Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Μόλις 22 μήνες στην εξουσία, από το θριαμβευτικό «Change» («Αλλαγή») του 2024 και ο Στάρμερ βλέπει το Εργατικό Κόμμα να τον κατασπαράζει ζωντανό. Το «Change» ήταν το μεγάλο του σύνθημα: τέλος στη 14χρονη κυριαρχία των Συντηρητικών, νέο ξεκίνημα, φρέσκος αέρας. Σήμερα, μετά την ιστορική συντριβή στις τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου, πάνω από 70 βουλευτές του βγήκαν δημόσια και του φώναξαν «φύγε». Υπουργοί παραιτούνται, άλλοι ζητούν «ομαλή διαδοχή», κάποιοι απαιτούν χρονοδιάγραμμα αποχώρησης. Ο Στάρμερ αρνείται πεισματικά, ισχυριζόμενος ότι «θα ολοκληρώσει το έργο του».
Εκεί, στη Βρετανία, υπάρχει ακόμα πολιτική σάρκα και οστά. Μαχαίρια βγαίνουν, αίμα τρέχει, αυτοκριτική -έστω και κανιβαλική- γίνεται. Εδώ, στην Ελλάδα του Μαΐου 2026, ο Κ. Μητσοτάκης διανύει τον 7ο χρόνο εξουσίας και η Ν.Δ. εξακολουθεί να παριστάνει τη «μόνη δύναμη σταθερότητας». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερή φθορά, σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο, η ακρίβεια συνθλίβει νοικοκυριά, οι νέοι συνεχίζουν να φεύγουν, ενώ αγρότες και μικρομεσαίοι βράζουν. Και οι «γαλάζιοι» βουλευτές, υπουργοί και πρωτοκλασάτα στελέχη; Απόλυτη σιωπή νεκροταφείου. Καμία μαζική αντίδραση, καμία δημόσια απαίτηση λογαριασμού. Μόνο ψιθυριστές γκρίνιες στα παρασκήνια, μία δύο «ανεξάρτητες» φωνές που γρήγορα μαζεύονται με ένα τηλεφώνημα, και μετά όλοι μαζί στο «προχωράμε ενωμένοι», «δεν δίνουμε νερό στον αντίπαλο» και το κλασικό «Μητσοτάκης ή χάος».
Η διαφορά είναι συντριπτική και θλιβερή για την υγεία της δημοκρατίας. Στη Βρετανία, ακόμα και σε λιγότερο από δύο χρόνια, οι βουλευτές νιώθουν την οργή της βάσης και δεν διστάζουν να αμφισβητήσουν τον αρχηγό τους. Στην Ελλάδα, ύστερα από επτά ολόκληρα χρόνια, η Ν.Δ. έχει μετατραπεί σε καλολαδωμένη οικογενειακή επιχείρηση. Απόλυτη πειθαρχία, φόβος απώλειας θέσεων και προνομίων, και η διαρκής επωδός ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Ο Μητσοτάκης ζει στον δικό του κόσμο, ενώ η παράταξη θυμίζει περισσότερο πολυεθνική με CEO παρά ζωντανό πολιτικό οργανισμό. Οι βουλευτές έχουν μάθει καλά το μάθημα: κλείνουν το στόμα, χαμογελούν πλατιά, ψηφίζουν τα πάντα και ελπίζουν να έχουν και την επόμενη τετραετία την καρέκλα.
Εκεί, ο Στάρμερ δέχεται μαχαίρια γιατί οι δικοί του ακόμα τολμούν να πουν την αλήθεια κατά πρόσωπο. Εδώ, οι «γαλάζιοι» έχουν επιλέξει την πιο ήσυχη, συλλογική πολιτική αυτοχειρία, ακολουθώντας στον γκρεμό τον αρχηγό τους. Δεν τον αμφισβητούν – τον θάβουν αργά, με ευγένεια, με ανακοινώσεις Τύπου, με PowerPoint για «μεταρρυθμίσεις» και με το αφήγημα της «σταθερότητας» που έχει αρχίσει να μυρίζει έντονα μούχλα. Επτά χρόνια είναι πολλά, πολύ περισσότερα από 22 μήνες και η φθορά δεν κρύβεται πια πίσω από καμία επικοινωνιακή καμπάνια.
Στο τέλος, και οι δύο ηγέτες παλεύουν με την ίδια αρρώστια: την απόσταση από την καθημερινότητα του μέσου πολίτη. Αλλά η θεραπεία διαφέρει δραματικά. Στη Βρετανία είναι σκληρή, γρήγορη και ανελέητη. Στην Ελλάδα είναι αργή, θεσμικά ευπρεπής, κομψή και επικίνδυνα αποτελεσματική. Το «φτάνει» που κανείς δεν τολμά να πει έρχεται μόνο του και συνήθως το πληρώνει ακριβά ολόκληρη η χώρα.