Η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να τολμήσει την είσοδο της νεοελληνικής γλώσσας στη λειτουργία
Του Γιώργου Κ. Στράτου
Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος συνιστούν, από όποια πλευρά και αν τις εξετάσεις, ένα μνημειώδες και αξεπέραστο έργο.
Για τους ορθόδοξους χριστιανούς το Θείο Δράμα και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τα θεμέλια της πίστης μας.
Για τους λάτρεις των τεχνών μία συνάντηση ποίησης, πεζού και μελωδίας, σε δυσθεώρητα για την ανθρώπινη δημιουργία ύψη.
Για τους εραστές της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας, προβληματισμό βαθύτατο, στα έγκατα του λογισμού και της καρδιάς.
Για τους ανήσυχους και δραστήριους περί τα κοινωνικά ζητήματα και την υπεράσπιση των δικαιωμάτων αναγκεμένων, αδυνάμων και πτωχών, λόγο πανανθρώπινο, αλληλέγγυο, αντιεξουσιαστικό, καταγγελτικό, στο όνομα μίας παγκόσμιας τάξης εν ειρήνη και αγάπη που τους χωράει όλους.
Όσα αναφέρονται σε αυτές θα πρέπει να γίνονται απολύτως κατανοητά στο εκκλησίασμα αλλά και σε όσους θελήσουν να παρακολουθήσουν τη λειτουργία.
Μία ευκαιρία αυτής της αξίας για στοχασμό, αυτοκριτική, θεώρηση της ζωής μας από μία πιο πνευματική, πιο ουσιαστική πλευρά και εν τέλει πιο υγιεινή σκοπιά δεν πρέπει ούτε να χάνεται ούτε να περιορίζεται.
Και αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, οι άνω των 45-50, διαθέτουν μία βιωματική γνώση για τα διαλαμβανόμενα, τόσες φορές που τα έχουν ακούσει, συνοδεύοντας επιμελείς γονείς, ακούγοντας παππούδες και γιαγιάδες που αξιώθηκαν να τους τα εξηγήσουν, με τις νεότερες γενιές τι γίνεται;
Βεβαίως φωτισμένοι ιερείς φροντίζουν να συμπεριλάβουν στο κήρυγμά τους την ουσία κάθε Μεγάλης Ημέρας, να εξηγήσουν τι συμβαίνει σε κάθε στάση της λειτουργίας, να μιλήσουν και μετά το τέλος της σε όποιους ενδιαφέρονται.
Επίσης, έχουν κυκλοφορήσει εξαιρετικές αποδόσεις στη νεοελληνική των περιεχομένων στην Ιερά Σύνοψη, αντικριστά με το κείμενο στην ελληνιστική κοινή, τη γλώσσα των Ευαγγελίων, και με σύντομο σχολιασμό των αναφερομένων.
Αρκούν όμως μόνον αυτά για να παραδοθεί αναμμένη αυτή η σκυτάλη του φωτός;
Με πολύ σεβασμό και πολύ χαμηλόφωνα, καθώς το θέμα απασχολεί δεκαετίες, ιεράρχες και ακαδημαϊκούς ειδικότερους του γράφοντος, καταθέτουμε τις σκέψεις που ακολουθούν.
Η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να τολμήσει την είσοδο της νεοελληνικής γλώσσας στη λειτουργία!
Και δεν εννοούμε απαραιτήτως την απόδοση του συνόλου της στην καθομιλουμένη γλώσσα.
Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να διανέμονται ευανάγνωστα φυλλάδια με το βασικό περιεχόμενό της, συνοπτικά και επικεντρωμένα ούτως ώστε ο πιστός να αντιλαμβάνεται αμέσως περί τίνος πρόκειται.
Επίσης να προβλεφθούν ενδιάμεσα επεξηγηματικά ολιγόλεπτα κηρύγματα που θα διευκολύνουν την παρακολούθησή της.
Οι ωφέλειες από μία τέτοια πρωτοβουλία θα είναι πολλαπλές!
Θα χαιρετιστεί σίγουρα με ικανοποίηση, καθώς ο κόσμος θα έρθει πιο κοντά, θα καταλάβει καλύτερα και θα νιώσει βαθύτερα το νόημα όσων παρακολουθεί.
Οι ιεράρχες έχουν και τη γνώση και τη σοφία να κρατήσουν αλώβητα και τη βυζαντινή παράδοση και το τελετουργικό της.
Δεν κινδυνεύουν αυτά από τη γλώσσα, ίσα ίσα που θα ενδυναμωθούν αφάνταστα επειδή όλοι θα κατανοήσουν τον ρόλο που επιτελούν.
Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό δεν συνέβη και με την καθιέρωση της γλώσσας των Ευαγγελίων και των ιερών κειμένων στα χρόνια τους από τους σοφούς Άγιους Πατέρες που επέλεξαν την κοινή ομιλουμένη από τους συγχρόνους τους πιστούς;
Με την ευχή τους!