Στην τελική της επεξεργασία βρίσκεται η τροπολογία, όπως αποκάλυψε από χθες η «Κ», για την επιτάχυνση της εκδίκασης υποθέσεων στις οποίες εμπλέκονται βουλευτές και υπουργοί.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η βασική φιλοσοφία της τροπολογίας έχει ξεκαθαριστεί και θα περιλαμβάνει το χρονικό όριο των τριών μηνών για την εκδίκαση πλημμελημάτων και έξι μηνών για κακουργήματα.
Αυτό που μένει να διευκρινιστεί είναι τι θα συμβαίνει εάν τελικά η διαδικασία υπερβεί το συγκεκριμένο χρονικό όριο.
Αναζητείται η φόρμουλα
Η φιλοσοφία, πάντως, είναι ξεκάθαρη: η κυβέρνηση, θέλοντας να αντιμετωπίσει ένα πολιτικό πρόβλημα, θεωρεί μείζονος σημασίας να μη σέρνονται δικαστικές υποθέσεις που αφορούν βουλευτές και υπουργούς, καθώς γίνονται καύσιμη ύλη για να αυξάνεται η πολιτική τοξικότητα.
Η τροπολογία αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή ακόμα και εντός της εβδομάδας, ώστε να εισαχθεί προς συζήτηση την επόμενη Τρίτη στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης.
Οσον αφορά το πρόβλημα της τροπολογίας, θα πρέπει να βρεθεί η φόρμουλα ώστε να μην κριθεί αντισυνταγματική, καθώς διαχωρίζει ένα δημόσιο πρόσωπο από έναν πολίτη. Για αυτόν τον λόγο καθυστερεί και η τελική της μορφή.
Παράλληλα, η κυβέρνηση είναι προετοιμασμένη και για πολιτική κριτική από την αντιπολίτευση, η οποία είναι πιθανόν να μιλήσει για δύο μέτρα και δύο σταθμά, καθώς στην παρούσα φάση φαίνεται να αφορά βουλευτές της Ν.Δ.
Η απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι πως η τροπολογία δεν αφορά μόνο «γαλάζια» στελέχη αλλά συνολικά το πολιτικό σύστημα, από τη στιγμή δε που, όπως λένε όλες οι πληροφορίες, οι δικογραφίες αναμένεται να συνεχιστούν. «Η ομηρία πολιτικών προσώπων που βρίσκονται υπό έλεγχο και η μετατροπή της πολιτικής ζωής σε απέραντο δικαστήριο δεν μπορεί να αφορά μόνο ένα κόμμα», λέει κυβερνητική πηγή.
Τα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν ανωτέρω θα αφορούν την έκβαση μιας απόφασης (εάν έχει τελεσιδικήσει), ώστε το δημόσιο πρόσωπο να ξέρει αν μπορεί να είναι υποψήφιος –αν η υπόθεση είναι κοντά στις εκλογές, όπως εν προκειμένω για όσα πρόσωπα ελέγχονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ– και εν γένει αν μπορεί να συνεχίσει την πολιτική του πορεία.
Αν, αντιθέτως, υπάρχει καταδίκη, θα πρέπει να αποχωρήσει από τον δημόσιο βίο.
Το χρονικό περιθώριο θα διαφέρει αναλόγως του εάν το υπό διερεύνηση αδίκημα είναι πλημμέλημα ή κακούργημα.
Το κράτος δικαίου
Την ίδια ώρα, το θέμα του κράτους δικαίου παραμένει σταθερά στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης. Με την κυβέρνηση να γνωρίζει πως αποτελεί το αδύνατο σημείο της και να προσπαθεί διαρκώς να βελτιώσει την εικόνα της, η χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον αρμόδιο επίτροπο για το κράτος δικαίου Μάικλ ΜακΓκράθ είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον, όχι μόνο για όσα είπε ο επίτροπος, αλλά και για όσα δεν ειπώθηκαν. Ο κ. ΜακΓκράθ επέλεξε να προτάξει πως η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντική πρόοδο στο κράτος δικαίου και υπογράμμισε τον ρόλο που έχει αυτή η εξέλιξη στην ανάπτυξη της οικονομίας και στις επενδύσεις.
Κυβερνητικές πηγές τόνιζαν μετά τη συνάντηση πως όσα ειπώθηκαν από την πλευρά του επιτρόπου έχουν μεγαλύτερη αξία, καθώς ο κ. ΜακΓκράθ προέρχεται από την ευρωομάδα Renew Europe και όχι από το ΕΛΚ, στο οποίο ανήκει η Νέα Δημοκρατία. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της συνάντησης, ο επίτροπος εστίασε και στην «εξαιρετική συνεργασία που έχουμε στον τομέα του κράτους δικαίου».

Στο θέμα του κράτους δικαίου αναφέρθηκε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σημειώνοντας πως όσα επιχειρεί να υποστηρίξει η κυβέρνηση εδώ και ενάμιση χρόνο τα είπε ο ίδιος ο επίτροπος και δεν «έχουν καμία σχέση με αυτό το οποίο προσπαθεί να χτιστεί ως αφήγημα από την αντιπολίτευση» περί κατάλυσης του κράτους δικαίου. Από την κυβέρνηση σημειώνουν πως δεν υπήρχαν πουθενά αναφορές του επιτρόπου ότι στην Ελλάδα έχουμε πιάσει πάτο και έχει πληγεί ο πυρήνας του κράτους, με τον εκπρόσωπο να καταλήγει πως «συγκριτικά με το σημείο στο οποίο παραλάβαμε την εξουσία το 2019, με βάση όλες τις επίσημες εκθέσεις –όχι τις ατεκμηρίωτες υποκειμενικές, τις επίσημες αντικειμενικές εκθέσεις– η Ελλάδα έχει κάνει άλματα, όχι βήματα, άλματα προόδου».

