Μια φορά κι έναν καιρό το 41% της Νέας Δημοκρατίας πέρα από εκλογικό αποτέλεσμα αποτελούσε την απόλυτη επιβεβαίωση ότι το “επιτελικό κράτος” του Κυριάκου Μητσοτάκη ήρθε για να αλλάξει τη χώρα, να επιβάλει αποτελεσματικότητα, πειθαρχία και σταθερότητα. Σήμερα, όμως, στο εσωτερικό της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας, όλο και περισσότεροι αντιμετωπίζουν εκείνο το ποσοστό σαν μια μακρινή ανάμνηση που βαραίνει αντί να εμπνέει με την εικόνα της πολιτικής κυριαρχίας να εμφανίζει ρωγμές που δύσκολα πλέον κρύβονται πίσω από επικοινωνιακούς χειρισμούς και κυριακάτικα μηνύματα πολιτικής ευδαιμονίας πως όλα πάνε δεξιά για τη χώρα και την παράταξη.
Οι τελευταίες ημέρες ανέδειξαν κάτι βαθύτερο από μία απλή εσωκομματική δυσαρέσκεια. Η ηχηρή απουσία του Κώστα Καραμανλή από το 16ο συνέδριο του κόμματος, η γκρίνια για τις άρσεις ασυλίας, η επιστολή των 5 βουλευτών στα Νέα, η έντονη κριτική κατά Σκέρτσου, η συνέντευξη Δημητριάδη, η παραίτηση της Ιωάννας Γκελεστάθη και εσχάτως η δημόσια παρέμβαση δέκα πρώην στελεχών της Νέας Δημοκρατίας αποκάλυψαν ότι στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης ωριμάζει ένα κλίμα αμφισβήτησης απέναντι στον τρόπο άσκησης της εξουσίας από το στενό επιτελείο του Μαξίμου. Και αυτό είναι ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Για μεγάλο διάστημα, η κυβέρνηση κατάφερε να διατηρεί την πολιτική της υπεροχή μέσα από έναν αυστηρά ελεγχόμενο μηχανισμό εξουσίας. Οι κρίσιμες αποφάσεις συγκεντρώθηκαν γύρω από έναν μικρό κύκλο προσώπων, η κοινοβουλευτική ομάδα λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός επικύρωσης και λιγότερο ως πεδίο πολιτικής σύνθεσης, ενώ η δημόσια εικόνα της κυβέρνησης στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνιακή διαχείριση. Το μοντέλο αυτό απέδωσε όσο η κυβέρνηση είχε απέναντί της μια αδύναμη και κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Σήμερα όμως δείχνει να φτάνει στα όριά του.
Η συσσωρευμένη κοινωνική πίεση από την ακρίβεια, η κόπωση της μεσαίας τάξης, η αίσθηση ατιμωρησίας που άφησαν οι υποθέσεις των υποκλοπών και των Τεμπών, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και η γενικευμένη εικόνα αλαζονείας που εκπέμπει το κυβερνητικό σύστημα, έχουν αρχίσει να επηρεάζουν πλέον και το εσωτερικό της ΝΔ. Και όπως όλα δείχνουν δεν έχουμε να κάνουμε με την γκρίνια κάποιων βουλευτών που ανησυχούν για την επανεκλογή τους. Πρόκειται για πολιτική ανησυχία σχετικά με την κατεύθυνση που έχει πάρει η ίδια τους παράταξη.
Και η ενόχληση του Μαξίμου απέναντι στην επιστολή των πρώην στελεχών δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν φοβάται πλέον μόνο την αντιπολίτευση αλλά και την αμφισβήτηση μέσα στον ίδιο της τον χώρο. Γιατί όταν οι επικρίσεις προέρχονται από τους κόλπους της ΝΔ, δεν μπορούν εύκολα να καταγγελθούν ως «τοξικοί», «λαϊκιστές» ή «υπονομευτές».
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η εικόνα της παντοδυναμίας αρχίζει να καταρρέει σταδιακά. Το 41% έχει πάψει να λειτουργεί ως πολιτικό καταφύγιο αλλά ως μέτρο σύγκρισης με μια πραγματικότητα που απέχει όλο και περισσότερο από τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα, αλλά τι να τις κάνεις μερικές μονάδες παραπάνω από τον δεύτερο όταν η κοινωνική επιρροή και η εμπιστοσύνη βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση.
Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΝΔ αποτυπώνουν και μια βαθύτερη κρίση εκπροσώπησης. Πολλοί βουλευτές αισθάνονται ότι η κυβέρνηση λειτουργεί αποκομμένα από το κόμμα, χωρίς πολιτική διαβούλευση και χωρίς ουσιαστική επαφή με την κοινωνική βάση της ΝΔ. Το «επιτελικό κράτος», που παρουσιάστηκε ως μοντέλο αποτελεσματικότητας, κατηγορείται πλέον ακόμη και από γαλάζια στελέχη ότι μετατράπηκε σε μηχανισμό υπερσυγκέντρωσης εξουσίας.
Και στην περίπτωση της ΝΔ, η φθορά της κυβέρνησης δεν έχει ξεκινήσει από την άνοδο της αντιπολίτευσης αλλά από την μείωση της πίστης των δικών της ανθρώπων – στελεχών και ψηφοφόρων – στο πολιτικό αφήγημα που τους ένωσε το 2019. Και αυτό ακριβώς είναι που αρχίζει να συμβαίνει σήμερα στη Νέα Δημοκρατία. Το 41% παραμένει ένα μεγάλο εκλογικό ποσοστό. Όμως στην πολιτική οι αριθμοί εκτός από δύναμη έχουν και μνήμη. Και το 41% δεν θυμίζει πια κυριαρχία αλλά την αφετηρία της φθοράς.