Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Ο ορισμός της Ελληνίδας

Του Μάνου Λαμπράκη

Την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στην Αθήνα, η Ιστορία παύει να είναι αφήγηση και ηρωικό υλικό για να σωθεί κάτι από την καταγωγή μας. Γίνεται ήχος στρατιωτικής μπότας, φόβος που δεν έχει ακόμη μάθει τη γλώσσα του.

Και εκείνη ακριβώς την ημέρα η Πηνελόπη Δέλτα, η γυναίκα που είχε δώσει στα παιδιά την ελληνική Ιστορία ως παραμύθι ευθύνης, ως κρυφό σχολείο ηθικής και μορφής, αποφασίζει ότι δεν υπάρχει πια αφήγηση ικανή να κρατήσει τον άνθρωπο όρθιο. Δεν αυτοκτονεί απλώς μπροστά στην Κατοχή.

Αποσύρεται τη στιγμή που η Ιστορία, την οποία υπηρέτησε ως παιδαγωγική μνήμη, επιστρέφει όχι ως νόημα, αλλά ως βία.

Το σημείωμά της είναι πιο φοβερό από την πράξη της.

«Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία».

Δεν είναι φράση ιδιοτροπίας.

Δεν είναι μια πρόχειρη άρνηση θρησκευτικής τάξης.

Είναι η έσχατη επιθυμία ενός ανθρώπου να μη γίνει ο θάνατός του χρήση από κανέναν.

Να μην τον πάρει η πατρίδα και τον κάνει σύμβολο, να μην τον πάρει η Εκκλησία και τον κάνει τελετή, να μην τον πάρει η οικογένεια και τον κάνει οικογενειακό μύθο, να μην τον πάρει η λογοτεχνία και τον κάνει ωραία τραγική σκηνή.

Η Δέλτα δεν ζητά δόξα, δεν ζητά ερμηνεία, δεν ζητά παρηγοριά. Ζητά σχεδόν να ακυρώσει την ίδια τη δυνατότητα των ζωντανών να μιλήσουν πάνω στο σώμα της.

Εκεί βρίσκεται το ασήκωτο βάρος αυτής της φράσης.

Όχι στο «ούτε παπά» μόνο, αλλά στο «ούτε κηδεία».

Δηλαδή ούτε δημόσια αναγνώριση του τέλους, ούτε μορφή, ούτε συνοδεία, ούτε η ιερή γλώσσα με την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν τον θάνατο υποφερτό.

Είναι σαν να λέει: μη με μεταφράσετε άλλο.

Μη με παραδώσετε σε καμία τάξη.

Μην κάνετε την έξοδό μου σωστή, καθαρή, αξιοπρεπή, εθνικά χρήσιμη, λογοτεχνικά υποφερτή.

Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου.

Εκεί, όχι στην πόλη, όχι στην πλατεία, όχι στο κοιμητήριο των μεγάλων ονομάτων αλλά στον κήπο, στο χώμα του σπιτιού, στην πιο ιδιωτική γη, εκεί όπου το σώμα εξαφανίζεται.

Και όμως, αυτή η άρνηση δεν έμεινε αναπάντητη.

Η εξόδιος ακολουθία έγινε από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο. Αυτή η αντίφαση δεν πρέπει να μαλακώσει.

Είναι βαθιά, σχεδόν οδυνηρή.

Εκείνη είπε «ούτε παπά» και μπροστά της στάθηκε ο πρώτος παπάς της Αθήνας.

Μπορεί κανείς να το δει ως παραβίαση.

Μπορεί όμως να το δει και ως κάτι πιο σπαρακτικό: ως την τελευταία μορφή μη εγκατάλειψης.

Η Εκκλησία, στην καλύτερη εκδοχή της, δεν έρχεται τότε για να διορθώσει τη νεκρή, ούτε για να κατασχέσει την απελπισία της. Έρχεται για να ψιθυρίσει μια προσευχή εκεί όπου ο άνθρωπος δεν αντέχει πια ούτε να την επιθυμήσει.

Γιατί το «ούτε παπά ούτε κηδεία» δεν είναι απλώς άρνηση του Θεού.

Είναι ίσως κάτι πιο τρομακτικό: η αδυναμία να σταθείς μπροστά Του με μάρτυρες.

Να μην αντέχεις ούτε το βλέμμα των παιδιών σου, ούτε τη γλώσσα της συγχώρησης, ούτε την παρηγοριά, ούτε το ενδεχόμενο ότι ακόμη και στο έσχατο σκοτάδι κάποιος μπορεί να προσεύχεται για σένα.

Κάποιοι άνθρωποι δεν χάνουν απλά την πίστη τους.

Χάνουν τη δύναμη να εμφανιστούν μέσα στην πίστη τους.

Και τότε η σιωπή δεν είναι άρνηση. Είναι το μόνο ένδυμα που απομένει στο απογυμνωμένο πρόσωπο.

Στον τάφο της χαράχτηκε μία λέξη: «Σιωπή».

Και αυτή η λέξη μοιάζει σαν να διορθώνει όλες τις μεταγενέστερες βεβαιότητές μας.

Σιωπή απέναντι στη βιασύνη μας να εξηγήσουμε.

Σιωπή απέναντι στη συγκίνησή μας που θέλει αμέσως να γίνει άρθρο, επέτειος, παράδειγμα, εθνική αλληγορία.

Σιωπή απέναντι στη χυδαιότητα κάθε εύκολης ερμηνείας.

Η Πηνελόπη Δέλτα, που έμαθε σε γενιές παιδιών να κατοικούν την Ιστορία, στο τέλος ζήτησε να μην κατοικήσει κανείς τον θάνατό της.

Να μείνει εκεί, ακραίος, γυμνός, σχεδόν απρόσιτος.

Όχι για να μη θυμόμαστε.

Αλλά για να θυμόμαστε χωρίς να καταναλώνουμε.

Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο