Στην ιστορία των επιστημών, υπάρχουν μορφές που μοιάζουν να ανήκουν ολοκληρωτικά σε έναν τομέα, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως γέφυρες ανάμεσα σε «κόσμους».
Ο Ισαάκ Νεύτων είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο θεμελιωτής της κλασικής μηχανικής, ο αρχιτέκτονας της παγκόσμιας βαρύτητας, ήταν ταυτόχρονα και ένας στοχαστής βαθιά βυθισμένος στη θεολογία και στη βιβλική χρονολόγηση.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το παράδοξο: ο άνθρωπος που ανέδειξε την απεραντοσύνη του χώρου του Σύμπαντος, δεν οδήγησε ταυτόχρονα στη σύλληψη της απεραντοσύνης του γεωλογικού χρόνου, τον λεγόμενο «βαθύ χρόνο» (deep time), τον θεμελιώδη εξελικτικό στυλοβάτη της επιστήμης της Γεωλογίας. Στη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, ο Νεύτωνας ενσαρκώνει τον ορθολογισμό και την επιστημονική επανάσταση. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος του έργου του αφορά την προσπάθεια να εναρμονίσει την ανθρώπινη ιστορία με τη βιβλική «αφήγηση». Στο έργο του Chronology of Ancient Kingdoms Amended, επιχείρησε να «διορθώσει» τις χρονολογίες της αρχαιότητας, συρρικνώνοντάς τες ώστε να ταιριάζουν με το βιβλικό χρονικό πλαίσιο. Τα μαθηματικά και η αστρονομία δεν χρησιμοποιήθηκαν σε αυτήν την προσπάθεια για να «επεκτείνουν» τον χρόνο, αλλά για να τον περιορίσουν και να τον «πειθαρχήσουν» (Newton, 1728).

Για τον Νεύτωνα, ο χρόνος της Γης δεν ήταν ανεξάρτητος από τον χρόνο της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν υπήρχε ανάγκη για εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια χρόνια ώστε να εξηγηθούν γεωλογικές διεργασίες. Αντίθετα, η μορφή της Γης μπορούσε να αποδοθεί είτε σε μια αρχική θεϊκή πράξη, είτε σε περιστασιακές παρεμβάσεις της (Gould, 1987). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο χρόνος δεν χρειαζόταν να «απλωθεί», αλλά μπορούσε να «συμπιεστεί».
Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί «πατέρας» του γεωλογικού χρόνου. Και όμως, χωρίς αυτόν, η έννοια του βαθέως χρόνου ίσως να μην είχε ποτέ διαμορφωθεί. Για να κατανοήσουμε αυτή την αντίφαση, πρέπει να μετακινηθούμε από τη γεωλογία στην κοσμολογία. Η πραγματική συμβολή του Νεύτωνα δεν βρίσκεται στην προσέγγιση της διάρκειας του χρόνου, αλλά στη θεμελίωση ενός τρόπου εξήγησης του κόσμου μέσω καθολικών φυσικών νόμων. Με τη θεωρία της παγκόσμιας βαρύτητας, εισήγαγε έναν κόσμο όπου ένας και μόνος νόμος ισχύει παντού, σε κάθε κλίμακα, από τη Γη μέχρι τα άστρα. Έτσι ο κόσμος γίνεται ενιαίος, μαθηματικά περιγράψιμος και νομοτελειακός. Αυτή η αλλαγή ήταν και παραμένει επαναστατική. Για πρώτη φορά, το άπειρο έπαψε να είναι φιλοσοφική αφαίρεση και έγινε επιστημονικά διαχειρίσιμο. Ο χώρος μπορεί να είναι απεριόριστος, αλλά δεν είναι χαοτικός γιατί υπακούει σε νόμους. Και αν αυτό ισχύει για τον χώρο, τότε ανοίγει ο δρόμος να ισχύσει και για τον χρόνο. Εδώ αναδύεται μια κρίσιμη διάκριση που διατρέχει την ιστορία της γεωλογικής σκέψης και σχετίζεται με το πως εξελίσσεται ο χρόνος: το δίπολο ανάμεσα στο «βέλος του χρόνου» (time’s arrow) και στον «κύκλο του χρόνου» (time’s cycle). Το πρώτο συνδέεται με μια γραμμική, εξελικτική ιστορία: δημιουργία, εξέλιξη, τέλος! Το δεύτερο όμως αντιστοιχεί σε επαναλαμβανόμενες ατέρμονες διεργασίες. Ο Νεύτωνας ανήκει ξεκάθαρα στην πρώτη κατηγορία: μια μοναδική Δημιουργία, μια ιστορία με κατεύθυνση και θεολογικό νόημα.
