Η αντιπαράθεση της Ryanair με κυβερνήσεις, αεροδρόμια και ρυθμιστικές αρχές εξελίσσεται σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της ευρωπαϊκής αεροπορικής αγοράς μετά την πανδημία.
Από την Ελλάδα μέχρι τη Γερμανία και την Αυστρία, η μεγαλύτερη low-cost αεροπορική της Ευρώπης καταγγέλλει υψηλά τέλη, «τιμωρητικούς» φόρους και μονοπωλιακές πρακτικές αεροδρομίων, απειλώντας με αποχωρήσεις, περικοπές δρομολογίων και μεταφορά αεροσκαφών σε φθηνότερες αγορές.
Φέτος ήταν μια ιδιαίτερα έντονη χρονιά σε αυτό το μέτωπο, καθώς η Ryanair προσέφυγε διαδοχικά κατά της Fraport Greece για τα τέλη του Αεροδρομίου Μακεδονία, του αεροδρομίου της Ρόδου, ενώ δεν παρέλειψε να κινηθεί αντίστοιχα και κατά του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ), αμφισβητώντας τόσο τις αυξήσεις χρεώσεων όσο και τη συνολική φιλοσοφία τιμολόγησης των ελληνικών αεροδρομίων.
Η Ryanair κατά πάντων
Στην ουσία, η εταιρεία υποστήριξε ότι μετά τη μεγάλη μείωση του Τέλους Εκσυγχρονισμού και Ανάπτυξης Αεροδρομίων (ΤΕΑΑ) το 2024 — του γνωστού επί δεκαετίες ως «σπατόσημο» — οι συνολικές επιβαρύνσεις για αεροπορικές εταιρείες και επιβάτες θα έπρεπε να έχουν μειωθεί. Το ΤΕΑΑ όμως, όπως απάντησε η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ) στις δύο πρώτες υποθέσεις, απορρίπτοντας τις προσφυγές της Ryanair, είναι κρατικό τέλος που επιβάλλεται νομοθετικά σε όλους τους ελληνικούς αερολιμένες και εισπράττεται μέσω του εισιτηρίου.
Δεν αποτελεί έσοδο των παραχωρησιούχων ή των εταιρειών διαχείρισης αεροδρομίων. Από την άλλη πλευρά, τα λεγόμενα «ρυθμιζόμενα αερολιμενικά τέλη» είναι οι χρεώσεις που επιβάλλουν οι διαχειριστές αεροδρομίων για υπηρεσίες όπως προσγείωση, στάθμευση αεροσκαφών και διακίνηση επιβατών. Στις αποφάσεις της ΑΠΑ για τα δύο αεροδρόμια περιγράφονται αναλυτικά τα επιχειρήματα όλων των πλευρών.
Στην περίπτωση του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης, η Fraport ανακοίνωσε αύξηση του τέλους επιβατών από 15,50 ευρώ σε 15,70 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη από τη 1η Απριλίου 2026. Η Ryanair αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι η αύξηση δεν αιτιολογείται επαρκώς, δε συνδέεται με πραγματικό λειτουργικό κόστος και ότι δεν υπάρχει επαρκής διαφάνεια στη μεθοδολογία υπολογισμού των τελών. Παράλληλα, επέμεινε ότι μετά τη μείωση του ΤΕΑΑ οι συνολικές χρεώσεις θα έπρεπε να έχουν μειωθεί και όχι να αυξηθούν.
Η δομή των τελών
Η Fraport απάντησε ότι η σύμβαση παραχώρησης της επιτρέπει να καθορίζει τη δομή των τελών, αρκεί τα συνολικά έσοδα ανά αναχωρούντα επιβάτη να μην υπερβαίνουν το ανώτατο ρυθμιζόμενο όριο που εγκρίνει η ΑΠΑ. Για τη Θεσσαλονίκη, το ανώτατο όριο είχε καθοριστεί στα 21,40 ευρώ ανά επιβάτη, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η εταιρεία, το συνολικό λειτουργικό και επενδυτικό κόστος του αεροδρομίου έφτανε τα 23,31 ευρώ ανά επιβάτη, με τα προβλεπόμενα έσοδα να διαμορφώνονται στα 21,69 ευρώ.
Με άλλα λόγια, η Fraport υποστήριξε ότι ακόμη και μετά την αύξηση, τα τέλη παρέμεναν χαμηλότερα από το συνολικό λειτουργικό και επενδυτικό κόστος του αεροδρομίου. Η ΑΠΑ τελικά απέρριψε την προσφυγή της Ryanair, ξεκαθαρίζοντας ότι το ΤΕΑΑ είναι κρατικός φόρος, δεν αποτελεί μέρος των εμπορικών αερολιμενικών τελών και, συνεπώς, η μείωσή του δε συνεπάγεται αυτόματα μείωση των χρεώσεων των παραχωρησιούχων. Ανάλογη ήταν και η προσφυγή για το αεροδρόμιο της Ρόδου.
Το συνολικό κόστος
Η Fraport αύξησε το τέλος επιβατών από 15,50 ευρώ σε 15,95 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη για την περίοδο 2026–2027, διατηρώντας αμετάβλητα τα υπόλοιπα τέλη, όπως εκείνα της προσγείωσης και της στάθμευσης.
