Του Αναστάσιου Κούζη – Κούζαρου*
Οι λέξεις και τα νοήματα που εκφράζουν ως γεννήματα του ανθρώπινου νου πηγάζουν απ’ την όποια καινούργια υλική, πνευματική, ψυχική ή ηθική κατάκτηση και γνώση στο διάβα της ιστορικής του πορείας. Αποτελούν δε θεμελιώδη εργαλεία της σύνθεσης των σκέψεων, των ιδεών και των αξιών, οι οποίες με την ανάπτυξη του λόγου και της επικοινωνίας διαδίδονται και επιβάλλονται ως κοινό βαρύτιμο απόκτημα της πολιτιστικής μας εξέλιξης. Όμως και αυτές, ως προϊόντα ζώντων εφήμερων όντων, υπόκεινται στον βιολογικό κύκλο της γέννησης, της φθοράς και του θανάτου. Ο κύκλος αυτός συνήθως για όσες λέξεις αφορούν την υλική μας ζωή είναι σύντομος, μπορεί, παραδείγματος χάρη, να κρατήσει μια γενιά, όσο διαρκεί η χρήση των προϊόντων, που δηλώνουν. Όταν σταδιακά σταματήσουν τα προϊόντα να έχουν καθημερινή χρήση και πρακτική αξία και μάλιστα όταν αντικατασταθούν από νέα, τότε παύει, μέρα με τη μέρα, και η χρήση των αντίστοιχων λέξεων, μέχρι που να λησμονηθούν εντελώς και να «πεθάνουν»! Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνες που επιβιώνουν περισσότερο ως ενθύμηση ή ανάμνηση και με «μεταφορική» κυρίως χρήση στον λόγο. Μοιάζουν, μάλιστα, αναλλοίωτες, άφθαρτες κι αθάνατες οι λέξεις και οι έννοιες που εκφράζουν τα υψηλότερα ιδεώδη και ιδανικά του ανθρώπινου γένους, όπως: «ελευθερία», «δημοκρατία»… και προ πάντων «αλήθεια»!
Μοιάζουν, πράγματι, αμετάβλητες και αιώνιες! Όμως, και είναι;
Δυστυχώς, για εμάς, οι λέξεις μας μοιάζουν με τα νομίσματά μας! Όπως τα χρυσά ή ασημένια νομίσματα, έτσι κι αυτές, όταν κοπούν στο «Νομισματοκοπείο της Γλώσσας», και κυκλοφορήσουν για πρώτη φορά για τις επικοινωνιακές και πνευματικές μας συναλλαγές, λαμποκοπούν και απαστράπτουν. Κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει την καθαρότητα του πολύτιμου μετάλλου, τη γνησιότητα και την εγκυρότητα των συμβόλων, την αντιστοιχία της ανταλλακτικής τους αξίας με τη σφύζουσα «πνευματική οικονομία» που τις παρήγαγε και που τις εγγυάται με μια διαρκή επιστημονική, τεχνολογική, φιλοσοφική και ηθική της άνοδο!
Αυτή, δυστυχώς, η ανάταση και η πνευματική ευμάρεια δεν διαρκούν για πάντα. Έτσι σε περιόδους κρίσεων, όπου κλονίζονται οι πνευματικές αξίες, προσβάλλονται τα ιδεώδη και χλευάζονται τα υψηλά ιδανικά, τότε φθείρονται και οι λέξεις στο στόμα ή στη γραφίδα των «κιβδηλοποιών» και «παραχαρακτών» της αλήθειας από τα «μέσα της μαζικής προπαγάνδας και του λαϊκισμού». Η φθορά τους ακολούθως επιτείνεται με την από στόμα σε στόμα εκατομμυρίων παραπλανημένων αποδεκτών άκριτη επανάληψη και διάδοση των παραποιημένων και νοθευμένων νοημάτων ως αληθινών. Δημιουργείται, έτσι, ένας «φαύλος κύκλος αμοιβαίας εξαπάτησης». Ο «κύκλος» αυτός επιβάλλει, απ’ τη μία, στα ανθρωποσύνολα την απάτη και την πλάνη ως δεδομένες πρακτικές μεθόδους και καταστάσεις και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, εξοβελίζει την αλήθεια, την οποία, επειδή ίσως είναι πάντα γυμνή και πικρή, δεν διστάζει πολλές φορές πρώτη πρώτη και να δολοφονήσει!
