Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Άπιστοι Θωμάδες στην εποχή της δημιουργίας περιεχομένου τεχνητής νοημοσύνης

Έπεσα πρόσφατα πάνω σε ένα δελτίο ειδήσεων για έναν από τους πολέμους που συμβαίνουν αυτή την στιγμή στον κόσμο. Ανάμεσα στις λέξεις, τις αναλύσεις και τους γνώριμους δραματικούς τόνους, υπήρχαν εικόνες και βίντεο που υποτίθεται πως μετέφεραν την «πραγματικότητα» από το πολεμικό πεδίο, συμπληρώνοντας το ρεπορτάζ.

Μόνο που κάπου διακριτικά, σχεδόν αθόρυβα, αναγραφόταν ότι το συγκεκριμένο οπτικό υλικό είχε δημιουργηθεί με τη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Δεν ήταν κάτι κρυφό, ούτε παρουσιαζόταν ως κάτι αληθινό.

 

Κάποτε, οι εικόνες αποτελούσαν τεκμήριο. Η φωτογραφία και το βίντεο λειτουργούσαν ως εγγύηση αυθεντικότητας, ως μια γέφυρα ανάμεσα στον θεατή και το γεγονός. Η φράση «Το είδα με τα μάτια μου», σήμαινε αυτομάτως ότι κάτι ίσχυε. Σήμερα, αυτή η φράση έχει χάσει το βάρος της. Γιατί τι σημαίνει «είδα», όταν αυτό που βλέπεις μπορεί να μην υπήρξε ποτέ;

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπήκε απλώς στη δημοσιογραφία, εισέβαλε στο ίδιο το πεδίο της αντίληψης. Οι εικόνες δεν καταγράφουν απαραίτητα την πραγματικότητα, αλλά μπορούν πλέον να την κατασκευάζουν. Και όταν αυτό συμβαίνει ακόμη και με διαφάνεια, ακόμη και με την επισήμανση ότι πρόκειται για AI, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται.

Δεν πρόκειται μόνο για αισθητικό ή τεχνικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα δημοκρατίας. Όταν το οπτικό υλικό παύει να είναι απόδειξη και γίνεται απλώς «περιεχόμενο», τότε η είδηση αποδυναμώνεται. Και μαζί της αποδυναμώνεται και η κρίση του πολίτη. Γιατί αν όλα μπορούν να είναι αληθοφανή, τότε τίποτα δεν θα μπορεί να είναι πραγματικά αξιόπιστο.

Έστω ότι κυκλοφορεί στα social media ένα βίντεο που δείχνει έναν πολιτικό να κάνει μια ακραία δήλωση ή ακόμα και πράξη. Το βίντεο φαίνεται απολύτως αληθινό. Υπάρχουν εργαλεία τα οποία διατίθενται δωρεάν και έχουν τέτοιες δυνατότητες. Η φωνή, οι εκφράσεις, οι κινήσεις, όλα είναι πειστικά. Μέσα σε λίγες ώρες έχει διαδοθεί παντού.

Σε ένα προεκλογικό περιβάλλον ένα τέτοιο βίντεο μπορεί να λειτουργήσει σαν όπλο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον ενός πολιτικού αντιπάλου, να επηρεάσει ψηφοφόρους, να δημιουργήσει οργή ή σύγχυση. Και ακόμη κι αν λίγες ώρες ή μέρες μετά, αποδειχθεί ότι πρόκειται για κατασκεύασμα, η ζημιά θα έχει γίνει ήδη. Η πρώτη εντύπωση μένει η αμφιβολία εγκαθίσταται, και η αποκατάσταση της αλήθειας δεν έχει ποτέ την ίδια ένταση με το αρχικό σοκ. Κάποιοι θα συνεχίσουν να το πιστεύουν. Άλλοι θα πουν «κάτι θα υπάρχει από πίσω». Και πολλοί θα καταλήξουν στο πιο επικίνδυνο συμπέρασμα, ότι δεν μπορείς πλέον να εμπιστευτείς τίποτα. Σε αυτό το περιβάλλον, οι κίνδυνοι είναι εδώ και συχνά περνούν απαρατήρητοι.

Οι εκδοχές της αλήθειας

Η προπαγάνδα γίνεται πιο αποτελεσματική από ποτέ. Δεν χρειάζεται πλέον να κρύψεις την αλήθεια ή να ελέγξεις πλήρως την πληροφορία. Αρκεί να δημιουργήσεις πολλές, καλοφτιαγμένες εκδοχές της. Για παράδειγμα, για ένα και μόνο γεγονός όπως μια έκρηξη, μια διαδήλωση, μια στρατιωτική επίθεση μπορούν να κυκλοφορούν ταυτόχρονα δέκα διαφορετικά βίντεο: σε ένα φαίνεται ότι φταίει η μία πλευρά, σε άλλο η αντίπαλη, σε άλλο ότι πρόκειται για σκηνοθετημένο γεγονός. Ο θεατής δεν ξέρει ποιο να πιστέψει και τελικά δεν πιστεύει κανένα με σιγουριά. Αυτό δεν είναι αποτυχία της προπαγάνδας. Είναι η επιτυχία της.

