούν να είναι πολύ διευρυμένες, για να ακολουθήσει στην συνέχεια, από διεθνής οργανισμούς και κράτη, η νομοθέτηση του πλαισίου λειτουργίας.

Οι Ανεξάρτητες Αρχές έχουν έναν ελεγκτικό χαρακτήρα. Η Εκτελεστική (Νομοθετική) εξουσία είναι που μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις. Γι’ αυτό και το πολιτικό προσωπικό πρέπει να είναι ενήμερο πάνω σε τέτοια θέματα, συνομιλώντας για το λόγο αυτό με την επιστημονική ακαδημαϊκή κοινότητα και δρώντας προνοητικά. Όχι απαγορευτικά, ή ως «Μεγάλος Αδερφός». Η τεχνολογία ήρθε για να μείνει. Άρα και με Social Media θα πορευτούμε και με datamining και προσωπικά δεδομένα θα παραχωρήσουμε. Το στοίχημα είναι η ανθρώπινη κοινωνία να μην μετατραπεί σε «ζούγκλα».

 

Προσωπικά δεδομένα και προστασία

 

Ο έλεγχος, η εφαρμογή, αλλά και η προσαρμογή του Νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας είναι μια συνεχής διαδικασία σε ότι αφορά τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και τα προσωπικά δεδομένα.

Η μεγάλη αλλαγή για τα προσωπικά δεδομένα συντελέστηκε την 25η  Μαΐου του 2018, με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων της ΕΕ (GeneralDataProtectionRegulation – GDPR), που είναι το αποτέλεσμα εργασίας τεσσάρων ετών της ΕΕ για την προσαρμογή της ευρωπαϊκής Νομοθεσίας ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Μια από της μεγάλες αλλαγές που έφερε ήταν και ο «Μηχανισμός Συνεργασίας & Συνεκτικότητας». Κατανοώντας η ΕΕ ότι προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες -ανεξαρτήτως αντικειμένου- οι όποιοι κανόνες θα πρέπει να είναι κοινοί και να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο από τις Ανεξάρτητες Αρχές κάθε Κράτους-Μέλους της προκειμένου να έχουν αποτέλεσμα. Αυτό επιτρέπει στην ΕΕ να ασκεί έλεγχο τόσο στις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στα SocialMedia, όσο και γενικότερα στις εταιρίες που παρέχουν ψηφιακά τις υπηρεσίες τους, όπως είναι η Google, η Amazon, η Apple κ.α. Μιας και όλες αυτές διαχειρίζονται ένα τεράστιο όγκο δεδομένων που συλλέγουν από τους χρήστες/φυσικά πρόσωπα που διαβιούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Ετήσια Έκθεση 2021

(pdf ΕΔΩ)

 

Ο έλεγχος για την τήρηση ή μη των κανόνων αυτών γίνεται από την Ανεξάρτητη Αρχή του Κράτους-Μέλους στο οποίο ασκεί την κύρια δραστηριότητα της η εκάστοτε εταιρία, μιας και αναφερόμαστε σε μεγάλες πολυεθνικές. Όπως π.χ. η Meta (Facebook, Instagram), η Microsoft (LinkedIn) και το Twitterπου βρίσκονται στην Ιρλανδία, ή όπως η Amazonπου βρίσκεται στο Λουξεμβούργο, για φορολογικούς και νομικούς κυρίως λόγους. Οπότε και ο έλεγχος γίνεται μέσω της Επικεφαλής Εποπτικής Αρχής -όπως ονομάζονται- της Ιρλανδίας στην συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση όμως τις κεντρικές οδηγίες – κανόνες, που έχουν συμφωνηθεί μαζί με τα υπόλοιπα 26 Κράτη-Μέλη, καθώς και τρεις ακόμη χώρες του λεγόμενου «Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» (Νορβηγία, Ισλανδία, Λιχτενστάιν).