Τι μας ωθεί, άραγε, σε μια τέτοια ειδεχθή πράξη; Λησμονήσαμε, μήπως, πως στα χρόνια του μύθου τη λατρεύαμε ως θεά, ως θυγατέρα του Διός (Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος ΙΔ, 4) ή του Κρόνου; Δεν ήταν η Αλήθεια η μητέρα της Αρετής και η τροφός του Απόλλωνα; Δεν τη φαντάζονταν οι πρόγονοί μας στα λευκά ντυμένη, για να δηλώσουν την καθαρότητα και την αγνότητά της; Κι όταν περάσαμε «από τον μύθο στον λόγο», ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος Αναξαγόρας, που πίστευε ότι ο νους είναι η πρώτη αρχή του κόσμου, δεν ίδρυσε προς τιμήν της βωμό με την επιγραφή «Τηι Αληθείαι»;
Ίσως, με άσπλαχνο χέρι στρεφόμαστε εναντίον της, γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε τη σημασία της και τον αυστηρότατο έλεγχο που ασκεί για τις επιπόλαιες και λανθασμένες επιλογές, αποφάσεις, και πράξεις μας, πολύ δε περισσότερο τις συνέπειες των πράξεών μας και τις τύψεις που νιώθουμε.
Η αλήθεια (εκ του άλφα του στερητικού και του ισχυρού θέματος ληθ- του ρήματος λανθάνω, που σημαίνει διαφεύγω την προσοχή κάποιου, μένω απαρατήρητος, μένω άγνωστος) σημαίνει την αποφυγή του λάθους, το να μην ξεφύγει κάτι από την προσοχή μου, το να μη λησμονήσω κάτι, το να μην κάνω εσφαλμένο υπολογισμό! Σ’ αυτήν την πολλαπλή πνευματική λειτουργία δεν αντέχει να αποτύχει οικτρά ο αυτοαποκαλούμενος εχέφρων άνθρωπος. Κι όποτε αυτό συμβαίνει, συγκλονίζεται και τα χάνει! Πάνω στον πανικό του, αντί με συντριβή να ομολογήσει το λάθος του, να μετανοήσει και να πασχίσει με όλες του τις δυνάμεις να διορθώσει ό,τι είναι δυνατόν, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του, αυτός όχι μόνο επιλέγει να σκοτώσει την αλήθεια και να την ενταφιάσει κάτω από όγκους ψεμάτων, αλλά και να «ναρκώσει» τους γύρω του, επιστρατεύοντας το ισχυρό «ναρκωτικό» της απάτης. Η χρήση της απάτης επηρεάζει και τον ίδιο, ώστε να αφήνεται παραζαλισμένος να βουλιάζει στη «νιρβάνα» της ανευθυνότητας, πιστεύοντας πως ποτέ δεν θα αποκαλυφθεί η σε βάρος του αλήθεια, λέγοντας ενσυνείδητα το ένα ψέμα μετά το άλλο και διαπράττοντας το ένα σφάλμα μεγαλύτερο από το προηγούμενο!
Ποιες, όμως, είναι οι ιδανικότερες συνθήκες για να στήσει τον ξέφρενο χορό της η απάτη;
Ο πατέρας της επιστημονικής Ιστορίας, ο Θουκυδίδης, γράφοντας για τον «Πελοποννησιακό Πόλεμο» δεν μας αφήνει καμιά αμφιβολία ότι είναι οι πολεμικές συνθήκες: «Γιατί σε καιρό ειρήνης και ευημερίας οι πόλεις και τα άτομα έχουν ευγενέστερες διαθέσεις, αφού δεν καταπιέζονται από ανεπιθύμητες σκληρές ανάγκες. Ο πόλεμος, όμως, αφαιρώντας την άνεση της καθημερινής ζωής, γίνεται δάσκαλος της βίας και εξομοιώνει τις διαθέσεις των ανθρώπων με το κλίμα της εποχής…».