Η εμβρυακή επιστημονική γεωλογική σκέψη του 18ου και 19ου αιώνα θα εκμεταλλευτεί ακριβώς αυτή τη δυνατότητα που προσέφερε ο Νεύτωνας για τη συσχέτιση χώρου και χρόνου, μεταφέροντας αυτή τη σύλληψη από την κοσμολογία στο εσωτερικό και τη δομή της Γης. Στο έργο του Theory of the Earth, ο James Hutton (1726–1797) γράφει ότι η Γη δεν έχει ορατή αρχή ούτε τέλος, αλλά συνιστά ένα δυναμικό σύστημα που ανακυκλώνεται διαρκώς μέσω ανύψωσης, διάβρωσης και επαναπόθεσης. Ο γεωλογικός χρόνος δεν είναι απλώς «μεγάλος», αλλά λειτουργικά απεριόριστος, καθώς προκύπτει από τη συνεχή δράση διεργασιών που δεν έχουν φυσικό όριο (Gould, 1987). Πάνω σε αυτή τη θεμελίωση, ο Charles Lyell διατύπωσε μια πιο συστηματική και μεθοδολογική εκδοχή της ίδιας ιδέας. Θα υποστηρίξει ότι η απεραντοσύνη του γεωλογικού χρόνου είναι ανάλογη με την απεραντοσύνη του χώρου που αποκάλυψε η νευτώνεια φυσική. Η σύγκριση αυτή δεν ήταν απλώς ρητορική, αλλά επιστημονική. Μέσω αυτής, η σύγχρονη επιστήμη της Γεωλογίας διεκδίκησε, όπως και οι άλλες φυσικές επιστήμες, το δικαίωμα να σκέφτεται σε «άπειρες» κλίμακες (Lyell, 1830).
Σε αυτό το σημείο γίνεται σαφές το ιστορικό παράδοξο: ο Νεύτωνας δεν εγκατέλειψε ποτέ το «βέλος» του χρόνου, αλλά δημιούργησε τον κόσμο μέσα στον οποίο ο «κύκλος» του χρόνου έγινε δυνατός. Δεν ανακάλυψε τον «βαθύ χρόνο», αλλά κατέστησε αναπόφευκτη την προσέγγισή του. Η μετάβαση από έναν κόσμο λίγων χιλιάδων ετών σε έναν κόσμο δισεκατομμυρίων ετών δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα παρατήρησης. Δεν ήταν μόνο μια απλή «νίκη της επιστήμης επί της θεολογίας». Ήταν μια βαθιά πολιτισμική μετατόπιση: αλλαγή στο μέτρο, στην κλίμακα και στο τι θεωρείται επιστημονικά εφικτό. Όπως τονίζει και ο Gould (1987), η ανακάλυψη του βαθέως χρόνου ήταν μια από τις μεγαλύτερες διανοητικές επαναστάσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας, ακριβώς επειδή άλλαξε τον τρόπο που σκεφτόμαστε τον ίδιο τον χρόνο. Ο άνθρωπος, που κάποτε πίστευε ότι κατοικεί σε έναν κόσμο λίγων χιλιάδων ετών, βρέθηκε ξαφνικά σε ένα απέραντο χρονικό πεδίο, όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι μια στιγμιαία λάμψη.
Η ανακάλυψη του βαθέως χρόνου ήταν εξίσου συγκλονιστική με την ανακάλυψη ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος και πίσω από αυτή τη «μεταμόρφωση» βρίσκεται και ο Νεύτωνας ως «σιωπηλός πρόλογος» του γεωλογικού χρόνου. Δεν τον διατύπωσε, αλλά τον προετοίμασε. Δεν τον αποδέχθηκε, αλλά τον κατέστησε διανοητικά δυνατό. Και σε αυτό βρίσκεται η μεγάλη αντίθεση της Ιστορίας: ότι οι μεγαλύτερες επαναστάσεις δεν προέρχονται πάντα από εκείνους που τις διακηρύσσουν, αλλά από εκείνους που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε τον κόσμο.