Του Strange Attractor
Σε μια αυτάρεσκη χώρα που αυτοσυστήνεται με στόμφο ως «προπύργιο της δημοκρατίας», όπως π.χ. η δική μας, η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με καλοστημένη φάρσα παρά με πολίτευμα. Οι θεσμοί λειτουργούν άψογα… τουλάχιστον στα χαρτιά. Στην πράξη όμως, θυμίζουν σκηνικά θεάτρου. Όμορφα βαμμένα από μπροστά, πρόχειρα στηριγμένα από πίσω, έτοιμα να καταρρεύσουν με το πρώτο φύσημα αλήθειας.
Η δικαιοσύνη, για παράδειγμα, είναι ανεξάρτητη! Τόσο ανεξάρτητη, που εξαρτάται πλήρως από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Οι αποφάσεις της έχουν μια θαυμαστή συνέπεια, συμπίπτουν σχεδόν πάντα με τις πολιτικές ανάγκες της εξουσίας. Πρόκειται για ένα είδος «τηλεπαθητικής» συνεργασίας, όπου δεν χρειάζονται καν εντολές αφού όλοι ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, πριν καν τους ζητηθεί.
Και όταν κάποιος δικαστής ξεχνιέται και θυμάται το λειτούργημά του, υπάρχει πάντα μια μετάθεση, μια πειθαρχική έρευνα, ή μια «τυχαία» απώλεια παιδιού (σε ακραίες περιπτώσεις) για να τον επαναφέρει στην τάξη.
Η κυβέρνηση, βεβαίως, δεν κυβερνά μόνη της. Διαθέτει μια εκλεκτή παρέα επιχειρηματιών, εκείνων που αγαπούν τόσο πολύ το κράτος ώστε δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτό.
Είναι οι γνωστοί «κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες», που επιβιώνουν και θησαυρίζουν χάρη σε δημόσια έργα, απευθείας αναθέσεις, και συμβάσεις που μοιάζουν περισσότερο με δώρα παρά με συμφωνίες. Σε αντάλλαγμα, προσφέρουν κάτι εξίσου πολύτιμο: τον έλεγχο της πληροφόρησης.
Τα μέσα ενημέρωσης σε αυτή τη χώρα λειτουργούν με αξιοθαύμαστη ομοφωνία.
Τα δελτία ειδήσεων μοιάζουν με καλοκουρδισμένες χορωδίες, όπου όλοι τραγουδούν τον ίδιο σκοπό, με τις ίδιες παύσεις, την ίδια ένταση, και το σημαντικότερο την ίδια επιλεκτική μνήμη. Σκάνδαλα εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες, ενώ ασήμαντα περιστατικά διογκώνονται μέχρι να καλύψουν κάθε ίχνος ουσιαστικής συζήτησης. Και αν η κυβέρνηση παρεκκλίνει έστω και λίγο από τις επιθυμίες των «χορηγών», υπάρχει πάντα η απειλή της ξαφνικής δημοσιογραφικής ευαισθησίας!
Κάπου μέσα σε αυτό το περίτεχνο σύστημα ισορροπιών, βρίσκεται και ο λαός.
Ένας λαός που μεγάλο μέρος του ζει με τα απολύτως απαραίτητα, και μερικές φορές ούτε καν αυτά. Η οικονομική δυσπραγία δεν είναι απλώς μια κατάσταση, είναι τρόπος ζωής. Οι μισθοί αρκούν για να τελειώνουν πριν τελειώσει ο μήνας, ενώ τα επιδόματα λειτουργούν σαν παρηγορητικά χάδια. Μικρά, προσωρινά, και απολύτως ανεπαρκή.
Είναι τα «ψίχουλα» που πετιούνται με γενναιοδωρία, ώστε να διατηρείται η ψευδαίσθηση φροντίδας, και αυτό μόνο σε μια μικρή μερίδα αυστηρών εισοδηματικών κριτηρίων, με αποτέλεσμα να τα απολαμβάνουν μόνο όσοι δεν δηλώνουν επαρκές εισόδημα, ακόμη κι αν είναι πολυεκατομμυριούχοι φοροφυγάδες.