 

 

Γιώργος Ρουσόπουλος
Γιώργος Ρουσόπουλος

 

Το «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων» (EuropeanDataProtectionBoard – EDPB), είναι ένα ανεξάρτητο όργανο της ΕΕ που καθοδηγεί τις Ανεξάρτητες Αρχές Προστασίας Δεδομένων των 27+3 χωρών. Ο Δρ. Γιώργος Ρουσόπουλος, Ειδικός επιστήμονας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αναφερόμενος στα SocialMedia τονίζει ότι: «Ήταν ένα από τα πρώτα ζητήματα που απασχόλησε τον συγκεκριμένο φορέα. Το με ποιόν τρόπο δηλαδή, μπορεί μια εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης να επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα. Και γι’ αυτό εξέδωσε και συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Γεγονός που επιπλέον, χρησιμεύει ως καθοδήγηση και για τις εταιρίες, σχετικά με το πως να ερμηνεύουν τον Γενικό Κανονισμό της ΕΕ» («Guidelines 8/2020 onthetargetingofsocialmediausers»). PDF «Guidelines 8/2020 onthetargetingofsocialmediausers»

 

Από τα πρώτα επίσης κείμενα που βγάζει η ΕΕ σύμφωνα με τον κ. Ρουσόπουλο είναι και εκείνο για την αντιμετώπιση των λεγόμενων «Deceptivepatterns» ή «Darkpatterns» («Σκοτεινά πρότυπα»), τους τρόπους δηλαδή, που χρησιμοποιούν οι εταιρίες για να υφαρπάξουν τη συγκατάθεση των χρηστών («Guidelines 03/2022 ondeceptivedesignpatternsinsocialmediaplatforminterfaces: howtorecogniseandavoidthem»). PDF «Guidelines 03/2022 ondeceptivedesignpatternsinsocialmediaplatforminterfaces: howtorecogniseandavoidthem»

 

Ο κ. Κωνσταντίνος Μενουδάκος, πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, αναφορικά με τις καταγγελίες ξεκαθαρίζει ότι: «Υπεύθυνη Αρχή είναι εκείνη της χώρας στην οποία έχει την έδρα της η εταιρία.

 

Κωνσταντίνος Μενουδάκος
Κωνσταντίνος Μενουδάκος

 

 

Στην περίπτωση όμως που η καταγγελία γίνεται από πολίτη άλλου Κράτους-Μέλους της ΕΕ, τότε εμπλέκεται και η αντίστοιχη Αρχή. Τέλος, ζητά ως προς το τελικό πόρισμα της, τη σύμφωνη γνώμη και των υπολοίπων Εποπτικών Αρχών. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, τότε η υπόθεση παραπέμπεται προς επίλυση στο “Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων”, όπου τα μέλη ψηφίζουν».

 

Συμπληρώνοντας ο κ. Ρουσόπουλος, αναφέρει ένα από τα βασικά πρώτα ζητήματα του Facebook, που ήταν ο ισχυρισμός της εταιρίας, ότι όταν κάποιος εγγραφόταν ως χρήστης του, στην πράξη συμβάλλεται. Άρα οποιαδήποτε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται μετά, είναι επειδή ο χρήστης έχει συμβληθεί. Με τις εμπλεκόμενες με το ζήτημα Εποπτικές Αρχές να διαφωνούν, ήρθε το «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων» ν’ αποφανθεί ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αποδεκτό. Το Facebook θα περιορίζεται μόνο στα προσωπικά δεδομένα για την εκτέλεση της σύμβασης. Άρα, π.χ. η στοχευμένη διαφήμιση δεν μπορεί να είναι κομμάτι της σύμβασης.

Εγγραφείτε στο κανάλι μας στο YouTube: subscribeDataJournalists

 

 

 

Τι έγινε στην Ελλάδα με την αμφιλεγόμενη Palandir

 

Στις 16 Δεκεμβρίου 2020 το Vouliwatch έφερνε στην ελληνική επικαιρότητα το θέμα της Palandir και υπέβαλλε αίτηση κατάθεσης εγγράφων στο υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής ζητώντας τη σύμβαση συνεργασίας της αμερικανικής εταιρίας με το Ελληνικό Δημόσιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

 

Λίγες ημέρες πριν, στις 7 Δεκεμβρίου, είχε δημοσιευθεί Δελτίο Τύπου της εταιρίας Palantir στην ιστοσελίδα businesswire στο οποίο ανακοινωνόταν ότι πραγματοποιήθηκε τηλεδιάσκεψη του Πρωθυπουργού και του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης με τον συνιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο της αμερικανικής εταιρίας, Alex Karp και το στέλεχος της Palantir, Josh Harris.

