Ενημερωτικό Portal του Ράδιο Γάμμα 94 FM, Πάτρα
 

Σβήνουν τον λιγνίτη ενώ είναι σε σχέδιο έκτακτης ανάγκης

Το ενεργειακό κόστος έχει εκτοξευτεί, αλλά η κυβέρνηση δεν συζητά καν την επαναλειτουργία μονάδων άνθρακα που θα μείωναν τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος.
Του Δημήτρη Κούλαλη
Οχι το προσκλητήριο, κατά το λαϊκό άσμα, αλλά οι λογαριασμοί ενέργειας θα μας πέφτουν από τα χέρια. Το φυσικό αέριο (ΦΑ) στον δείκτη TTF έφτασε (Μάρτιος) έως και τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα – σχεδόν διπλασιασμός σε σχέση με τα επίπεδα των 30-32 ευρώ στα τέλη Φεβρουαρίου. Ταυτόχρονα, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε τα 95 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αυξημένη κατά 21% σε μηνιαία κλίμακα. Τον Μάρτιο τα «πράσινα» τιμολόγια κυμαίνονταν ανάμεσα σε 0,09 και 0,16 ευρώ την κιλοβατώρα, ωστόσο για τον Απρίλιο καταγράφηκε σαφής άνοδος. Οι τιμές αρχίζουν και ξεφεύγουν διεθνώς. Ο επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιόργκενσεν δήλωσε ότι από τις 28 Φεβρουαρίου οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου έχουν αυξηθεί κατά 50% και 70% αντίστοιχα. Σε αυτό το πλαίσιο και πριν από την εκεχειρία είχε πει: «Ακόμη κι αν η ειρήνη επιτευχθεί αύριο, δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στην κανονικότητα στο ορατό μέλλον. Οι ενεργειακές υποδομές (σ.σ.: στην περιοχή της σύγκρουσης) έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές». Ο ίδιος πρότεινε –αντιλαϊκά, σύμφωνα με αναλύσεις– μέτρα εθελοντικής μείωσης της κατανάλωσης, όπως η μείωση της ανώτατης ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους, οι μετακινήσεις με δημόσια μέσα, η τηλεργασία όπου είναι εφικτό κ.ά. Παράλληλα, η Γερμανία εξετάζει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από άνθρακα, ενώ η Ιταλία αναβάλλει το οριστικό κλείσιμο των σταθμών παραγωγής με καύση άνθρακα έως το 2038.
Στην Ελλάδα, απαισιόδοξες είναι οι εκτιμήσεις της Τράπεζας Πειραιώς. Η ανάλυσή της αναφέρει ότι σε περίπτωση δυσμενών εξελίξεων η ανάπτυξη θα περιοριστεί στο 1,5% (αντί 1,9%) και ο πληθωρισμός θα ανέλθει σε 5% (αντί 2,4%). Επίσης ότι, αν δεν σταματήσει η σύρραξη, όπως πολλοί φοβούνται βλέποντας την «εκεχειρία» ως προσωρινή, θα χρειαστούν μήνες για την αποκατάσταση των ενεργειακών υποδομών στον Κόλπο, κάτι που σημαίνει ότι οι τιμές ενέργειας δεν θα ανακάμψουν σύντομα. Ωστόσο η κυβέρνηση προχωρά στην ολική εγκατάλειψη του λιγνίτη, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης βάσει της συγκυρίας. Ετσι, προκύπτει το ερώτημα: Πράσινη προσήλωση ή εξυπηρέτηση (συγκεκριμένων) συμφερόντων;
Σταθερή προσήλωση
Τον Μάρτιο ο υφυπουργός ενέργειας Νίκος Τσάφος φέρεται να δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν εξετάζει το ενδεχόμενο διατήρησης των λιγνιτικών μονάδων, είτε ως «βάση» είτε ως εφεδρεία. Παρότι, όπως λένε οι ειδικοί, ο λιγνίτης είναι ο μοναδικός εγχώριος παραγόμενος ορυκτός πλούτος. «Ο λιγνίτης, που κάποτε αποτελούσε τον πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας, έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που κάνουν το σύστημα εξαιρετικά ευαίσθητο σε διεθνείς διακυμάνσεις» λέει στο Documento ο Βασίλης Λύκος, δρ Ολοκληρωμένης Περιβαλλοντικής Διαχείρισης του Πανεπιστημίου Κρήτης και ανεξάρτητος περιφερειακός σύμβουλος Στερεάς Ελλάδας.