Διότι ακόμη κι ο μισθωτός του βασικού μισθού, που δηλώνεται κανονικά, δεν δικαιούται αυτά τα «πας» του πατερούλη πρωθυπουργού μας (ο Θεός να μας κόβει μέρες και να του δίνει χρόνια)!
Και όμως, μέσα σε αυτή τη ζοφερή καθημερινότητα, η διασκέδαση ανθεί.
Τα μπουζούκια γεμίζουν, τα τραπέζια σπάνε, τα ποτήρια υψώνονται σε μια σχεδόν τελετουργική άρνηση της πραγματικότητας. Για λίγες ώρες, όλα ξεχνιούνται… οι λογαριασμοί, οι υποχρεώσεις, οι πόλεμοι, η αίσθηση ότι το παιχνίδι είναι στημένο από την αρχή. Είναι σαν να έχει υπογραφεί μια συλλογική συμφωνία σιωπής, «ας μην τα σκεφτόμαστε τώρα».
Στο σπίτι, η τηλεόραση παίζει ασταμάτητα παλιά σίριαλ. Οι ίδιες ιστορίες, οι ίδιες ατάκες, οι ίδιες επαναλήψεις. Ίσως γιατί το παρελθόν, όσο κι αν εξιδανικεύεται, μοιάζει πιο υποφερτό από το παρόν. Ίσως γιατί δεν απαιτεί καμία αντίδραση, καμία σκέψη, καμία ευθύνη. Είναι απλώς εκεί, σαν ένα ζεστό, γνώριμο φόντο στη καθημερινή δυστυχία.
Και οι νέοι; Αυτοί έχουν βρει τον δικό τους τρόπο να εκφράζονται. Στους δρόμους, στα κλαμπς, στα γήπεδα, στις γωνιές της πόλης, συγκρούονται για σύμβολα που τους δόθηκαν έτοιμα, μια φανέλα, ένα χρώμα, ένα σύνθημα.
Η ένταση που δεν βρίσκει διέξοδο στην κοινωνία, ξεσπά μεταξύ τους. Είναι πιο εύκολο να πολεμάς τον «αντίπαλο οπαδό» παρά να αναμετρηθείς με ένα σύστημα που μοιάζει άτρωτο, ειδικά όταν ολόκληρες γενιές έχουν γαλουχηθεί σε σχολεία με ανύπαρκτη παιδεία, καμιά πειθαρχία ή λογοδοσία, και ζουν μέσα σε εικονική πραγματικότητα στα «σόσιαλ μύδια» και στα σμαρτ κινητά.
Έτσι, η χώρα συνεχίζει να λειτουργεί, ή τουλάχιστον να δείχνει ότι λειτουργεί.
Οι εκλογές διεξάγονται κανονικά, οι δηλώσεις δίνονται με σοβαρό ύφος, οι υποσχέσεις ανανεώνονται με την ίδια ευκολία που ξεχνιούνται. Όλοι παίζουν τον ρόλο τους με επαγγελματισμό. Οι πολιτικοί, οι δικαστές, οι επιχειρηματίες, οι δημοσιογράφοι, ακόμα και οι πολίτες.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτού του συστήματος. Δεν επιβάλλεται μόνο από πάνω προς τα κάτω, αλλά αναπαράγεται και από κάτω προς τα πάνω. Με μικρές παραχωρήσεις, μικρές σιωπές, και μεγάλες αυταπάτες.
Και κάπως έτσι, η «δημοκρατία» συνεχίζει να υπάρχει. Όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως αφήγηση. Μια αφήγηση τόσο καλά ειπωμένη, που σχεδόν πείθει… αρκεί να μην την κοιτάξεις πολύ προσεκτικά, διότι τότε θα αντικρίσεις το τέρας, που κρύβεται μέσα της!