Ενώ πριν από δέκα χρόνια τέτοια φαινόμενα ήταν μεμονωμένα, σήμερα είναι σχεδόν συστηματικά κάθε φορά που ένας κληρικός ή μια μοναχή εμφανίζονται δημόσια με θρησκευτική ενδυμασία
Από τη Μαρία Δεναξά
Η Ιερουσαλήμ, πόλη που αυτοπροσδιορίζεται ως το σταυροδρόμι των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ), βλέπει τον ισχυρισμό αυτόν να αμφισβητείται από τις χριστιανικές κοινότητές της, οι οποίες περιγράφουν μια σταδιακή υποχώρηση της ελευθερίας τους.
Το βίντεο με την επίθεση στην καθολική μοναχή από ένα διαταραγμένο ψυχικά άτομο το Σαββατοκύριακο έκανε τον γύρο του κόσμου μέσα σε λίγες ώρες, κυρίως μέσω των κοινωνικών δικτύων. Ένας άνδρας φαίνεται να σπρώχνει βίαια τη μοναχή στο έδαφος, να απομακρύνεται και στη συνέχεια να επιστρέφει και να τη χτυπά, πριν επέμβουν περαστικοί.
Το περιστατικό σημειώθηκε πολύ κοντά στον Ναό της Κοιμήσεως, λίγα μέτρα από την Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ. Ο δράστης αναφέρθηκε στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ως «ένα άτομο των άκρων» με ψυχιατρικό ιστορικό. Η μοναχή, Γαλλίδα στην υπηκοότητα, τραυματίστηκε στο πρόσωπο. «Υποφέρει ακόμη» δήλωσε ο κληρικός Ολιβιέ Κατέλ, που λειτουργεί στη βασιλική του Αγίου Στεφάνου.
Ωστόσο, το παγκόσμιο σοκ που προκάλεσαν οι εικόνες έρχεται σε αντίθεση με τα βιώματα όσων ζουν στην Ιερουσαλήμ. «Όλοι γνώριζαν ότι αυτό θα συνέβαινε κάποια μέρα» υποστηρίζει ο Πιερ, ένας τριαντάχρονος ενορίτης, ο οποίος δεν εξεπλάγη από το περιστατικό και φοβάται ότι θα υπάρξει νεκρός αν δεν ληφθούν μέτρα. «Είναι μια διαπίστωση ενός κατοίκου της Ιερουσαλήμ που παρατηρεί μια προοδευτική επιδείνωση του κλίματος εδώ» λέει.
Το Κέντρο Rossing, που ασχολείται με τον διαθρησκειακό διάλογο και τις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, δημοσίευσε τον Μάρτιο μια μελέτη που καταγράφει μια «αυξανόμενη επιθετικότητα» προς τους χριστιανούς στο Ισραήλ και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ. Μόνο για το 2025 η οργάνωση κατέγραψε 61 επιθέσεις (ξυλοδαρμοί, φτύσιμο κληρικών, χρήση σπρέι πιπεριού εναντίον τους), 28 περιστατικά λεκτικής παρενόχλησης και 52 πράξεις βανδαλισμού εκκλησιαστικής περιουσίας.
Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για μια στατιστικά τεκμηριωμένη τάση. Ο πατήρ Κατέλ επιβεβαιώνει το γεγονός με αποκαλυπτική χρονολογική ακρίβεια. Φτάνοντας στην Ιερουσαλήμ πριν από περίπου δέκα χρόνια, θυμάται μεμονωμένα περιστατικά, περίπου μία φορά τον χρόνο. «Δεν τους δίναμε σημασία, γιατί ήταν ελάχιστα, Τα τελευταία τρία ή τέσσερα χρόνια η κατάσταση έχει αλλάξει ανησυχητικά: Όταν βγαίνουμε έξω, οι άνθρωποι φτύνουν δίπλα μας» δηλώνει.

Ένας Βρετανός ιερέας, που προτίμησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, αναφέρει ότι τέτοια περιστατικά συμβαίνουν πλέον καθημερινά. Δεν βγαίνει ποτέ έξω χωρίς το μαύρο ράσο του και αντιμετωπίζεται σχεδόν πάντα άσχημα. Είτε τον φτύνουν είτε τον προτρέπουν «να γυρίσει αμέσως στο σπίτι του». Την ημέρα της επίθεσης κατά της Γαλλίδας μοναχής ο ιερέας βρισκόταν σε σούπερ μάρκετ όταν ένας άνδρας στάθηκε μπροστά του και περιγράφει τη σκηνή: «Ο άνδρας είπε στον γιο του, στα εβραϊκά: “Θα έπρεπε να τη σκοτώσουν.” Αν δεν γίνει τίποτα… κάποιος τελικά θα περάσει στην πράξη».
Οι πιστοί που συμμετείχαν στην κυριακάτικη λειτουργία στη βασιλική του Αγίου Στεφάνου δηλώνουν ότι αναμένουν μια σαφή απάντηση από τις ισραηλινές Αρχές. Επισημαίνουν επίσης αυτό που περιγράφουν ως ολοένα και πιο «υπεροπτική» ρητορική στη χώρα, ακόμη και από ορισμένους υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Θυμίζουν επίσης ένα πρόσφατο περιστατικό στον νότιο Λίβανο, όπου Ισραηλινός στρατιώτης καταγράφηκε να καταστρέφει ένα άγαλμα του Χριστού. Μια εικόνα που κυκλοφόρησε στα κοινωνικά δίκτυα και ενίσχυσε το αίσθημα της ατιμωρησίας.
Ακριβώς αυτό το αίσθημα της ατιμωρησίας είναι που επισημαίνουν οι χριστιανικές κοινότητες της Ιερουσαλήμ. Δεν καταγγέλλουν μόνο την ύπαρξη ακραίων ατόμων, αλλά και τη φαινομενική απουσία ανάλογης κρατικής αντίδρασης. Ο Ουριέλ Λεβισόν, ένας 28χρονος ραβίνος που δηλώνει «σοκαρισμένος» από τέτοιες βιαιότητες που αρχίζουν να θεωρούνται συνηθισμένες, εξέφρασε την ελπίδα ότι η επίθεση στη μοναχή θα είναι «η τελευταία».
Θέλει το Ισραήλ να περιορίσει τους ακραίους;
Οι χριστιανοί της Ιερουσαλήμ, ωστόσο, δεν συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία.
Το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά την καλή πίστη των ατόμων μέσα στην ισραηλινή κοινωνία. Είναι δομικό: Σε ποιον βαθμό το ισραηλινό κράτος έχει την ικανότητα ή τη βούληση να ελέγξει τμήματα του πληθυσμού του, των οποίων η εχθρότητα προς τις χριστιανικές κοινότητες είναι πλέον τεκμηριωμένη, επαναλαμβανόμενη και αυξανόμενη; Η ποινική απάντηση στην επίθεση κατά της μοναχής (η σύλληψη ενός ατόμου) δεν λέει τίποτα για τη γενική τάση.
Ο πατήρ Κατέλ, από την πλευρά του, αρνείται να ζει «με τον φόβο». Συνεχίζει να πηγαίνει στην Παλιά Πόλη με τα ράσα του, αποφεύγοντας ορισμένες γειτονιές, χωρίς, όπως λέει, να έχει αλλάξει τις συνήθειές του. Αυτή η ήρεμη αντίσταση είναι αξιοθαύμαστη. Ωστόσο, δεν πρέπει να αποκρύπτει την πραγματικότητα, που δεν είναι άλλη από τον προοδευτικό περιορισμό της ελευθερίας της χριστιανικής κοινότητας της Ιερουσαλήμ.