Η Ryanair χρησιμοποίησε και πάλι τα ίδια σχεδόν επιχειρήματα και ανάλογη ήταν η απάντηση της ΑΠΑ. Να σημειωθεί ακόμη ότι στην περίπτωση της Ρόδου η Fraport παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το συνολικό κόστος λειτουργίας του αεροδρομίου Ρόδου ανέρχεται σε 27,08 ευρώ ανά επιβάτη, ενώ τα προβλεπόμενα έσοδα από τέλη διαμορφώνονται περίπου στα 21,9 ευρώ.
Με άλλα λόγια, η εταιρεία υποστήριξε ότι ακόμη και μετά τις αυξήσεις, τα τέλη παραμένουν χαμηλότερα από το συνολικό κόστος λειτουργίας, επενδύσεων και χρηματοδότησης του αεροδρομίου. Η Ryanair προσέφυγε και κατά της απόφασης του ΔΑΑ για τα τέλη του 2026, με τον αερολιμένα να καταθέτει αναλυτικό υπόμνημα υπεράσπισης της πολιτικής χρεώσεών του.
Η ΑΠΑ δεν εξέδωσε ακόμη οριστική απόφαση, αλλά επέτρεψε προσωρινά την πλήρη εφαρμογή των νέων τελών του αεροδρομίου, επικαλούμενη την ανάγκη διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας του αερολιμένα, την αρχή της ίσης μεταχείρισης των χρηστών, αλλά και το γεγονός ότι η αξιολόγηση του φακέλου δεν είχε ολοκληρωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
Κατά των «μονοπωλίων»…
Γενικότερα, μέσα από «σκληρές» ανακοινώσεις, η Ryanair υποστηρίζει ότι τα αεροδρόμια λειτουργούν ως φυσικά μονοπώλια και ότι οι αυξήσεις τελών μεταφέρονται τελικά στον επιβάτη, περιορίζοντας τον τουρισμό και πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα. Τα αεροδρόμια, από την άλλη πλευρά, απαντούν ότι τα κόστη λειτουργίας, οι επενδύσεις, το ενεργειακό κόστος, η χρηματοδότηση και οι υποχρεώσεις παραχώρησης συνεχίζουν να αυξάνονται, ενώ τα τέλη παραμένουν εντός των ορίων που προβλέπουν οι συμβάσεις παραχώρησης.
Το βασικό αντεπιχείρημα των αεροδρομίων είναι επίσης απλό: οι μειώσεις φόρων μεταφέρονται πράγματι στον επιβάτη; Στην πράξη, τα αεροπορικά εισιτήρια τιμολογούνται δυναμικά, με βάση τη ζήτηση, τη διαθεσιμότητα θέσεων, την εποχικότητα και τον ανταγωνισμό, και όχι αποκλειστικά με βάση το λειτουργικό κόστος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν ένα κράτος μειώνει έναν φόρο ή ένα τέλος, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η τελική τιμή του εισιτηρίου θα μειωθεί αντίστοιχα.
…στη Γερμανία και…
Η ίδια στρατηγική επαναλαμβάνεται από τη Ryanair σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γερμανία, η Ryanair ανακοίνωσε το κλείσιμο της βάσης επτά αεροσκαφών στο Berlin Brandenburg Airport από τον Οκτώβριο του 2026, καταγγέλλοντας νέα αύξηση 10% στα τέλη, πάνω σε ήδη αυξημένες χρεώσεις κατά 50% από το 2019.
Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα μειώσει κατά 50% τις πτήσεις από και προς το Βερολίνο, ενώ τα αεροσκάφη θα μεταφερθούν σε αγορές με χαμηλότερους φόρους και καλύτερες αποδόσεις, όπως η Σουηδία, η Σλοβακία, η Αλβανία, και η Ιταλία
…την Αυστρία
Στην Αυστρία, η Ryanair έχει εξαπολύσει ανοιχτή εκστρατεία κατά του αυστριακού φόρου αεροπορικών εισιτηρίων ύψους 12 ευρώ ανά επιβάτη, υποστηρίζοντας ότι οδηγεί εταιρείες και θέσεις εργασίας εκτός χώρας. Μέσω της θυγατρικής Lauda έχει ήδη περιορίσει αεροσκάφη και δρομολόγια από τη Βιέννη, προειδοποιώντας για περαιτέρω περικοπές. Είναι πλέον φανερό ότι η Ryanair χρησιμοποιεί συστηματικά αυτή τη στρατηγική πίεσης — ή, κατά άλλους, αυτή τη διαφημιστική προσέγγιση — δημιουργώντας ένα ισχυρό προφίλ «φθηνής εταιρείας απέναντι στο ακριβό σύστημα».
Η δημόσια σύγκρουση δημιουργεί τεράστια δημοσιότητα με χαμηλό κόστος, πιέζει κυβερνήσεις και αεροδρόμια για εκπτώσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις και ενισχύει το brand της ως υπερασπιστή του επιβάτη. Ωστόσο, τελικά οι επιχειρησιακές της επιλογές φαίνεται να στοχεύουν στην πιο κερδοφόρα αναδιάταξη των «δυνάμεών» της στην ευρωπαϊκή αγορά.
ΠΗΓΗ: ot.gr