Εδώ ακριβώς οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή μας, διευρύνοντας τη σκέψη του Θουκυδίδη από αυτόν καθ’ εαυτόν τον διακρατικό πόλεμο ως δάσκαλο της βίας, έως τον καθημερινό «εμφύλιο πόλεμο» για την επιβίωση των απλών ανθρώπων των σύγχρονων κοινωνιών, που έχουν αγριέψει και αλληλοτρώγονται! Κυριαρχεί πλέον ανάμεσά τους το σύνθημα «ο θάνατός σου η ζωή μου», καθώς ασφυκτιούν εγκλωβισμένοι σε απαράδεκτες συνθήκες αναξιοπρέπειας, ανασφάλειας, οικονομικής ανέχειας και παντοειδούς κοινωνικής βίας!
Σε τέτοιες συνθήκες επικράτησης του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης «βιάζονται» και η γλώσσα, οι λέξεις και οι σημασίες τους, όπως μας διδάσκει και πάλι ο Θουκυδίδης: «…Άλλαξαν μάλιστα και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων με τρόπο που να δικαιολογεί τις πράξεις τους. Έτσι, η ασυλλόγιστη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία και αφοσίωση στο κόμμα, η προνοητική διστακτικότητα θεωρήθηκε εύσχημη δειλία, η σωφροσύνη πρόσχημα της ανανδρίας και η σύνεση σε όλα τα ζητήματα απόλυτη αδράνεια. Η παράφορη ορμητικότητα προστέθηκε στα στοιχεία της ανδρικής αρετής, ενώ η περίσκεψη για την εξασφάλιση της επιτυχίας χαρακτηρίστηκε πρόφαση για υπεκφυγή. Όποιος φερνόταν με εξαλλοσύνη γινόταν πάντα πιστευτός, ενώ όποιος του έφερνε αντιρρήσεις θεωρούνταν ύποπτος. Όποιος μηχανευόταν μιαν επιβουλή και πετύχαινε θεωρούνταν έξυπνος και όποιος τη μυριζόταν και τη ματαίωνε ακόμα εξυπνότερος. Όποιος όμως ήταν προνοητικός και έπαιρνε μέτρα, ώστε να μη χρειάζεται ούτε να γίνονται ούτε να ματαιώνονται επιβουλές, θεωρούνταν στοιχείο διαλυτικό για το κόμμα και τρομοκρατημένος από τους αντιπάλους. Γενικά κρινόταν άξιος επαίνου όποιος προλάβαινε να κάνει κακό σε άλλον πριν του κάνει εκείνος, καθώς και όποιος παρακινούσε κάποιον άλλον να κάνει ένα κακό που δεν είχε υπόψη του να κάνει…» («Θουκυδίδου Ξυγγραφή», Γ’, 82).
Στους δίσεκτους καιρούς που ζούμε έχουμε καθήκον με πείσμα να αναζητάμε και να υπερασπιζόμαστε την αλήθεια μέσα στον κυκεώνα του ψεύδους που μας κατακλύζει, με εφόδιά μας το κριτικό πνεύμα, τη μνήμη και τη γνώση. Προ πάντων δεν να θεωρούμε άσπονδους εχθρούς μας όσους με δόλο επιχειρούν να μας βλάψουν σε στιγμή της αδυναμίας μας, υπολογίζοντας σε διπλό κέρδος, αφού απ’ τη μία θεωρούν την επιτυχία τους σε βάρος μας σίγουρη κι απ’ την άλλη ότι εξασφαλίζουν «εγκώμιο εξυπνάδας, επειδή υπερισχύσανε με απάτη» (όπου προηγουμένως).
*Καλλιτέχνης θεάτρου σκιών – φιλόλογος