 

Η τηλεδιάσκεψη είχε ως θέμα την επέκταση της συνεργασίας της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Palantir στην αντιμετώπιση της πανδημίας.

 

Σύμφωνα με το Vouliwatch «κατά την έρευνα που πραγματοποιήσαμε στις πλατφόρμες ανάρτησης των δημοσίων συμβάσεων Διαύγεια και Προμηθέας δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε πουθενά σχετική σύμβαση ή συμβάσεις».

 

Η Palantir Technologies είναι μια αμερικάνικη εταιρία που ασχολείται με την ανάλυση, επεξεργασία, αποθήκευση και «εξόρυξη» (data-mining) δεδομένων σε όλο τον κόσμο, με βασικά τους προϊόντα τα λογισμικά Gotham και το Foundry.

 

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ίδιας της εταιρίας και σχετικά δημοσιεύματα σε διεθνή site (Bloomberg, NYTimes) o τεχνολογικός γίγαντας βοηθά κυβερνήσεις και τις Αρχές να διαχειρίζονται τεράστια όγκο δεδομένων.

 

Το Vouliwatch ανέφερε πως «περισσότερες από δώδεκα χώρες – συμπεριλαμβανομένης όπως φαίνεται και της Ελλάδας – χρησιμοποιούν το λογισμικό τους Foundry για διασύνδεση δεδομένων (data integration) στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την πανδημία του Covid-19».

 

Με το θέμα ασχολήθηκε και η Deutsche Welle παρουσιάζοντας εκτενές ρεπορτάζ του γερμανικού Der Spiegel στις 3 Απριλίου 2021, χαρακτηρίζοντας την εταιρεία ως «μια από τις πιο αμφιλεγόμενες στον κόσμο»:

 

«Το λογισμικό της εταιρείας θα βοηθούσε τους Ευρωπαίους να καταγράφουν την εξάπλωση του ιού και να εντοπίζουν ελλείψεις σε νοσοκομεία (…) Ορισμένες χώρες δέχτηκαν με χαρά την προσφορά, συμπεριλαμβανομένων της Ολλανδίας και της Ελλάδας. Ο ελληνικός πληθυσμός είναι γηραιότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και το σύστημα υγείας δεν είναι πολύ στιβαρό. Η προσφορά της  Palantir ήταν χρήσιμη για την κυβέρνηση. Η Αθήνα και η αμερικανική εταιρεία συμφώνησαν εν κρυπτώ σχετικά με τους τρόπους συνεργασίας. Η σύμβαση δεν υποβλήθηκε σε διαγωνισμό και δεν ελέγχθηκε βάσει του νόμου περί προστασίας δεδομένων, κάτι που θα ήταν φυσιολογικό για αντίστοιχες διαδικασίες. Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας έγιναν γνωστές μόνο οκτώ μήνες αργότερα, έπειτα από σχετική κοινοβουλευτική ερώτηση».

 

Όπως σημείωνε το ρεπορτάζ αναφορικά με τη δράση της στην ΕΕ «η Palantir εστίασε στην αντιμετώπιση μιας αδυναμίας πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων: το έλλειμμα ψηφιοποίησης των υπηρεσιών τους». Και κατέληγε: «Ως αντάλλαγμα για την υπόσχεση περιορισμού της πανδημίας με τη βοήθεια λογισμικού, η εταιρεία έλαβε, όπως φαίνεται, εκτεταμένη πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα από την ελληνική κυβέρνηση (…) Η ελληνική κυβέρνηση αρνείται ότι κοινοποίησε δεδομένα ασθενών στην Palantir. Στο μεταξύ τερματίσθηκε κάθε συνεργασία με την εταιρεία και διαγράφηκαν όλα τα δεδομένα που είχαν συλλεχθεί. Η Palantir ανακοίνωσε ότι σε καμία περίπτωση δεν αφαίρεσε δεδομένα».

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Δυστυχώς, η φόρμα σχολίων είναι ανενεργή αυτή τη στιγμή.