Από την πλευρά του ο υφυπουργός εξήγησε ότι το κόστος λειτουργίας μιας λιγνιτικής μονάδας είναι ιδιαίτερα υψηλό κυρίως λόγω της επιβάρυνσης από το κόστος δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Ακόμη φέρεται να δήλωσε ότι για να λειτουργήσει ένας λιγνιτικός σταθμός απαιτείται παράλληλη λειτουργία λιγνιτωρυχείου που αυξάνει ακόμη περισσότερο το κόστος. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι προσώρας Ελλάδα και Ευρώπη δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο έλλειψης φυσικού αερίου.
Το τελευταίο αφορά φυσικά τον γνωστό σχεδιασμό για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου. Πρόκειται για τη μεγάλη επένδυση της πιο σύγχρονης μονάδας θερμικής βάσης της χώρας, σύμφωνα με τον Β. Λύκο, που κόστισε στους Ελληνες φορολογούμενους 1,5 δισ. ευρώ.
«Καταστροφική επιλογή»
Από την πλευρά του ο Μανώλης Παναγιωτάκης, πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ, λέει στο Documento ότι η ενεργειακή πολιτική της χώρας δεν σχετίζεται με την ευρωπαϊκή πολιτική. O ίδιος θυμίζει πως η ΕΕ είχε αποδεχτεί το «Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα που είχε καταρτίσει η […] προηγούμενη κυβέρνηση το 2018 και το οποίο προέβλεπε σταδιακή μείωση της λιγνιτικής παραγωγής μέχρι το 2030 και συνέχισή της σε ποσοστό 17% της συνολικής παραγωγής μετά το 2030».
Επομένως συνεχίζει «ο τερματισμός της λιγνιτικής παραγωγής είναι καθαρά πολιτική απόφαση που […] βλάπτει το συμφέρον της χώρας […] και την καθιστά παρά την ανάπτυξη των ΑΠΕ την πλέον εξαρτημένη από εισαγόμενα καύσιμα ευρωπαϊκή χώρα με ποσοστό εξάρτησης πλέον του 75%. Βεβαίως εξυπηρετεί  το κύκλωμα του φυσικού αερίου και ειδικότερα του LNG, στο οποίο συμμετέχουν πολύ μεγάλα συμφέροντα εγχώρια και διεθνή. Τα προηγούμενα […] απαντούν […] γιατί επιμένει η κυβέρνηση, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στον τερματισμό της λιγνιτκής παραγωγής. Μάλιστα υπάρχει πληροφορία ότι πρόσφατα το υπουργείο Ενέργειας έδωσε εντολή στη διοίκηση της ΔΕΗ να τερματίσει ολοσχερώς τη λιγνιτική παραγωγή μέχρι τον Σεπτέμβριο δημιουργώντας συνθήκες που θα δυσχεράνουν κάθε απόπειρα επαναλειτουργίας των μονάδων σε περίπτωση αλλαγής της ενεργειακής πολιτικής από μια άλλη κυβέρνηση.
 
Αυτή η επιλογή, αν μέχρι σήμερα ήταν εξαιρετικά επιζήμια, με την προοπτική που διαμορφώνεται εξαιτίας του πολέμου στη Μ. Ανατολή, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας καθώς και τις δηλώσεις των αρμοδίων κοινοτικών παραγόντων για τα προβλήματα επάρκειας εφοδιασμού, μπορεί να αποβεί καταστροφική».
Το σχέδιο της ΡΑΑΕΥ
Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στο επικαιροποιημένο Σχέδιο Ετοιμότητας Αντιμετώπισης Κινδύνων στον τομέα του Ηλεκτρισμού της Ελλάδας που εκπόνησε η ΡΑΑΕΥ τον Ιούνιο του 2025 αναφέρεται επί λέξει: «Σε περίπτωση που οι υπάρχουσες κατανεμημένες μονάδες και οι εισαγωγές ενέργειας δεν μπορούν να καλύψουν το φορτίο συστήματος εφαρμόζονται (από τον ΑΔΜΗΕ) μεταξύ άλλων μέτρα όπως: η ετοιμότητα όλων των διαθέσιμων ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων και ανάλογα με τα διαθέσιμα αποθέματα (λιγνίτης, φυσικό αέριο, υδάτινα αποθέματα) κάθε ημέρας» καθώς και η διαχείριση της λειτουργίας τους «με βέλτιστο τρόπο για την Ασφάλεια του Συστήματος». Επίσης: «Αύξηση των αποθεμάτων λιγνίτη (προληπτικό)».
Τέλος, «στις περιπτώσεις περιορισμένων εισαγωγών ΦΑ μέσω αγωγών στα βόρεια σύνορα της χώρας και επομένως προβλημάτων στην τροφοδοσία των ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων με καύσιμο φυσικό αέριο, προβλέπονται επιπλέον τα παρακάτω μέτρα: […] Αυξημένη λειτουργία λιγνιτικών μονάδων» (σελ. 61-62).
Πράσινος μανδύας
Η στρατηγική αυτή δεν έγινε για «λόγους προστασίας του περιβάλλοντος» λέει ο Μ. Παναγιωτάκης και συνεχίζει: «Με 20% και πλέον λιγνιτική παραγωγή μέχρι το 2030 και 12% στη συνέχεια οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου –στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκπομπές CO₂– θα ήταν πολύ κάτω από τα όρια που έχει καθορίσει η ΕΕ».
Δεν έγινε όμως ούτε λόγω οικονομικών αιτιών, λέει ο συνομιλητής μας. Και δηλώνει: «Ακόμη κι αν παραβλέψουμε την επιβάρυνση του εμπορικού ισοζυγίου, λιγνιτικές μονάδες όπως η υπερσύγχρονη Πτολεμαΐδα 5 και η Μελίτη στη Φλώρινα –έτος λειτουργίας το 2004– μπορεί να είναι ανταγωνιστικότερες των μονάδων φυσικού αερίου, ακόμη και χωρίς την εκτόξευση των τιμών του καυσίμου αυτού λόγω των διεθνών κρίσεων. Με τις σημερινές τιμές φυσικού αερίου καθώς και τις τιμές που επικρατούσαν στο μεγαλύτερο διάστημα της περασμένης πενταετίας, λιγνιτικές μονάδες όπως αυτές του Αγ. Δημητρίου Κοζάνης και η Μεγαλόπολη 4 μπορούν να παράγουν […] φτηνότερα από τις μονάδες του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, εάν το 2022 λειτουργούσε η Πτολεμαΐδα 5, το συνολικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα ήταν μειωμένο κατά 1,2 δισ. ευρώ».
Ευάλωτη θέση
Για το θέμα ο B. Λύκος ανέφερε: «Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια από τις πιο ευάλωτες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, όχι μόνο λόγω της σχεδόν πλήρους εξάρτησης από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, αλλά και λόγω της δομικής σύνδεσης της ελληνικής αγοράς με το χρηματιστήριο TTF της Ολλανδίας. Την ώρα που οι ΑΠΕ αυξάνονται ραγδαία, αντί να αποδυναμώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, δημιουργούν –μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο αγοράς– ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από το LNG και την οριακή τιμή του TTF. Το αποτέλεσμα είναι ένα ενεργειακό μείγμα που, ενώ εμφανίζεται “πράσινο”, καταλήγει οικονομικά και λειτουργικά εγκλωβισμένο στο πιο ακριβό και ασταθές καύσιμο της αγοράς» σημειώνει. Και εξηγεί: «Οι ΑΠΕ είναι μεταβλητές και το σύστημα χρειάζεται συνεχώς διαθέσιμες εφεδρείες ισχύος. Σε μια χώρα χωρίς μεγάλα υδροηλεκτρικά, αποταμιευτήρες και χωρίς επαρκή έργα αποθήκευσης, η εξισορρόπηση γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από μονάδες φυσικού αερίου. Ετσι, όταν έχει αέρα και ήλιο, οι ΑΠΕ μειώνουν εν μέρει το κόστος. Οταν έχει άπνοια ή αιχμές ζήτησης, οι μονάδες ΦΑ επανέρχονται κυριαρχικά και αυξάνουν την τιμή. Αυτό δημιουργεί έναν μηχανισμό όπου η πράσινη ενέργεια δεν μειώνει την εξάρτηση από το αέριο, αλλά απλώς μεταβάλλει το πότε και πώς χρησιμοποιείται αυτό».