Επιπλέον κάνει την εμφάνισή της η «κούραση της αλήθειας». Όταν εκτίθεσαι συνεχώς σε αμφίβολες πληροφορίες κάποια στιγμή σταματάς να προσπαθείς. Ένας χρήστη που μέσα σε μία μέρα βλέπει ένα σοκαριστικό βίντεο μετά μια ανάρτηση που λέει ότι είναι ψεύτικο, μετά ένα άλλο που το επιβεβαιώνει και μετά μια τρίτη που τα διαψεύδει όλα. Ως αποτέλεσμα αυτών η αντίδραση δεν είναι περαιτέρω έρευνα αλλά παραίτηση καθώς «Δεν βγάζεις άκρη» και όταν ο πολίτης κουράζεται να ψάχνει την αλήθεια γίνεται πολύ πιο εύκολο να χειραγωγηθεί.

Η αξιοπιστία

Η διάβρωση της εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης. Ακόμη και όταν ένα μέσο λειτουργεί σωστά η συνολική αμφισβήτηση το παρασύρει. Για παράδειγμα αν ένα κανάλι χρησιμοποιήσει ένα AI βίντεο για επεξήγηση ενός γεγονότος ο θεατής μπορεί να κρατήσει μόνο ότι το συγκεκριμένο κανάλι δείχνει ψεύτικα βίντεο. Την επόμενη φορά που θα παρουσιάσουν πραγματικό υλικό η εμπιστοσύνη έχει ήδη κλονιστεί. Έτσι το πρόβλημα δεν πλήττει μόνο τους αναξιόπιστους αλλά και τους αξιόπιστους.

Στη συνέχεια, η κανονικοποίηση του ψεύδους. Όταν το κοινό συνηθίζει στην ιδέα ότι «μερικά πράγματα είναι φτιαγμένα», το όριο μετακινείται. Στην αρχή, ένα ψεύτικο βίντεο προκαλεί σοκ. Μετά από λίγο, προκαλεί απλώς απορία. Και τελικά, περνά σχεδόν απαρατήρητο. Για παράδειγμα, ένα ξεκάθαρα κατασκευασμένο στιγμιότυπο μπορεί να συνοδεύεται από σχόλια όπως «οκ, μπορεί να μην είναι αληθινό, αλλά δείχνει την ουσία». Εκεί ακριβώς το ψεύδος παύει να είναι πρόβλημα και γίνεται αποδεκτό εργαλείο.

Σημαντική είναι η ταχύτητα της ζημιάς σε σχέση με την αποκατάσταση. Ένα ψεύτικο βίντεο μπορεί να κάνει τον γύρο του διαδικτύου μέσα σε ώρες. Η διάψευσή του όμως, έρχεται αργά και φτάνει σε λιγότερους. Για παράδειγμα, ένα deepfake που στοχοποιεί έναν άνθρωπο ή έναν πολιτικό μπορεί να συγκεντρώσει εκατομμύρια προβολές. Η διόρθωση, ακόμη κι αν είναι σαφής, θα τη δουν πολύ λιγότεροι. Και ακόμη λιγότεροι θα αλλάξουν άποψη. Η εντύπωση δημιουργείται γρήγορα και εύκολα. Η αλήθεια αποκαθίσταται δύσκολα.

Και ίσως το πιο ύπουλο απ’ όλα, η γενικευμένη σύγχυση. Όταν όλα μοιάζουν πιθανά και τίποτα βέβαιο, ο πολίτης δεν γίνεται πιο κριτικός αλλά πιο παθητικός. Δεν εμπιστεύεται, αλλά ούτε και αντιδρά. Και μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται τίποτα, είναι τελικά πιο εύκολη να καθοδηγηθεί από μια κοινωνία που πιστεύει σε λάθος πράγματα.

Έτσι γεννιέται μια νέα κατηγορία ανθρώπων, οι σύγχρονοι «Άπιστοι Θωμάδες». Όχι επειδή αρνούνται πεισματικά να πιστέψουν, αλλά επειδή δεν ξέρουν πλέον τι να πιστέψουν. Αυτό τους οδηγεί στην αμφιβολία ως μία αναγκαστική στάση άμυνας. Όμως, η πλήρης δυσπιστία δεν είναι λύση. Το ζητούμενο δεν είναι να απορρίψουμε την τεχνολογία, αλλά να τη θέσουμε υπό έλεγχο. Χρειάζονται λύσεις που να αλλάζουν πραγματικά τον τρόπο που βλέπουμε και εμπιστευόμαστε την πληροφορία.

Πρώτα απ’ όλα, διαφάνεια με ουσία και όχι υποσημειώσεις. Δεν αρκεί μια μικρή ένδειξη στο κάτω μέρος της οθόνης που γράφει «δημιουργήθηκε με AI». Χρειάζεται σαφής, ενεργή ενημέρωση του θεατή. Για παράδειγμα, πριν από την προβολή ενός τέτοιου βίντεο, να υπάρχει μια ξεκάθαρη επισήμανση: «Το ακόλουθο υλικό είναι αναπαράσταση βασισμένη σε επιβεβαιωμένες πληροφορίες. Δεν αποτελεί πραγματική καταγραφή». Όπως ακριβώς γίνεται σε κάποια ντοκιμαντέρ με αναπαραστάσεις εγκλημάτων ή ιστορικών γεγονότων.

Δεύτερον, θεσμικά πλαίσια και σαφή όρια χρήσης. Τα μέσα ενημέρωσης δεν μπορούν να αυτοσχεδιάζουν. Χρειάζονται κανόνες όπως: απαγόρευση χρήσης AI για την απεικόνιση πραγματικών γεγονότων όταν υπάρχει αυθεντικό οπτικό υλικό, υποχρεωτικός διαχωρισμός μεταξύ «ρεπορτάζ» και «οπτικής αναπαράστασης» και ειδική σήμανση για κάθε συνθετικό περιεχόμενο, όπως ακριβώς υπάρχουν σήματα καταλληλότητας ή προειδοποιήσεις.

Τρίτον, τεχνολογικά αντίβαρα που αποδεικνύουν την αυθεντικότητα. Όπως δημιουργήθηκαν εργαλεία για να παράγουμε ψεύτικες εικόνες, πρέπει να δημιουργηθούν και εργαλεία για να πιστοποιούμε τις αληθινές. Για παράδειγμα, μια φωτογραφία θα μπορούσε να συνοδεύεται από ένα ψηφιακό «αποτύπωμα» που δείχνει: πότε τραβήχτηκε, με ποια συσκευή και αν έχει υποστεί επεξεργασία. Αν αυτό λείπει ο θεατής θα γνωρίζει ότι το υλικό δεν είναι επαληθευμένο. Αντίστοιχα πλατφόρμες θα μπορούσαν να εμφανίζουν ένδειξη τύπου: «Μη επιβεβαιωμένο οπτικό υλικό», όπως ήδη γίνεται με ψευδείς ειδήσεις σε ορισμένες περιπτώσεις.

Τέταρτον, ο πολίτης πρέπει να αποκτήσει απλά «εργαλεία σκέψης». Όχι να γίνει ειδικός, αλλά να μάθει να κάνει βασικές ερωτήσεις όπως “Ποιος το δημοσίευσε πρώτος;” , “Υπάρχει το ίδιο βίντεο και σε άλλα αξιόπιστα μέσα;” “Είναι υπερβολικά «δραματικό» ή τέλειο για να είναι αυθόρμητο;” Για παράδειγμα, αν ένα βίντεο εμφανίζεται μόνο σε έναν λογαριασμό και όχι σε μεγάλα μέσα, αυτό από μόνο του είναι λόγος επιφύλαξης.

Και τέλος, ευθύνη σε όλα τα επίπεδα. Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να ξεχωρίζουν καθαρά την ενημέρωση από την εντύπωση. Οι πλατφόρμες να περιορίζουν τη διάδοση μη επαληθευμένου περιεχομένου, αλλά και εμείς οι ίδιοι: πριν πατήσουμε «κοινοποίηση» σε ένα εντυπωσιακό βίντεο, να κάνουμε μια παύση. Γιατί στην πράξη, ένα ψεύτικο βίντεο δεν διαδίδεται μόνο από αυτόν που το δημιούργησε. Διαδίδεται από χιλιάδες ανθρώπους που το πίστεψαν αρκετά ώστε να το μοιραστούν.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα δεν είναι πλέον απόδειξη, είναι ισχυρισμός. Και κάθε ισχυρισμός απαιτεί εξέταση. Ίσως, τελικά, το πρόβλημα να μην είναι ότι δεν μπορούμε να πιστέψουμε τίποτα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι πρέπει πλέον να μάθουμε πώς να πιστεύουμε σωστά. Σήμερα, το ψέμα δεν χρειάζεται να σε πείσει, αρκεί να σε μπερδέψει. Γι’ αυτό και δεν κινδυνεύουμε επειδή υπάρχουν ψέματα. Κινδυνεύουμε επειδή δεν ξεχωρίζουμε πια πότε λέγεται η αλήθεια.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο