Του Strange Attractor
Κάποτε, όχι και τόσο παλιά, η χώρα μας βρέθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε, οι «κακοί» ηττήθηκαν, οι «καλοί» νίκησαν, το μέλλον φάνταζε λαμπρό, και εμείς, με το στήθος φουσκωμένο και τη σημαία ψηλά, λέγαμε: «Να! Είδατε; Κερδίσαμε!».
Όσοι μας επιτέθηκαν την πάτησαν.
Η Γερμανία και η Ιταλία είχαν γίνει συντρίμμια, η Βουλγαρία μπήκε κάτω από τη σοβιετική μπότα, και η Ελλαδίτσα, παρά τα δικά της χάλια, είχε τουλάχιστον το ηθικό πλεονέκτημα. Ήταν στο στρατόπεδο των νικητών… ταρατατζούμ!
Και μετά… περάσανε μερικές δεκαετίες. Και κάπου εκεί, μάλλον το χάσαμε το σενάριο.
Διότι αν κάποιος ταξιδιώτης του χρόνου ερχόταν σήμερα στην Ελλάδα, θα νόμιζε ότι το τέλος του πολέμου γράφτηκε από κάποιον με πολύ ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ.
Τα αεροδρόμια; Γερμανικά.
Οι τηλεπικοινωνίες; Πάλι γερμανικές.
Τα τρένα; Ιταλικά.
Και τα λιμάνια; Κινέζικα, γιατί, προφανώς, έπρεπε να μπει και μια πινελιά παγκοσμιοποίησης στο έργο.
Όσο για τη Βουλγαρία, οι κάτοικοί της «χρηματοδοτούν» και κρατούν ζωντανό τον τουρισμό της Β. Ελλάδας, την οποία επισκέπτονται με τα θηριώδη και πολυτελή τους SUV, με τα εγγόνια των άλλοτε νικητών τους να τους σερβίρουν φρέντο και μοχίτο στις ξαπλώστρες…
Κάπου εδώ ο παππούς στο καφενείο σηκώνει το φρύδι και λέει: «Δηλαδή πολεμήσαμε για να μας τα πάρουν όλα αυτοί μετά… με τιμολόγιο;».
Όπως κάποτε, επί Καποδίστρια, όταν μπήκαν οι πρώτοι φόροι του ελεύθερου κράτους, οι κοτζαμπάσηδες απορούσαν: «Μα καλά, γι’ αυτό εδιώκαμε τον Τούρκο; Για να πλερώνουμε χαράτσια;».
Και κανείς βέβαια δεν είχε ούτε έχει τη σωστή απάντηση, οπότε όλοι απλώς πίνουν μια γουλιά καφέ, κοιτάνε στο κενό, και συνεχίζουν το τάβλι.
Αλλά δεν είναι μόνο τα «ασημικά» που άλλαξαν χέρια. Είναι και η ίδια η πολιτική σκηνή που θυμίζει οικογενειακή επιχείρηση με (ξενόδουλη) παράδοση.
Η χώρα κυβερνάται (και πάλι) από έναν γόνο, όχι οποιονδήποτε, αλλά έναν γιο πρώην πρωθυπουργού. Και εδώ μπαίνει το περίφημο «φαινόμενο Μαντέλα». Όλοι θυμούνται την εποχή του πατέρα ως κάτι σχεδόν ειδυλλιακό. Σαν να ήταν μια περίοδος γεμάτη τάξη, ανάπτυξη, και χαμόγελα.
Στην πραγματικότητα; Αν ρωτήσεις λίγο πιο προσεκτικά, αν προσπαθήσεις να θυμηθείς, ή αν ανοίξεις καμιά παλιά εφημερίδα, τότε αρχίζουν να εμφανίζονται ρωγμές, κάτι μικρές λεπτομέρειες που χαλάνε τη ρομαντική ειδυλλιακή εικόνα.
Κάτι για υποκλοπές (ναι, και τότε), για ξεπουλήματα δημόσιας περιουσία, ακόμη και νησίδων, και άλλα πολλά που χρειάζονται τόμοι για να περιγραφούν.
Αλλά ποιος θέλει λεπτομέρειες όταν υπάρχει νοσταλγία;
Η νοσταλγία είναι σαν φίλτρο του Instagram για την ιστορία, σβήνει τις ατέλειες, και κρατάει μόνο τα ηλιοβασιλέματα, και τα πρησμένα χείλη.
Και οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν, έτσι είναι σχεδιασμένες, αλλιώς θα ήμασταν για πάντα παιδιά…
Έτσι, ο γιος έρχεται να συνεχίσει την οικογενειακή «παράδοση», και εμείς από κάτω είτε χειροκροτούμε, είτε βαριόμαστε να αντιδράσουμε. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, η απάθεια είναι το εθνικό μας σπορ. Όχι ότι δεν έχουμε άποψη, έχουμε για όλα. Από τη γεωπολιτική μέχρι το πώς πρέπει να τηγανίζονται οι πατάτες. Απλώς, όταν έρχεται η ώρα να κάνουμε κάτι παραπάνω από το να γράψουμε ένα σχόλιο, ή να πούμε μια σοβαρή (λέμε τώρα) κουβέντα στο τραπέζι, κάπου εκεί κουραζόμαστε, και συνεχίζουμε με τα τσιφτετελοπόπ, την Τούνη, και τον… ΠΑΟΚ.
Και έτσι η χώρα προχωράει… παραπατώντας .
Με τους πιο αισιόδοξους να μας συμβουλεύουν πως «μπορεί να πιάσαμε πάτο, αλλά κουράγιο… θα σκάψουμε κι άλλο»!
Μια χώρα μέσα στον πληθωρισμό, που ανεβαίνει σαν καλοκαιρινή θερμοκρασία.
Μέσα στις μίζες, που είναι τόσο αναμενόμενες όσο ο καφές το πρωί.
Μέσα στην αδιαφάνεια, που είναι τόσο πυκνή που θα μπορούσε να κοπεί με μαχαίρι. Και μέσα στην ανυποληψία, την εγκληματικότητα, και κυρίως την ακρίβεια, που μοιάζουν να έχουν πιάσει μόνιμη θέση στο πρόγραμμα.
Κι όμως, παρά όλα αυτά, υπάρχει ένα καθόλου αμελητέο κομμάτι του κόσμου που συνεχίζει να χειροκροτεί.
Ίσως γιατί έχει βολευτεί (π.χ. διορισμένοι, μετακλητοί, ευνοούμενοι, επιδοματούχοι, πετσωμένοι, κλπ.), ή ίσως επειδή ελπίζει ότι κάτι θα αλλάξει.
Ίσως γιατί πιστεύει ότι «δεν γίνεται, θα στρώσει το πράγμα».
Ή ίσως γιατί είναι πιο εύκολο να πιστεύεις ότι όλα πάνε καλά παρά να παραδεχτείς ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά.
Το πιο παράδοξο όμως δεν είναι ότι φτάσαμε εδώ. Είναι ότι, με έναν τρόπο σχεδόν κωμικό, έχουμε καταφέρει να μετατρέψουμε την ήττα σε μια αργή, γραφειοκρατική διαδικασία, χωρίς μάχες, χωρίς φανφάρες, μόνο με συμβόλαια, ιδιωτικοποιήσεις, απ’ ευθείας αναθέσεις, επιδόματα, μαϊμού δημοσκοπήσεις, και φτιασιδωμένα δελτία τύπου.
Αν το καλοσκεφτείς, είναι σαν να παίζαμε ένα παιχνίδι και, ενώ είχαμε κερδίσει στον πρώτο γύρο, αποφασίσαμε στους επόμενους να χαρίσουμε τα πιόνια μας, το ταμπλό, και τελικά και την ίδια την καρέκλα που καθόμασταν…
Και το καλύτερο; Συνεχίζουμε να συζητάμε για το τις πταίει, ενώ το παιχνίδι παίζεται ακόμα. Κι ας είναι σικέ.
Ίσως τελικά το μεγαλύτερο μας ταλέντο να μην είναι ούτε η επιβίωση ούτε η προσαρμογή. Ίσως να είναι αυτή η μοναδική ικανότητα να γελάμε με την κατάσταση, ακόμα κι όταν το αστείο είναι ξεκάθαρα εις βάρος μας.
Τι απομένει; Ποια είναι η μόνη λύση, ή ελπίδα;
Να δούμε σε πάνελ την Έλενα τη Ράπτη, κάτι δηλαδή που σηματοδοτεί εκλογές, γιατί μόνο τότε τη βλέπουμε, αν και είναι η αρχαιότερη βουλευτίνα της Ν.Δ. στη Β. Ελλάδα, και να αναθαρρήσουμε.
Ελπίζοντας στο περίφημο «φαινόμενο του 100ου πιθήκου», βάσει του οποίου τα πράγματα αλλάζουν ριζικά όταν επέρχεται μια κρίσιμη μάζα.
Πως; Ένας πίθηκος σε ένα νησάκι κάποτε έμαθε να πλένει γλυκοπατάτες στο νερό, τον είδε ένας άλλος και τον μιμήθηκε, μετά ένας ακόμη, κ.ο.κ. ώσπου σύντομα όλοι οι πίθηκοι του νησιού έπλεναν τις γλυκοπατάτες τους παρόλο που μέχρι τότε κανείς δεν το είχε κάνει. Όταν λοιπόν και ο «εκατοστός» πίθηκος έμαθε να τις πλένει πριν τις φάει, ξαφνικά, αυθόρμητα, και εντελώς μυστηριωδώς, όλοι οι πίθηκοι στα υπόλοιπα νησιά, άρχισαν και αυτοί να πλένουν τις πατάτες τους! Κάτι σαν τηλεπάθεια δηλαδή…
Ε, λοιπόν, στα καθ’ ημάς σε αυτό ελπίζω…
Να φτάσουμε δηλαδή στο σημείο που ο «εκατοστός» πίθηκος εξ ημών αντιληφθεί πως ο γόνος-βασιλιάς είναι γυμνός, και επιτέλους ξυπνήσει όλος ο υπόλοιπος λαός, και τον μαυρίσει στις κάλπες (αρκεί να πάει να ψηφίσει)…
Αλλιώς, θα ξεπουλήσουν μέχρι και το… Μαξίμου (ως κτίριο, διότι ως κάτι άλλο το έχουν ήδη ξεπουλήσει)!