Πολιτική βούληση
Η πολιτική αυτή εκθέτει τους πολίτες στις διεθνείς κρίσεις, λέει ο Μ. Παναγιωτάκης. Για τον ίδιο δεν είναι μόνο ότι το γεγονός ότι η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό και η ίδια η λειτουργία της αγοράς. Συγκεκριμένα: «Η πρακτική των τεσσάρων μεγάλων παραγωγών που συμμετέχουν στο Χρηματιστήριο διαμορφώνει τιμές πολύ μεγαλύτερες ακόμη και πολλαπλάσιες από το κόστος παραγωγής. Βεβαίως εδώ παρατηρείται και παντελής απουσία ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές ΡΑΕ – Επιτροπή Ανταγωνισμού με την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης».
Στο σημείο αυτό φέρνει ως παράδειγμα τη μείωση της συμμετοχής του δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ, η οποία όμως δεν σημαίνει μειωμένη δυνατότητα ελέγχου. «Καμία στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ δεν γίνεται χωρίς την έγκριση ή την υπόδειξη της κυβέρνησης» αναφέρει.
Το περιβάλλον
Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση επιμένει «πράσινα». Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου επανέλαβε σε συνέντευξή του (17/3) την προσήλωσή του στην «απανθρακοποίηση». Επίσης, στις 31 Μαρτίου σε άτυπη βιντεοδιάσκεψη των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ δήλωσε: «Θα πρέπει να επανεξεταστούν οι κανόνες του ETS (σ.σ.: Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών), χωρίς όμως αυτή η συζήτηση να εκτρέψει τη στρατηγική διαφοροποίησης που ήδη υλοποιούμε –στις ανανεώσιμες πηγές, στην αποθήκευση, στα δίκτυα– την οποία στηρίζουμε πλήρως». Η αγορά επισημαίνει ότι το αυξημένο κόστος δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ καθιστά τον λιγνίτη λιγότερο ανταγωνιστικό συγκριτικά με άλλες μορφές ενέργειας.
Ρωτήσαμε τον Μ. Παναγιωτάκη αν σε περιόδους ενεργειακής αστάθειας υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και το κλίμα. Ο ίδιος τονίζει: «Μια ορθολογική ενεργειακή πολιτική βασίζεται στο τρίπτυχο “ασφάλεια εφοδιασμού – κόστος – προστασία του περιβάλλοντος”. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται εξίσου υπόψη στον σχεδιασμό της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Μάλιστα, υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Βεβαίως, ανάλογα με τη συγκυρία, για κάποιον από αυτούς τους παράγοντες μπορεί να γίνουν εκπτώσεις. Ετσι, παρακολουθούμε κατά καιρούς τους εκπροσώπους της ΕΕ να είναι ελαστικότεροι στην παραγωγή από στερεά καύσιμα και συνακόλουθα στις αυξημένες εκπομπές CO₂», όπως έγινε με την πρόταση της Κομισιόν την 1η Απριλίου για αλλαγές στο σύστημα ETS αποσκοπώντας στην ευρυθμία και την σταθερότητα της αγοράς. «Ωστόσο» ολοκληρώνει ο Μ. Παναγιωτάκης «για τη χώρα μας δεν υπάρχει αυτό το δίλημμα, καθώς οι εκπομπές CO₂ τόσο μέχρι το 2030 όσο και μετά θα είναι πολύ χαμηλότερες από τα αυστηρά όρια της ΕΕ. Αυτή η λιγνιτική παραγωγή είναι αρκετή για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες. Το ζήτημα πάντα είναι η πολιτική βούληση».
Μοιραστείτε το άρθρο
Χωρίς σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο